Τελετουργίες από ΔΙΠΟΤΑΜΟΥ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
(σελ.49)
ΙΙΙ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
β. Το Δωδεκαήμερος (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)
Πρωτοχρονιά
- Παραμονή πρωτοχρονιάς: το βράδυ μετά το φαγητό οι άνθρωποι πέταγαν ξηρούς καρπούς στο ταβάνι πριν τις δώδεκα και με φώτα σβηστά και έλεγαν: «οφύον παλιέ χρόνε και έλα καινούριε ευτυχισμένε».
- Το πρωί έβγαζαν πρώτα το βόδι (ως στυλοβάτη της οικιακής οικονομίας στον Διπόταμο) στην πόρτα του στάβλου και έσπαζαν πάνω στα κέρατά του ένα τριγωνόσχημο ψωμί. Έδιναν στο βόδι να φάει από αυτό και έτρωγε και η οικογένεια για καλή χρονιά.
(σελ.50)
- Το σχήμα του ήταν έτσι:
- Το πρωί επίσης τα κορίτσια συναγωνίζονταν ποιο θα πρωτοπάρει νερό από την πηγή του μαχαλά. Άφηναν διάφορα δώρα στην εσοχή της βρύσης, όπως κουλούρια, ψωμιά, φρούτα, ξηρούς καρπούς.
Σοφία Παναγιωτίδου
(σελ.51)
- Παραμονή των Φώτων: το βράδυ σε μεγάλεο πιάτο έβαζαν αλεύρι ή σιτάρι και ανάβαν μέσα κεριά ονομαστικά για κάθε πεθαμένο συγγενή (παππού, γιαγιά, θείους, θείες). Άναβαν επ΄σιης κεριά για πεθαμένους που δε είχαν κανέναν να τους ανάψει κερί.
Πίστευαν ότι οι ψυχές μαζεύονταν γύρω από το πιάτο αυτό. (Ελισάβετ Δημητριάδου)
Μωμοέρια – Πρωτοχρονιά (βράδυ)
«Μία ομάδα, κυρίως ανδρών, ντυνόταν με κουρέλια, παλιά ρούχα, γυναικεία ρούχα, έβαφαν καρβουνιά τα ακάλυπτα μέρη του προσώπου ώστε να γίνουν κατά το δυνατόν αγνώριστοι. Κρεμούσαν πάνω τους κουδούνια και επισκέπτονταν τα σπίτια. Μέσα στα σπίτια θορυβούσαν χωρίς να βγάζουν φωνή για να μην αναγνωριστούν από τους νοικοκυραίους, οι οποίοι ωστόσο προσπαθούσαν να ανακαλύψουν την ταυτότητά τους.
Είχαν μαζί τους Γαμπρό και Νύφη, την οποία οι σπιτικοί την έκλεβαν και την έκρυβαν και ο Γαμπρός όφειλε να ψάξει να τη βρει.
Επίσης είχαν Γέρο και Γριά που καθώς χόρευαν, η Γριά έπεφτε κάτω και καθώς δεν μπορούσε να σηκωθεί ζητούσε τη βοήθεια του Γέρου που και αυτός αδυνατούσε να τη σηκώσει, οπότε την βοηθούσαν οι σπιτικοί.
(Ελισάβετ Δημητριάδου)