Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ

Λαογραφία

[Εργασία : Συλλογή λαογραφικού υλικού-επιτόπια έρευνα]

Όνομα : Γούλα Μαρία

Όνομα καθηγ : Μ.Γ.Βαρβούνης

Έτος : 2000-2001

Τόπος έρευνας : Βαφέϊκα Νομού Ξάνθης

 

Β. ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ

α. Ένδυμα

«Φορούσαμε, πρώτα-πρώτα, κατάσαρκα που λέμε, το «κατασάρκι». Οι γυναίκες φορούσαν το «πκάμσο» από πάνω, μάλλινο και μακρύ μέχρι τον αστράγαλο. Αυτό ήταν κάτω-κάτω κεντημένο. Η φούστα που φορούσαν ήταν και αυτή μάλλινη, χοντρό μαύρο ύφασμα που υφαίναμε στον αργαλειό. Το «υφαμμένο» ύφασμα της φούστας ήταν κομμένο σε «λαγκιόλια» και φτιαγμένο πιέτες-πιέτες. Τη στολίζαμε με «φρέντζες» και «κοδέλες» σειρά-σειρά. Ράβαμε μια «φρέντζα» και έπειτα μια «κοδέλα» κ.ο.κ . Οι «φρέντζες» ήταν κεντημένο στόλισμα, χρυσό συρίτι ή και ασημένιο. Στη νυφιάτικη τη φορεσιά βάζαμε 5 «φρέντζες». Στην πρόχειρη την καθημερινή τη φορεσιά βάζαμε το πολύ 2-3 «φρέντζες». Στο τελείωμα της φούστας βάζαμε το «γύρο», που ήταν φτιαγμένος με τα «κατσέλια». Τα «κατσέλια» ήταν λεπτό νήμα που γνέθαμε, στριμμένο σε πολλά «κάτια» και ραμμένο στην άκρη της φούστας σαν συρίτι κι αυτό. Η φούστα στηριζόταν με τις κόπτσες από το επάνω μέρος της φορεσιάς που το λέγαμε «τσαμαντάνι». Αυτό ήταν αμάνικο, μαύρο, μάλλινο σαν τα γιλέκα που φορούσαν και οι άντρες. Το πίσω ήταν σκέτο μαύρο αλλά το μπροστινό μέρος απ’ το «τσαμαντάνι» ήταν στολισμένο με «κατσέλια», και «κοδέλα» φτιαγμένο. Οι κοδέλες ήταν σε ζικ-ζικ και ανάμμεσα κεντημένη χρυσή ή ασημένια κλωστή. Βάζαμε και κορδέλα κανονική καμμιά φορά. Το «τσαμαντάνι» κούμπωνε με κόπτσες και ήταν στο λαιμό τετράγωνο. Στο λαιμό φορούσαμε οι γυναίκες την «πετσέτα», που ήταν από άσπρη δαντέλα σε πιέτες κι αυτή όπως η φούστα. Επάνω απ΄ το τσαμαντάνι βάζαμε τη «μπόλκα», στολισμένη με κορδέλες σειρές-σειρές ανοιχτή σαν κάπα ριγμένη και αμάνικη. Στο πάνω μέρος του χεριού φορούσαμε τα «φουσκούρια» που ήταν μέχρι τον αγκώνα, πιο κάτω το μανίκι από μαύρο ύφασμα. Στη μέση βάζαμε το «ζωνάρι», από μάλλινο ύφασμα, κι αυτό στολισμένο με χρυσό και ασημί συρίτι. Φορούσαμε και την ποδιά που ήταν γύρω-γύρω ραμμένη με ζικ-ζακ «κατσέλια» και κορδέλες καμμιά φορά. Οι νύφες την ποδιά τους για να (ξε)χωρίζουν την είχαν άσπρη και τη λέγαν «φρουτοπόδια». Ήταν κεντημένη με φρέντζες, και κορδέλες όλα χρωματιστά.»

(Κυριακή Γούλα-Κιατύπη)


 

«Οι άντρες, πρώτα-πρώτα οι γέροι φόραγαν τα «μπουτούρια», πάν΄ απ΄ το «πκάμσο» Για γιλέκο, το «τσαμαντανάκι» και απ’ όξω τα «γκουζούκια», κάτι σαν κάπες. Οι νέοι φόραγαν «κυλλότες» και μακρυά «τσουράπια» μέχρι το γόνα’ . Απάν’ πάλι το «τσαμαντανάκι». ΄Ολοι φόραγαν μανίκια μάλλινα. Για να χωρίζουν οι νέοι φόραγαν στο γιακά κεντημένη την «τραχηλιά»

(Μαρία Γούλα)

 

β. ΥΠΟΔΗΜΑ

«Οι γυναίκες φορούσαν τα χοντρά παπούτσια με καρφιά από κάτω. Στις γάμπες φορούσαν κάλτσες που τις λέγανε «κοντοτσούραπα» και ‘φταναν μέχρι το γόνατο.

Οι άντρες χοντρά μαύρα παπούτσια, στην εποχή μας όχι τσαρούχια, μόνο παπούτσια»

(Κυριακή Γούλα- Κιατύπη)

 

γ. ΚΑΛΛΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΚΟΜΜΩΣΗ

«Στο κεφάλι, τα κορίτσια φορούσανε τον «μπόχο», τετράγωνο, μαύρο υφαντό. Τα μαλλιά τους τα χτενίζανε σε δύο κοτσίδες, μια από δω και μια από κει, τα φέρνανε μπροστά και τα τυλίγανε με κορδέλα χρωματιστή. Για να στηρίζουνε τον «μπόχο» τον στερέωναν στα μαλλιά με μια καρφίτσα πάν’ απ’ το μέτωπο. Τον «μπόχο» τον έδεναν μπροστά αφού τον γύριζαν πρώτα από πίσω. Λέγαμε το δέσιμο του μπόχου «κοκορέτσι».

Οι παντρεμένες γυναίκες φτιάχναν κι αυτές μια κοτσίδα από δω και μια από κει αλλά δεν βάνανε κορδέλα και τα δέναν κόμπο, τις κοτσίδες μεταξύ τους.

Οι νύφες, τον μπόχο τον στόλιζαν με φρέντζες και κορδέλες αλλά και πολλά λουλούδια για να ομορφαίνουν»

(Κυριακή Γούλα- Κιατύπη)

 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Φυσική / Κοινωνική ηλικία

Αρ. χειρογράφου
619
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Γούλα
Όνομα
Μαρία