Τελετουργίες από ΚΕΡΑΜΩΤΗΣ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
(σελ.41)
ΙΙΙ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Α. ΘΡΗΣΚΕΙΑ
β. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Α) Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Β) ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ (25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ – 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)
Στην Κεραμωτή, την Παραμονή των Χριστουγέννων ζυμώνεται η Χριστόπιτα από καθαρό σιταρένιο αλεύρι. Με δυο λωρίδες από ζυμάρι φτιάχνουν επάνω στη μια όψη της πίτας στο σημείο του σταυρού.
(σελ.42)
Επίσης, φτιάχνουν μικρά μπαλάκια από προζύμι, που τα λένε λουκούμια, τόσα όσα είναι τα μέλη της οικογένειας. Σε κάθε «λουκούμι» μέσα βάζουν ένα ξεχωριστό αντικείμενο όπως φασόλι, ρεβίθι, κουκί, νόμισμα και πολλά άλλα, που το καθένα αντιπροσωπεύει ένα κτήμα της οικογένειας, παραδείγματος χάρη, το χωράφι, το σπίτι ακόμα και τα βόδια, τα αγελάδια και τα πρόβατα. Έπειτα, τα λουκούμια αυτά τα βάζουν επάνω στη χριστόπιτα και την ψήνουν. Ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος αρσενικός του σπιτιού πηγαίνει να ψωνίσει το κρασί, το λάδι, το ρακί, καρύδια, κάστανα, και ότι άλλο νηστίσιμο χρειάζεται στο τραπέζι της παραμονής. Εννέα πρέπει να είναι τα φαγητά που θα τοποθετηθούν στο τραπέζι. Λέγεται ότι το έθιμο αυτό που το είχαν σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Θράκης σχετίζονταν με τους 9 μήνες της εγκυμοσύνης της Παναγίας.
Το γουρούνι σφαγμένο είναι κρεμασμένο στη γωνία του σπιτιού με ένα σταυρό στη πλάτη κομμένο με το μαχαίρι. Όταν έρχεται το βράδυ και η ώρα να στρωθεί το τραπέζι, η νοικοκυρά παίρνει το υνί, βάζει μέσα σε κάρβουνα αναμμένα και θυμίαμα και το δίνει στον αρχηγό της οικογένειας να θυμιάσει. Θυμιάζει πρώτα το εικόνισμα που μπροστά του κρέμεται η καντήλα, η οποία
(σε.43)
καίει και ψέλνουν όλοι μαζί τον ψαλμό της γέννησης του Χριστού. Έπειτα, ο αρχηγός της οικογένειας κρατάει στο ένα χέρι το υνί με το θυμίαμα και στο άλλο το κερί, πηγαίνει στο στάβλο και θυμιάζει τα ζώα. Μετά ξαναγυρίζει στο τραπέζι, θυμιάζει και το σφαγμένο γουρούνι και αποθέτει το υνί κάτω από το εικονοστάσι. Το αναμμένο κερί το βάζει στο στόμιο του μπουκαλιού που περιέχει το κρασί. Παίρνει θέση ο αρχηγός στο τραπέζι και ύστερα οι υπόλοιποι ανάλογα με την ηλικία τους. Κάνουν τον σταυρό τους, ασπάζεται ο νοικοκύρης του σπιτιού το σταυρό που είναι πάνω στη Χριστόπιτα και το ίδιο κάνουν και οι άλλοι. Έπειτα, λέει: «παιδιά, το δικό μ’ το κισμέτ (τυχερό) εν αυτό» και βάζει το χέρι του επάνω σε ένα από τα λουκούμια, το μιμούνται αυτό και οι υπόλοιποι. Με το μαχαίρι αργότερα βγάζουν τα λουκούμια από την πίτα και ο καθένας ψάχνει να δει τι είναι το τυχερό του.
Ύστερα από αυτή τη διαδικασία, άρχιζε το φαγητό και ο νοικοκύρης πίνει πρώτος το κρασί και λέει: « εσείαν’ καλώς ήρτε κι ο παππούς ο Κστος και τη χρον’ γούλ’ γεροί». Πίνουν και οι άλλοι και χαιρετούν με τα ίδια λόγια. Στο τζάκι καίει η φωτιά με ξύλα από όλα τα είδη που υπάρχουν στ σπίτι. Τα κλαδιά τα βγάζουν μισοκαμμένα από την φωτιά, τα σβήνουν, τα κρατούν και τα βάζουν στη φωτιά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μισοκαμμένα
(σελ.44)
τα τραβούν από τη φωτιά, τα σβήνουν και τα ρίχνουν στις αποθήκες του, στα σπαρτά, μέχρι να αδειάσουν οι αποθήκες από τα σιτηρά.
Επιπρόσθετα, την παραμονή των Χριστουγέννων από βραδύς τα μικρά παιδιά, οκτώ έως δεκαπέντε χρονών περίπου παρέες-παρέες γυρίζουν στα σπίτια του χωριού κρατώντας στα χέρια φαναράκια και μεγάλες βέργες από κρανιά για να ψάλουν τα κάλαντα. Μπαίνοντας στην αυλή του κάθε σπιτιού λένε με φωνή:
«Σούρβα, γερό σταυρί, γερό κορμί,
σαν ασήμ’ σα κρανιά και τη χρόν γούλ γεροί».
Η νοικοκυρά βγαίνει και δίνει στα παιδιά ένα δώρο όπως, καρύδια, μήλα, σύκα. Βέβαια, στα συγγενικά παιδιά έδιναν νόμισμα. Αν η νοικοκυρά δεν είναι καλόβουλη και δεν ανοίγει την πόρτα τα παιδιά θυμώνουν και αλλάζουν τα λόγια:
«Σούρβα, γερό σταυρί, γερό κορμί,
σαν ασήμ’σα, σα κρανιά, και τη χρον’ σκατοκουμλιά».
(σελ.45)
Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει αρκετά έθιμα. Ένα από αυτά είναι η Μηλίνα. Μέσα στη Μηλίνα βάζουν ένα τσάκνο που είναι σημάδι για τα ζώα, ένα φασόλι ή ρεβίθι που είναι σημάδια άλλο για τα πρόβατα, για τα άλογα, για τα αχωράφια, τα αμπέλια, τις κότες και το σπίτι. Εκτός από την πίτα αυτή, άλλη πίτα κάνουν για τον αγελαδάρη του χωριού και τον κεχαγιά (κλητήρα). Βράζουν και σε μια κατσαρόλα σιτάρι. Στο τραπέζι της Παραμονή της Πρωτοχρονιάς βρίσκεται και ένα τσουκάλι κρασί, τρία κεριά και θυμίαμα. Πριν αρχίσει το φαγητό, ο νοικοκύρης του σπιτιού βάζει θυμίαμα μέσα στο υνί με τα κάρβουνα και θυμιάζει πρώτα το εικονοστάσι μετά το τραπέζι και στη συνέχεια τις αποθήκες λέγοντας:
«γερό σταυρί, γερό κορμί, σαν ασήμ’ σα κρανιά
και τη χρόν’ γουλ’ γεροί».
Έπειτα, το βρασμένο σιτάρι το τοποθετούν μέσα σε ένα πιάτο, ξεχωριστά πάνω στο τραπέζι. Πρώτος ο πατέρας απλώνει το χέρι και παίρνει κόλλυβα από το πιάτο και λέει στους άλλους:
«πάρτε γουλ’ πε τ’ αυτό το πνάκ».
(σελ.46)
Παίρνουν όλοι στα χέρια τους σιτάρι, το πετούν ψηλά προς τη πόρτα του σπιτιού και λένε:
« όσα κ’και ρίχνω, τόσ’ αμάξια σταρ΄να μου δώσ’ ο καινούριος χρόνος. Καινούριος χρόνος βοηθειά ».
Η νοικοκυρά του σπιτιού παίρνει μια φούχτα σιτάρι, πηγαίνει στη σιταποθήκη, το πετάει και λέει:
« όσα κ’και στάρ’ έχ’ η φούχτα,
τόσα κιλά στο σαρπί».
Κι άλλες τέτοιες ευχές λένε πετώντας ψηλά το σιτάρι:
« όσα κ’κιά στη φούχτα,
τόσες αγελάδες, τόσα πρόβατα».
Κάνουν μετά το σταυρό τους και ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος του σπιτιού κόβει τη μηλίνα μέσα στο ταψί. Ο καθένας κοιτάζει το μερίδιο του και βρίσκει το σημάδι. Το δείχνει στη νοικοκυρά του σπιτιού που ζύμωσε την πίτα και τη ρωτάει τη σημαίνει το
(σελ.47)
σημάδι που βρήκε. Αυτή δίνει ανάλογες απαντήσεις:
«συ έχ’ς τυχερό πε τα πρόβατα,
συ πε το σπίτ’, συ πε το χωράφ’».
Το διάστημα ανάμεσα στα Χριστούγεννα και στα Φώτα στο λαϊκό εορτολόγιο ονομάζεται Δωδεκαήμερο. Αυτή η περίοδος ήταν πλούσια σε παραδόσεις και έθιμα ειδωλολατρικά που κατάγονταν από τη Ρώμη και στη συνέχεια ενσωματώθηκαν και στοιχεία από την Ανατολή. Οι γιορτές ήταν στα Σατουρνάλια (γιορτή προς τιμήν του θεού saturmus), το γενέθλιον του αήττητου Ηλίου, η πρώτη των Καλένδων (η πρώτη του Γενάρη). Τα έθιμα που ήταν συνδεδεμένα με αυτές τις γιορτές ήταν βαθιά ριζωμένα στη ζωή του λαού.
Όσο αφορά το ειδικό παρασκεύασμα σπου στολίζει το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι είναι η βασιλόπιτα (η πίτα του Αγίου Βασιλείου) που σε κάθε τόπο παρασκευάζεται διαφορετικά. Στην Κεραμωτή, η παράδοση λέει πως κάποτε στην Καισαρεία, όπου επίσκοπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ήλθε ο έπαρχος της Καππαδοκίας με άγριες διαθέσεις για να εισπράξει φόρους. Ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τους κατοίκους της πόλης να μαζέψουν ό,τι χρυσαφικά μπορούσαν για να τα παραδώσουν. Πράγματι συγκεντρώθηκαν πολλά. Κατά την παράδοση είτε επειδή μετάνιωσε ο έπαρχος
(σελ.48)
είτε επειδή εκ θαύματος ο Άγιος Μερκούριος με πλήθος αγγέλων απομάκρυνε το στρατό του, ο έπαρχος απάλλαξε τα πλήθη. Προκειμένου ο Μέγας Βασίλειος να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατόχους, μη γνωρίζοντας σε ποιον ανήκει, έδωσε εντολή να παρασκευαστούν άρτοι μέσα στα οποία τοποθέτησε νόμισμα και τους διένειμε στους κατοίκους την επομένη του εκκλησιασμού. Έτσι, συνεχίστηκε η παράδοση αυτή, κατά τη μνήμη της ημέρας του θανάτου του.
Ο Μέγας Βασίλειος που ήταν ψηλά στη συνείδηση των χριστιανών για το θρησκευτικό και φιλανθρωπικό του έργο, ταυτίστηκε και με λαϊκά έθιμα και παραδόσεις. Αυτό επέδρασε και στην ευρεία διάδοση του ονόματος Βασίλης (αρχαίος βασίλειος < βασιλεύς < μεγαλοπρεπής).
(ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΑΚΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ, 78 ΕΤΩΝ)
Γ) ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
(σελ.49)
Δ) ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Οι απόκριες γιορτάζουν με ξεχωριστή χαρά σε όλη τη Θράκη. Ο Διόνυσος, ο θεός της χαράς, του κρασιού και του γλεντιού άφησε στους Θρακιώτες πλούσια κληρονομιά για τις μέρες αυτές, τα καρναβάλια, το χορό, τις οινοποσίες και το τραγούδι.
Οι Κεραμωτιώτες δεν αποτελούσαν εξαίρεση της γιορτής αυτής. Την αποκριά της κρεοφάγου έτρωγαν κρέας όλη την εβδομάδα ενώ της τυρινής έτρωγαν μόνο ζυματικά, τυρί, αυγά και γάλα. Το Σαββατοκύριακο της Τυρινής ντύνονταν πολλοί καρναβάλια, κυρίως τα παιδιά και επισκεπτόταν τα συγγενικά και φιλικά σπίτια του χωριού χωρίς να μιλούν ή να γελούν για να μη φανερωθούν ενώ οι συγγενείς και οι φίλοι προσπαθούσαν να μαντέψουν ποιοι είναι.
Το βράδυ της Κυριακής μαζεύονταν παρέες σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια για να γιορτάσουν τη τελευταία αποκριά. Έτρωγαν μαζί, έπιναν τραγουδούσαν, χόρευαν, έλεγαν αστεία και διασκέδαζαν μέχρι το πρωί. Αφού έτρωγαν όλοι μαζί μάζευαν τα σκουπίδια σε μια σκούπα, έδεναν τα μάτια κάποιου και τα πήγαινε έξω και τα έκαιγε για να φύγουν οι ψύλλοι. Όταν άνοιξε τα μάτια του, αν έβλεπε αγόρι θα γεννούσε η αγελάδα αρσενικό μοσχάρι και αντίθετα αν έβλεπε κορίτσι θα γεννούσε θηλυκό.
(σελ. 50)
Για τα παιδιά συνήθιζαν να κάνουν τη «χάσκα». Χάσκα ήταν ένα στρογγυλό κομμάτι σουσαμένιος χαλβάς. Τρυπούσαν το χαλβά στο κέντρο, περνούσαν ένα σπάγκο και τον κρεμούσαν είτε στο ταβάνι ψηλά, είτε από την άκρη μιας βέργας. Γύριζαν τη βέργα με το χαλβά πάνω στα κεφάλια των παιδιών, που είχαν τα χέρια τους δεμένα πίσω και προσπαθούσαν να πιάσουν το χαλβά με το στόμα. Γινόταν ένας μεγάλος ανταγωνισμός γιατί τα παιδιά πηδούσαν, ξεφώναζαν και γελούσαν την ώρα που προσπαθούσαν να πιάσουν το χαλβά. Όποιο παιδί έπιανε το χαλβά χωρίς ζαβολιές ήταν δικός του και τον έτρωγε. Ο χαλβάς ονομάστηκε «χάσκα» γιατί τα παιδιά με ανοιχτό στόμα «χάσκοντας» προσπαθούσαν να τον φθάσουν. Στο τέλος, προσπαθούσαν να κάψουν το σπάγκο. Αν καιγόταν ολόκληρος ήταν καλό σημάδι. Αντίθετα, αν δεν καιγόταν όλος δεν το είχαν για το καλό.
Τέλος, η τελευταία βραδιά της Αποκριάς (Κυριακή) συνήθιζαν οι νεώτεροι να πηγαίνουν και να ζητούν συγχώρεση από τους μεγαλύτερους ενώ οι κουμπάροι πήγαιναν στον νονό για να κάνουν τα «σχωρεμένα» και του πήγαιναν κρασί και ότι άλλο ήθελαν να προσφέρουν.
(ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΙΑΠΗΣ, 58 ΕΤΩΝ)
(σελ.51)
Ε) ΠΑΣΧΑ
Στην Κεραμωτή, τα έθιμα της Πασχαλιάς κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα είναι ίδια σε όλη τη Θράκη. Τα πιο αξιοσημείωτα αρχίζουν από την Μεγάλη Εβδομάδα.
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι νοικοκυρές μαζεύουν τα σκουπίδια (φροκαλίζνα) από το σπίτι και τα καίνε μπροστά στην πόρτα (καίγνα τις ψύλλοι). Στο πάνω μέρος της πόρτας κρεμούν και ένα κόκκινο πανί περίπου ένα μέτρο και το αφήνουν έτσι κρεμασμένο ως το βράδυ. Το κόκκινο πανί λένε συμβολίζει την παρθενιά της Παναγίας. Βάφουν τα κόκκινα αυγά εκ των οποίων τρία τα βάζουν στο εικονοστάσι του σπιτιού για να μείνουν εκεί μέχρι την μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς. Όμως πιστεύουν τα αυγά αυτά δεν χαλούν . την επόμενη μεγάλη Πέμπτη τα χώνουν σε μια γωνιά του αμπελιού για να μη το βρει το χαλάζι. Την ημέρα αυτή την λένε «κόκκινη Πέμπτη». Είναι αργία και απαγορεύεται κάθε εργασία. Η επόμενη μέρα «Μεγάλη Παρασκευή» είναι επίσης αργία.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί οι γυναίκες ζυμώνουν τα λαμπρόψωμα (τσουρέκια, κουλήκια) . στη μέση του τσουρεκιού βάζουν και από ένα κόκκινο αυγό. Μετά την Ανάσταση πηγαίνουν στα μνήματα. Ο καθένας αφήνει επάνω στον τάφο του πεθαμένου μερικές πίτες και κόκκινα αυγά
(σελ.52)
για να φάει και ο νεκρός. Κολλάει στο σταυρό του τάφου ένα κερί, κάνει το σημείο του σταυρού και φεύγει. Έπειτα από λίγη ώρα πηγαίνουν τα μικρά παιδιά του σχολείου, μαζεύουν τα αυγά και τα κουλήκια και τα τρώνε ή τα χαρίζουν σε περαστικούς ή ζητιάνους.
Επιπρόσθετα, με τη πασχαλιάτικη γιορτή στενή σχέση έχει η κουμπαριά. Πολύ αυστηρά τηρούνται τα έθιμα της κουμπαριάς. Εκείνος που στεφανώνει έναν άλλο ονομάζεται νονός και εκείνος που στεφανώνεται κουμπάρος. Ο νονός βαφτίζει και όλα τα παιδιά του κουμπάρου που τα στεφανώνει κιόλας αργότερα αν ζει ή τα στεφανώνουν τα παιδιά του και έτσι συνεχίζεται επί γενεές η σχέση αυτή. Ο κουμπάρος σέβεται το νονό και αποφεύγει να τον δυσαρεστεί γιατί φοβάται τις κατάρες του. Μόνο σε περίπτωση πολύ σοβαρής φιλονικίας μπορεί να χαλάσει η κουμπαριά. Αυτό όμως γίνεται σπάνια. Ανήμερα της Πασχαλιάς όταν σχολάει η εκκλησία έχει υποχρέωση ο κάθε κουμπάρος να επισκεφθεί τον νονό. Παίρνει στο σακούλι του μια πίτα, είκοσι με είκοσι πέντε αυγά, ένα μπουκάλι κρασί και πηγαίνει στου νονού το σπίτι. Εκεί μαζεύονται και οι άλλοι κουμπάροι του νονού, αν υπάρχουν φυσικά, και όλοι μαζί φιλοξενούνται στο πλούσιο τραπέζι του νονού. Στην επίσκεψη και τη φιλοξενία αυτή δεν συμμετέχουν οι γυναίκες των κουμπάρων, που εκείνη
(σελ.53)
τη μέρα μένουν στο σπίτι και τρώνε χωρίς τον σύζυγο. Μετά τη φιλοξενία του νονού στο σπίτι, η νονά βάζει στο σακούλι του καθενός ανθρώπου-κουμπάρου ένα τσουρέκι μικρότερο από εκείνο που έφερε και ο νονός βάζει μισό μπουκάλι κρασί. Ο κουμπάρος φιλάει το χέρι του νονού και της νονάς, παίρνει τα δώρα του και φεύγει. Επειδή συμβαίνει πολλές φορές ο ένας κουμπάρος να είναι και νονός και να είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τις επισκέψεις των κουμπάρων του, το έθιμο αυτό διαρκούσε τρεις μέρες, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, για να δίνεται έτσι η ευκαιρία στον καθένα να κάνει τις επισκέψεις του ως νονός. Ο κουμπάρος είναι υποχρεωμένος να κάνει επισκέψεις στο νονό μέχρι να αρραβωνιάσει το παιδί του, οπότε συνεχίζει εκείνο, γιατί και εκείνο θα έχει τον ίδιο νονό. Αν ο κουμπάρος έχει αρσενικό παιδί, αλλά μόνο κορίτσι θα κάνει τις επισκέψεις στο νονό μέχρι να σταματήσει η γυναίκα του να κάνει παιδιά. Αν ένας κουμπάρος θέλει να σταματήσει να κάνει επισκέψεις, πρέπει να ζητήσει την άδεια από τον νονό γιατί η διακοπή χωρίς την άδειά του θεωρείται παράβαση ιερού καθήκοντος.
(ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΟΜΒΡΙΚΗΣ, 45 ΕΤΩΝ)