Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΛΑΒΑΡΩΝ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ
Α) Η Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
«Κάθε χρόνο όλες οι νοικοκυρές στις 4 Δεκεμβρίου φτιάχνουμε ένα γλυκό που
λέγεται ΄βαρβάρα ΄και είναι προς τιμήν της Αγίας Βαρβάρας που τιμούμε και
γιορτάζουμε αυτή την μέρα. Όλες μας λοιπόν φτιάχνουμε και ετοιμάζουμε αυτό το
παραδοσιακό γλυκό , το οποίο είναι κάτι σαν γλυκιά σούπα. Η βαρβάρα είναι παλιό
γλυκό και την κάνουμε ακόμη και σήμερα. Τα υλικά με τα οποία την κάνουμε είναι
σιτάρι σουσάμι ,σταφίδες, σύκα και ζάχαρη. Τα αναμειγνύουμε σε μια κατσαρόλα
με νερό και στο τέλος ρίχνουμε και λίγη κανέλα. Κάποιες αντί για σουσάμι και
σιτάρι βάζουν ταχίνι».
Κουρτελάκη Δήμητρα
«Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων όλες οι οικογένειες κάθονται στο
τραπέζι και η νοικοκυρά του σπιτιού ετοιμάζει τα ‘’9 φαγητά’’. Πρόκειται για 9
νηστίσιμα φαγητά που τρώνε όλοι την παραμονή το βράδυ πριν ξημερώσει η γιορτή
των Χριστουγέννων και τελειώσει η Σαρακοστή. Τα 9 αυτά φαγητά δεν είναι
απαραίτητο να είναι μαγειρεμένα. Μέσα στα 9 φαγητά βάζουμε και το ψωμί και το
τυρί (το νηστίσιμο) , την ελιά , την ντομάτα , το αγγούρι και άλλα. Συνήθως οι
νοικοκυρές αποθηκεύουν και τρόφιμα όλο τον χρόνο για αυτήν την βραδιά . Η δική
μου η γιαγιά φύλαγε ακόμη και καρπούζι και πεπόνι πιο σπάνια όμως από το
καλοκαίρι».
Τερζάκη Σουλτάνα
Β)ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ( 25/12 – 05/01)
«Σε όλη την διάρκεια των Χριστουγέννων από τις 24 Δεκεμβρίου έως περίπου την
τρίτη μέρα των Χριστουγέννων στα Λάβαρα πραγματοποιείται ένα από τα πιο
μακρόχρονα και μεγάλα έθιμα του χωριού που είναι ‘’ τα Ρουγκάτσια ‘’. Η λέξη
προέρχεται από την λατινική ‘’ragasi” που σημαίνει μάζεμα . Σύμφωνα με το έθιμο
μια ομάδα αγοριών από 18 έως 20 χρονών γυρνά στο χωριό κρατώντας 2
τεμπερλέκια και μία γκάιντα , ενώ ο αρχηγός της ομάδας (συνήθως ο μεγαλύτερος
σε ηλικία) κρατά ένα δοχείο , την τσότρα και το γεμίζει με κρασί από τα σπίτια που
πηγαίνουν και τραγουδούν. Το έθιμο ξεκινά την παραμονή των Χριστουγέννων στις
24 Δεκεμβρίου . Αρχικά πηγαίνουν στην εκκλησία κάνοντας ένα κύκλο και
τραγουδούν το τραγούδι του Χριστού :
‘’Χριστούγεννα , Χριστούγεννα τώρα Χριστός γεννιέται. Κι βαφτίζεται στους
ουρανούς να πάει κει που πάει και στάθηκε χρυσό δέντρο ξεβγήκε. Χρυσά ήταν τα
κλωνάρια του και ολάργυρα τα φύλλα. Κι αυτά τα λιανουκλώναρα κι αυτά ήταν
προφητάδες που προφητούσαν και έλεγαν γι αμαρτωλούς για ψεύδους. Και μένα
τον αμαρτωλό ας κρίνει η δικαιοσύνη’’.
Μετά την εκκλησία γυρίζουν σε όλα τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας διάφορα
τραγούδια και οι σπιτιανοί έδιναν μετά χρήματα ή κρέατα. Αν κάποιος νοικοκύρης
άνοιγε το σπίτι του και τους προσκαλούσε μέσα δίνοντάς τους κρασί , τότε ήταν
υποχρεωμένοι να πουν για κάθε μέλος της οικογένειας το αντίστοιχο τραγούδι :
1) Στον παπά
‘’Σήκω σιαπάν αφέντη μου κι κατσει στου θρουνί σου παρ’ του ρόιδου στα χέρια
σου και νίψου κι καθίσου κι νικκλησιές ασήμαναν κι ταιβαγγιλούδια ψέλνουν’’.
2) Νιούτσικος
‘’και κίνησε κι ο νιούτσικος να πάει ν΄ αρραβωνιάσει και βάζει νιός στην τσέπη του
καν δυο άνδρες χιλιάδις κι βάζει κι στον κόρφο του άλλις ιννιά χιλιάδις. Κι όσπου να
ανέβει στα βουνά να κατέβει στους κάμπους κι εσούσι νιός τα γρόσια του και
έσουσι τα φλουριά του ‘’.
3) Μαθητής
‘’Μάνα μ΄ του γιό σ΄ του γιόκα σου του πουλυκοκανακάρη τουν ελουζ τουν χτενιζι
στου δάσκαλου τουν στέλνει και ο δάσκαλος τουν έκρουξ μι τη χρυσή την βέργα’’.
4) Γραμματικός
‘’Γραμματικός γραμματευτής γραμματικός αφέντης που έκατσι κι τ’ άπλουσι στρατί
κι στου φιγγάρι κι σύνταξαν τα χέρια του κι’ έχυσι του μιλάνι’’.
5) Νιόγαμπρος
‘’Σαντάμαν νιος κι νιούτσικος σαντάμαν κι χαρίσιοιυς τοτ’ έπρεπε κι νιούτσικος να
παίζει με την κόρη. Να την κρατά στα χέρια του να την φιλά στα μάτια’’.
6) Γεροντοπαλίκαρο
‘’Αφέντη μου κι΄ ολοφεντάκι μου πέντι φουρές αφέντη πέντι κρατούν του λόγου
σου κι πέντι του άλογο σου κι’ άλλοι πέντι παρακαλούν αφέντη καβαλίκα Αφέντη
καβαλίκιψι σ’ ασέλινου πουλάρι’’.
7) Έμπορος
‘’ Ένας καλός πραματευτής και όμορφους μπιζουργιάννης στη Ντομπρουτσά
παζάριβι στην Μπρούσα γιαγουράζει παζάριβι και αγόραζι αλα καλάν τα ρούχα
ιννιά μουλάρια φώρτουνι όλα καλάν τα ρούχα’’.
8) Ντουλγέρης= μάστορας
‘’Σαράντα πέντι μάστουρι κι ξήντα δυο καλφάδες αρχίνηψαν γιουφυρ να φκιαν
του Παύλου του γιοφύρι. Όλη μερίτσα το φκιαναν αργά το βράδ’ γκριμούσι ηρθ
πουλί κι κόνεψε στην δεξιά καμάρα’’.
9) Βοσκός= τσιομπάνος
‘’Ιννιά χιλιάδις πρόβατα τρία’δέρφια τα βοσκούν το να πηγαίνει για ψουμί κι τ’
άλλου την αγάπη από κει Γιάννης μουναχός κι κείνους πουκοιμήθκι σαν έκαμι και
έπισι τρεις μέρις και τρεις νύχτες σαν έκαμι κι ξύπνησι τα πρόβατα δε βρίσκει’’.
10) Στο γέρο
‘’Αφέντη μ’ κι ολοφεντάκι μου προυτόγερο της χώρας αυτουνού γιος αρμήνηβη να
βγη στο μισοχώρι πάρει τη πατιρίτσα σου και έβγα αγάλια-αγάλα’’.
11) Τ’ αρχοντόπουλο
‘’Για δέστε τ’ αρχοντόπουλο ντι καμάρις έχει καμάρις γιεμ κι χαίρισι πεζές και
καμαρώνεις κι τ’ άλογο σου που φλουρί κι σέλλα σου σημένια’’.
12) Μικρό αγόρι
‘’Ένα μικρού μικρούτσικο σαββατογεννημένου Σαββάτου μέρα γεννηθείς την
Κυριακή βαφτιώσει κι τη Δευτέρα του ταχιά τηλιάλης τηλιανίζει’’.
13) Κορίτσι για αρραβώνα
‘’Κόρη σου τρίτου κάγκιλου τι στέκις ακουμπισμένη κι από φλουρί δε φαίνισι και
από μαργαριτάρι τρία παιδιά την άκουσαν που μέσα από την πόλη. Τ’ όνα την
στέλνει μπουχά – μπουχά τα άλλου τη στέλνει μόδα του τρίτου του καλύτερου τα
μήλα στο μαντήλι’’.
14) Κορίτσι
‘’Μαζί να βγει μαζί να στρί μ΄ασημένιο φιγγάρι να σιγκινάει τα νιόφυλλα να σι
μαρέν η αγάπη αγάπη πουθι πιάνισι κιαπούθι κατιβαίνεις’’.
Εγώ ήμουν τρία ολόκληρα χρόνια ρουγκατσάς. Θυμάμαι ότι ανήμερα των
Χριστουγέννων πηγαίναμε σε μια τοποθεσία ‘’το τσεκουράκι’’ σε ύψωμα με θέα
όλο το χωριό (υπάρχει και σήμερα) και τραγουδάγαμε και χορεύαμε με όλο τον
κόσμο. Μετά γυρνούσαμε σε όλους αυτούς που γιόρταζαν μας ανοίγαν το σπίτι
τους και μας κερνούσαν. Στον δρόμο αν συναντούσαμε κάποιον διαβάτη ξένο τον
τραγουδούσαμε το τραγούδι του ξένου:
‘’Δε σου πρεπε αφέντη μου
να μεντς σε αυτήν την χώραν μον σου
πρεπε αφέντη μου να μεντς στου
Σαλονίκη να κουσκινίζεις τα φλουριά
να ντριμινίζεις τα άσπρα’’.
Την άλλη μέρα γυρνούσαμε σε όλα τα μαγαζιά και τραγουδούσαμε. Την Τρίτη
μέρα παίρνανε όργανα οι οργανοπαίχτες και γινόταν γλέντι στην πλατεία του
χωριού. Μετά τα χρήματα που παίρναμε από τα σπίτια τα δίναμε στους
οργανοπαίχτες παίρναμε ένα ποσό και εμείς τα υπόλοιπα στην εκκλησία και στους
φτωχούς’’».
Δέτσιος Μόσχος
«Ανήμερα των Χριστουγέννων όλοι ξυπνάμε βάζουμε τα καλά μας και πηγαίνουμε
στην εκκλησία. Όταν γυρνάμε στο σπίτι στρώνουμε το πρώτο τραπέζι και τρώμε
όλοι μαζί μεζέδες και ευχόμαστε χρόνια πολλά στους εορτάζοντες αν υπάρχουν.
Μετά το μεσημέρι στρώνουμε το δεύτερο τραπέζι και τρώμε το κύριο φαγητό.
Εμείς εδώ στο χωριό και γενικότερα στον Έβρο δεν τρώμε γαλοπούλες και γενικά
πουλερικά. Εμείς τρώμε την ‘’μπάμπο’’. Αυτό είναι έντερα από το γουρούνι το
οποίο πλένεις πριν 2 βράδια και τα γεμίζεις με συκώτια , ρύζι ενώ κάποιοι βάζουν
και πλιγούρι και χοιρινό κρέας. Κάποιοι την βράζουν και την ψήνουν στον φούρνο.
Την μπάμπο τώρα την τρώνε όλοι διαφορετικά. Άλλοι την τρώνε σαν σούπα άλλοι
ψητή σκέτη , ενώ οι περισσότεροι την κάνουν στο ταψί με κρεμμύδια και χοιρινό
κρέας».
Δέτσιου Ευαγγελία
«Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων παλιά γυρνούσαμε πολλές παρέες αγοριών
στα σπίτια. Κρατούσαμε μια σούβρα ένα ξύλο δηλαδή μεγάλο και πηγαίναμε να
πούμε τα κάλαντα στα σπίτια και να τους ευχηθούμε για τις γιορτές. Αυτοί τότε
δεν μας έδιναν λεφτά. Μας εύχονταν χρόνια πολλά και μας έβαζαν πάνω στην
σούβρα κρέατα. Αυτά εμείς τα πηγαίναμε σπίτι μας και τα ψήναμε και τα
τρώγαμε».
Δέτσιος Μόσχος
«Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς όλοι στα σπίτια κάναμε γαλατόπιτες με δικά μας
φύλλα που ανοίγαμε μόνες μας. Μέσα στην πίτα βάζαμε αντικείμενα που
συμβόλιζαν διάφορα πράγματα :
1)νόμισμα : το σπίτι
2)άχυρο : τις αγελάδες
3)καλαμπόκι: κοτόπουλα
4)φασύλι : τα χωράφια
και όποιος τα κέρδιζε ήταν τυχερός. Συνήθως τύχαινε σε όλη την οικογένεια και
είμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Και σήμερα κάνουμε γαλατόπιτες απλά βάζουμε
μόνο ένα φλουρί».
Κουρτελάκη Δήμητρα
«Την ημέρα των φώτων μετά την θεία λειτουργία πηγαίναμε για να κάνουμε τον
αγιασμό των υδάτων και οι άνδρες να πιάσουν τον σταυρό. Μετά τον αγιασμό
μαζευόταν όλος ο κόσμος στα καφενεία και γίνονταν γλέντια με φαγητά και ποτά
από τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Έτσι λοιπόν χόρευαν και
τραγουδούσαν και έλεγαν την φράση : κάναμε τα φώτα».
Τερζάκη Σουλτάνα
Γ) Απόκριες
«Την Κυριακή της Αποκριάς μαζευόμασταν όλοι μικροί και μεγάλοι στην πλατεία
του χωριού και έπειτα στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου. Τότε άναβαν μεγάλες
φωτιές και πηδούσαν οι μεγάλοι και έλεγαν : ΄΄ψείρες και κόντσες στον πάνω
μαχαλά΄΄ αν ήταν από τα κάτω Λάβαρα ενώ όσοι ήταν από τα πάνω Λάβαρα
έλεγαν: ψείρες και κόντσες στον κάτω μαχαλά’’. Μετά έπιαναν το χορό και
χόρευαν σε μεγάλους κύκλους γύρω από τις φωτιές. Οι νέοι χόρευαν όρθιοι στους
ώμους ο ένας πάνω στον άλλο και χόρευαν. Παράλληλα ήταν κάποιοι που έψηναν
λουκάνικα και έδιναν στον κόσμο να φάει. Το έθιμο αυτό λεγόταν ‘’λεμός’’».
Τερζάκη Σουλτάνα
Δ)Κινητές εορτές(Πάσχα-μετά το Πάσχα)
«Όταν είμασταν μικρές το Σάββατο του Λαζάρου γυρνούσαμε στα σπίτια. Αυτό το
έθιμο συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Συνήθως γυρνούν κορίτσια μέχρι 12 χρονών
κρατώντας καλαθάκια. Αυτά τα καλαθάκια τα στόλιζε η μαμά και η γιαγιά με
λουλούδια και κορδέλες. Μερικές φορές το καλαθάκι αυτό περνούσε από γενιά σε
γενιά. Την ημέρα του Λαζάρου βγαίνουν απαραίτητα μόνο τα κορίτσια και όχι τα
αγόρια και τραγουδούν και το τραγούδι :
‘’Σήμερον άρχεται ο Χριστός αει πουράνη ο Θεός και στην πόλη Βηθανία Μάρθα
κλαίει και Μαρία Λάζαρο τον αδερφό τους τον γλυκό τον καρδιακό τους . 3 ημέρες
τον θρηνούσε και τον ημερολογούσε και την μέρα την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός
για να ρθει και έβγηκε και η Μάρθα έξω από την Βηθανία΄΄.
Επίσης αν στην οικογένεια που τραγουδούσαν υπήρχε και αγόρι τότε
τραγουδούσαν : ΄΄ Ένας τρανός παλίκαρος και όμορφο παλικάρι στον ίσκιο ίσκιο
πήγαινε και στον ήλιο περπατούσε΄΄.
Συνήθως οι νοικοκυρές έδιναν χρήματα και αυγά στα κοριτσάκια για να βάψουν
τα πασχαλινά αβγά και φτιάξουν τσουρέκια οι μάνες τους. Τα κορίτσια
ονομάζονται λαζαρούδες. Στις παλιότερες δεκαετίες που υπήρχαν σχολεία και το
Σάββατο τα κορίτσια έπαιρναν ειδική άδεια από τον δάσκαλο».
Τερζάκη Σουλτάνα
«Την Μεγάλη Πέμπτη όλες οι νοικοκυρές κάνουμε παραδοσιακά τσουρέκια.
Γίνονται με αλεύρι, αλάτι, ζάχαρη, μαγιά, πορτοκάλι και αυγά. Θέλει πολλή
διαδικασία γι αυτό πιανόμαστε από το απόγευμα και τελειώνουμε το βράδυ αργά.
Τα αποθηκεύουμε μέχρι το Μεγάλο Σάββατο όπου θα ρθουμε το βράδυ μετά την
Ανάσταση και θα τα φάμε μαζί με την μαγειρίτσα».
Κουρτελάκη Δήμητρα
«Την Μεγάλη Παρασκευή οι νεαρές έφηβες κοπέλες ντύνονται μυροφόρες.
Συγκεκριμένα έξι μαυροφορεμένες και έξι ασπροφορεμένες. Οι μαυροφορεμένες
συμβολίζουν την θλίψη για τον θάνατο του Χριστού και οι ασπροφορεμένες το
χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Οι μυροφόρες κορίτσια συμβολίζουν τις
μυροφόρες που πήγαν στον τάφο του Χριστού και είχαν την τιμή και την χαρά να
μάθουν πρώτες το χαρμόσυνο αναστάσημο μήνυμα. Το πρωί της Μεγάλης
Παρασκευής μετά την θεία λειτουργία τα κορίτσια μαζεύουν λουλούδια από τις
αυλές των σπιτιών και στολίζουν τα πανέρια τους. Εμείς παλιά βάζαμε μόνο
καλαμπάκια(πρασινάδα). Επίσης παίρνουν και μπλε και άσπρο χαρτί για να
τυλίξουν τα πανέρια τους. Το βράδυ στον εσπερινό παρατάσσονται δεξιά και
αριστερά του Επιταφίου και τον ρένουν με λουλούδια τη διάρκεια της περιφοράς
αλλά και στα εγκώμια όταν ψέλνουν:
¨Έρραναν τον τάφο αι μυροφόροι μύρα λιαν πρωί ελθούσ騻.
Τερζάκη Σουλτάνα
«Μετά το Πάσχα τον Μάιο και συγκεκριμένα στις 2 Μαΐου το χωριό γιορτάζει την
παλιά εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Μια εκκλησία με μεγάλη ιστορία καθώς
χτίστηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πολλοί λένε πως γι αυτό χτίστηκε
σε σημείο που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή. Επίσης ένα άλλο σημαντικό
χαρακτηριστικό της είναι πως το καμπαναριό είναι χτισμένο ξεχωριστά από την
εκκλησία και όχι ενσωματωμένο πάνω της όπως συμβαίνει στις σημερινές
εκκλησίες. Επίσης αξίζει να αναφέρω πως είναι η μόνη εκκλησία που οι γυναίκες κάθονται δεξιά και όχι αριστερά όπως συνηθίζεται ως ανταμοιβή στις προσπάθειες και το θάρρος τους κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Πολλοί λένε πως οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν θάψει χρυσές λίρες για να τις
προστατέψουν από τους Τούρκους. Χτίστηκε τον 19 ο αι. και αφιερώθηκε στην
ανακομιδή λειψάνων του Αγίου Αθανασίου. Επίσης τοποθέτησαν πιθάρια για να
έχει καλή ακουστική στον τοίχο. Το πρωί πηγαίνουμε λοιπόν στις 02/05 στην
εκκλησία και ακούμε να χτυπάει πάλι η καμπάνα της. Το απόγευμα μαζευόμαστε
στην πλατεία του χωριού και οι γυναίκες ντύνονται με παραδοσιακές στολές και
χορεύουν μαζί με όλον τον κόσμο μαζί με τραγούδια από την ορχήστρα ενώ
παράλληλα βγάζουν πολλά φαγητά σε μπουφέ που φτιάχνουν οι ίδιες μόνες τους.
Είναι πολύ σημαντική μέρα καθώς εκτός του χορού και όλου αυτού του
πανηγυριού έρχονται στην μνήμη μας πολλές αναμνήσεις από εκείνη την
εκκλησία. Το βάρος αυτής της διοργάνωσης-γιορτής φανερώνεται και από το
πλήθος των πολιτικών επισήμων που τιμούν το χωριό και το έθιμο».
Δέτσιος Μόσχος