Τελετουργίες από Δ. ΞΑΝΘΗΣ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ
ΣΤΑΥΡΟΧΩΡΙ
Β. Πνευματικός Βίος
Γιορτές
Του Αγίου Φιλίππου, που έσφαξε το βόδι κι από κει και μετά δεν τρώγαμε τίποτα αρτίσιμο. Ο Απ. Φίλιππος είχε δύο (2) βόδια. Επειδή ήρθε η Αποκριά μοίρασε το ένα βόδι για να «αποκριέψουν» κι οι φτωχοί. Το πρωί που πήγε στον στάβλο να ταΐσει το άλλο βόδι ήβρε και το άλλο το σφαγμένο (τόβρε ζωντανό). Τότε τα παλιά, στις φτωχές οικογένειες (χήρες, ορφανά) δίνανε. Μετά του Αγ. Φιλίππου άρχιζε η νηστεία για τα Χριστούγεννα, οι γιορτές του Αγ. Νικολάου, Α. Σάββα, Αγ. Βαρβάρα, με τα πανηγύρια στα χωριά που γιόρταζαν. Άρχιζαν οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα, γλυκά: κουλούρια, κανταΐφια, μπακλαβάδες, κτλ. Όταν ερχόταν τα Χριστούγεννα άρχιζε το δωδεκαήμερο (μέχρι τις 6 Ιανουαρίου). Δεν βγαίνανε έξω την νύχτα γιατί φοβότανε τους καλικαντζάρους, δεν αφήνανε ρούχα έξω και προσέχουν τις καμινάδες στα τζάκια – δεν έμενε χωρίς φωτιά το τζάκι, κείνες τις μέρες καίγανε τα πιο χοντρά κούτσουρα. Οι πρωινοί τσι βλέπανι τσ’ καλικαντζάρ’, κι παίρνανε κι μι του σίδερου -ένα μυτερό- κι τσιμπούσαν τον πωπώ τσ’ απ’ την καμινάδα, κάνανι έτσ’ απάν στον πωπώ τσ’. Μετά ήταν η πρωτοχρονιά με τα κάλαντα, τα γλυκά πάλι, επισκέψεις στα σπίτια συγγενών και γειτόνων, κτλ. Τα κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων τα λέγανε την παραμονή το βράδυ, τα λέγανε κι οι μεγάλοι και τους δίνανε καρύδια, σύκα, κτλ. Μετά ήταν οι γιορτές του Φεβρουαρίου, της Υπαπαντής, του Αγίου Χαραλάμπους, κτλ. Μετά ήτανε οι Απόκριες, τραπέζια, μαζευότανε οι συγγενείς, κτλ, τρώγανε, ντυνότανε καρναβάλια και πηγαίναν στα σπίτια. Τελευταία Κυριακή γινόταν «της τρελής» και Καθαρή Δευτέρα το «μουντζούρωμα». «Μουντζουρώναν απού πίσ’ τ’ αυτί» κι όλοι ήταν μουντζουρωμένοι, ήταν κι ο μεγάλος Καρνάβαλος ο «Καδής». Τότε κάνανε τον Καδή (καδής = δικαστής στα τούρκικα), το έντυναν με «σαρίκια», «κάτι προπόδια φόραγε, κάτι τσαρούχια στα πόδια», ντύσιμο τούρκικο είχε ο Καδής και καβάλα στον γάιδαρο ανάποδα τονε βάζανε. Αυτός (ο καδής) ήτανε πάνω στον γάιδαρο και έλεγε «αυτόνε θα τονε δικάσω πέντε ματσκιές», τον πιάνανε τότε και τον δείρανε. Διέκαζ’ ο καδής,.. στο μπακάλη « ο Μήτσος να δώκ’ δυο ουκάδεις σύζου». Μ’ αυτόν τον τρόπο συγκέντρωναν ποτά και μεζέδες και μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού, ή σε καφενέδες και όλοι μαζί γλεντούσαν. Την άλλη μέρα (Τρίτη) ό,τι έμενε το δίνανε στις κότες, τις δίνανε (τις κότες) να φάνε και μακαρόνια για να «πέσνε κλώσες». Μετά αρχίναγε η μεγάλη νηστεία. «Ο Ευαγγελισμός ήτανε η πρώτη Λαμπρή, που θε να βάλουμε τα ρούχα τα καλά, τα παπούτσια και θε να φάμε μπακαλιάρο». Συνέχιζε η νηστεία μέχρι το Πάσχα. Σφάζαμε τ’ αρνί το Πάσχα, χοροί, γλέντια, που ακολουθούσαν την μεγάλη νηστεία. Την Μ. Βδομάδα όμως η νηστεία ήταν μεγαλύτερη. Την Μ. Πέμπτη θε να βάψουμε τ’ αυγά θε να κάνουμε τα τσουρέκια. Τ’ αυγά τα βάφαμε με κρεμμύδια και με μπογιά του εμπορίου το κόκκινο και πράσινα. Την Μ. Παρασκευή δεν τρώγαμε λάδι, μερικοί δεν τρώγανε τίποτα. Παρασκευή πρωί τα κορίτσια μαζεύανε πρωί πρωί τα λουλούδια και κάνανε τον επιτάφιο μοιρολογώντας, και λέγοντας, το μοιρολόι της Παναγίας (« σήμερα μαύρος ουρανός..»). Το βράδυ μετά την λειτουργία παίρνανε τον επιτάφιο και τα σχετικά (εικόνες, κτλ) και ψάλλοντας «η ζωή εν τάφω» κάνανε τον γύρο του χωριού ενώ στεκότανε σε μερικά σημεία. Περνούσανε από τα νεκροταφεία και ψέλνανε και για τους πεθαμένους. Μετά από άλλο δρόμο γυρνάγανε στην εκκλησία. Εκεί μοιράζανε λουλούδια του επιταφίου. Αυτά τα λουλούδια τα κρατούσανε για να «κοπήσουνε» τα παιδάκια για το «μάτι» ή για το «κακό».
Μετά απ’ το Πάσχα γιορτάζανε με πολλή χαρά το Μ. Σάββατο το βράδυ την Ανάσταση και μετά τσουγκρίζανε αυγά και τρώγανε την μαγειρίτσα. Την «δεύτερη λαμπρή» (Κυριακή μεσημέρι), «μετά την Ανάσταση», κάνανε περιφορά την Ανάσταση στο χωριό, κρατούσε την Ανάσταση αυτός που έβαζε λεφτά στον δίσκο. Πήγαιναν με την Ανάσταση στα νεκροταφεία και γυρίζανε από άλλο δρόμο. Μετά βγάζανε το αρνί απ΄ το φούρνο, τρώγανε και γλεντάγανε με χορούς και τραγούδια. Μετά ήτανε του Θωμά.
Μετά ήταν η Πρωτομαγιά. Μάζευαν λουλούδια πρωί πρωί και «βάζανε τον Μάη στην πόρτα τους». «Να βάλει τον Μάη πριν τον βάλει η άλλη τον Μάη στην πόρτα». Τα παλικάρια πήγαιναν και στόλιζαν τα άλογα με λουλούδια στον λαιμό. Κάνανε στεφάνια από ακακίες. Απαραίτητα πίνανε γάλα εκείνη την ημέρα, «έστω κι ένα κουταλάκι γάλα θε να πιούνε για την ψώρα» ( να μην τους πιάνει ψώρα).
Ακολουθούσαν τα πανηγύρια του Άη ΄Λια, του Παντελεήμονα της Αγίας Παρασκευής. Είχε ένα εκκλησάκι σ’ ένα διπλανό χωριό κοντά, στη Στέρνα, είναι χαμηλά στο ρεύμα, της Αγ. Παρασκευής πηγαίνανε και «προσκυνούσανε» κάνανε και «αγρυπνιά».
Ακολουθούσε η γιορτή της Παναγίας, μεγάλη μέρα, πηγαίνανε σε πανηγύρια στα γύρω χωριά. Αλλά η μεγαλύτερη γιορτή του χωριού ήτανε ο Άη Δημήτρης.
Όταν ήρθανε στο χωριό (το 1923) οι πρόσφυγες και χτίζανε την εκκλησία λέγανε τι όνομα να δώσουνε, τι άγιο να κάνουνε και κάποιοι είπανε Άη Δημήτρης, άλλοι λέγανε Άη Γιώργης, κτλ. Κι ο μπάρμπα Μανώλης, είπε όχι παιδιά να ονομάσουμε την εκκλησία να γιορτάζει του Σταυρού, που τελειώνουνε και τα καπνά. Και την νύχτα βλέπει τον Άγιο ( Δημήτριο) με μια μαχαίρα και του λέει: «θα σε σκοτώσω, είπαν να κάν’ νε το σπίτι μου και δεν δέχτηκες». Το πρωί σηκώθηκε, μάζεψε το χωριό, κι αποφάσισαν να κάνουν τον Άη Δημήτρη.
Από βραδίς του Άη Δημήτρη, στο προαύλιο βάζουνε τρία καζάνια: στο ένα νερό, στο άλλο σιτάρι και στο άλλο κρέας, σε κομμάτια (ή κοτόπουλα σε κομμάτια) που τα έχουνε πλύνει και βράζουνε. Αφού έβραζε το κρέας, το καθάριζαν απ’ τα κόκκαλα και το έβαζαν μαζί με το σιτάρι και έβραζε ίσαμε το πρωί. Βάζανε και βούτυρο μέσα. Μετά, αφού έβραζε όλη νύχτα, το πρωί μετά την λειτουργία το διάβαζε ο παπάς. Σκόλαγε η εκκλησία και το φαγητό αυτό που το λένε «κεσκέκ» το μοιράζανε στον κόσμο. Μετά είχε γλέντι, μέχρι την άλλη μέρα. Το χωριό είχε 4 καφενεία και τα 4 είχαν όργανα, τώρα δεν μείνανε ούτε άνθρωποι.
Τον άλλο μήνα γιόρταζε ο Άη Ταξιάρχης (7 Νοεμβρίου) και μετά ο Άη Γιώργης ο Καστανάς (3 Νοεμβρίου) στην Πασχαλιά, το απέναντι χωριό. Μετά αρχίζανε πάλι απ’ τον Άγιο Φίλιππο.
Τ’ Άη Γιαννιού τον Ιούνιο κάνανε τον «Κλύδωνα». Βάζανε από βραδίς ένα κουτάκι και μέσα οι κοπέλες ρίχνανε άλλη βραχιόλι, άλλη δαχτυλίδι, κτλ, και το σκεπάζανε με κόκκινο πανί και το αφήνανε κάτω απ’ τ’ άστρα. Το πρωί ανάλογα τι βλέπανε στο ασημένιο ή μαλαματένιο κόσμημα και λέγανε κι ένα στιχάκι.