Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΚΑΛΗΣ ΒΡΥΣΗΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου 
Πριν από τα Χριστούγεννα αφού ερχόταν η Σαρακοστή ο κόσμος σταματούσε να τρώει κρέας και αυτά, νήστευαν ώσπου να ΄ρθουν τα Χριστούγεννα και κατά διαστήματα όπως ήθελε ο καθένας πήγαινε να κοινωνήσει. Τα Χριστούγεννα κάναμε τις πίτες, κολοκυθόπιτες συνήθως, και άλλα γλυκά. Μετά έχουμε τον Άγιο Βασίλη, τότε ετοιμάζουμε πίτες, σκέτα φύλλα και αυτά τα κουλάκια (= είδος κουλουριού). Βάζαμε το φλουρί μέσα και το βράδυ αφού μαζευτούμε όλοι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς θυμιατίζουμε το σπίτι. Παίρνει ο καθένας ένα απ’ αυτά τα κουλάκια και όποιος βρει το φράγκο είναι ο τυχερός του σπιτιού. Αυτός που θα το βρει είναι υποχρεωμένος να σηκωθεί πρωί, να πάρει νερό απ’ την βρύση και να χύσει στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, μετά να ρίξει αλάτι μέσα στη σόμπα ακόμα και όποιος θα έρθει στο σπίτι να σε κάνει ποδαρικό και αυτός θα ρίξει αλάτι και θα πει, ότι παράγουμε ο Θεός να τα ευλογήσει, να ‘χουμε πολλή σοδειά. Ξέρουμε ότι αυτά τα καλικάντσαρα με το που μπαίνουν τα Χριστούγεννα φεύγουν, την παραμονή των Φώτων όταν ο παπάς ραντίζει τα σπίτια, αφού ερχόταν εκείνη η μέρα σηκώντουσαν πιο νωρίς οι νοικοκυραίοι, παίρναν την στάχτη και γύριζαν όλες τις γωνίες του σπιτιού και τις αυλές, για να φεύγουν οι καλικαντσαραίοι και για να μην βγαίνουν φίδια το καλοκαίρι.  Μετά ο παπάς περνούσε με το θυμιατό,  το βασιλικό και τον αγιασμό ράντιζε τα σπίτια. Την τρίτη μέρα των Θεοφανίων πήγαιναν στην εκκλησία, μετά βγαίναν έξω στην πλατεία για να πουν τον «Ιορδάνη». Μόλις τον έλεγε ο παπάς, έπαιρνε τον σταυρό κάποιος και τον πήγαινε στην κουρήτα (= βρύση), εκείνον που το πήρε τον μούσκευαν το κεφάλι, όπως παν στη θάλασσα και βουτάν για να πάρουν τον σταυρό, έτσι εδώ τον πήγαιναν στην κουρήτα και αφού έπαιρνε το σταυρό μετά ερχόταν στην εκκλησία όλοι μαζί με την επιτροπή, αφού χαιρέτησαν πρώτα την εικόνα. Στη συνέχεια φεύγαν και ο παπάς με την επιτροπή πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου και τους φίλευε, αλλά και όλη την ημέρα δεχόταν άλλους στο σπίτι του ο κουμπάρος. Κουμπάρος πάλι γινόταν όποιος έδινε τα περισσότερα λεφτά με δημοπρασία και έπαιρνε τον σταυρό  για δύο μέρες στο σπίτι του. Μετά αφού ερχόταν οι Αποκριές εκείνη την ημέρα μάζευαν απ’ το βουνό χόινες (= κέδρα) και τα κάναν κούπες, φωτιές σε κάθε γειτονιά και γύρω, γύρω χόρευαν με τα όργανα, τις νταχαρέδες. Στο σχολείο ήταν η μεγαλύτερη κούπα και όποιος πηδούσε τα κάρβουνα ήταν ο παλικαράς. Το Πάσχα κάναμε τις ετοιμασίες, τα κουλούρια μας και όλα αυτά και πηγαίναμε στην Ανάσταση από κει την άλλη μέρα είναι η δεύτερη Ανάσταση που βάφουμε τα αυγά. Πάλι την Πέμπτη έχουμε μια γιορτή ειδικά μόνο εδώ στο χωριό, που πηγαίναμε στο βουνό , στο μοναστήρι του Άι – Γιώργη. Τότες ψήναν ο κόσμος τα ψητά τους, τα παίρναν και γλεντούσαν με όργανα, ερχόταν και νταούλια. Εκείνη τη ημέρα πάλι κάνουμε και το Κυριάμου, γυρίζαμε όλα τα μοναστηράκια και τα εκκλησάκια που βρίσκονται στα σύνορα του χωριού. Πρώτα ξεκινούσαμε από το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία και μετά αφού τελείωνε η λειτουργία γυρίζαμε τα μοναστήρια. Σε κάθε μοναστήρι που περνούσαμε αφήναμε ένα αντίδωρο από την Ανάσταση. Αυτό είναι για να μας φυλάει ο Θεός από το χαλάζι, μέχρι το σύνορο να είναι δηλαδή η κακοκαιρία. Σ’ όλη την γύρα που φτιάχναμε, είχαμε το σήμανδρο που χτυπούσαμε και τραγουδούσαμε το τραγούδι «στον κάμπο να έχει γλυκές βροχές και στο βουνό να είναι οι καταστροφές», ψάλλαν και το «Χριστός Ανέστη». Το καλοκαίρι έχουμε την Αγία Μαρίνη (17 Ιουλίου) με το πανηγύρι, κάνουμε επτά λειτουργιέδες, μία αφήναμε στο σπίτι, τις υπόλοιπες τις πηγαίναμε στην εκκλησία , από βραδίς πάμε μία και τις υπόλοιπες πέντε το πρωί. Εκείνη την ημέρα έρχεται ο Δεσπότης και πάρα πολλοί ξένοι γιατί η Αγία Μαρίνη ήταν θαυματουργή. Τον Αύγουστο στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος πηγαίναμε το απόγευμα στο μοναστήρι όλος ο κόσμος, κάνει τον αγιασμό ο παπάς, καθόμαστε λίγο εκεί για να το φχαριστηθεί και το μοναστήρι. 
(Χρυσούλα Ματζιάρη, Σπύρος Ματζιάρης)

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
83
Έτος καταγραφής
1995-96
Επώνυμο
Σίσκου
Όνομα
Άρτεμις