Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Χορτοκόπι Παγγαίου

Β. Έθιμα λαϊκού εορτολογίου

Μεγάλη Σαρακοστή

Ξεκινώντας από την Καθαρά Δευτέρα θα πρέπει να σημειώσουμε πως δεν γιορτάζονταν με την έννοια του ξεφαντώματος όπως γίνεται συνήθως σήμερα. Ήταν ημέρα σχολαστικής καθαριότητας και αυστηρής νηστείας, όπως μας λέει και η ονομασία της. Οι γυναίκες από το πρωί άρχιζαν το ξεσήκωμα του σπιτιού. Εκείνο που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία ήταν ο καθαρισμός των μαγειρικών σκευών. Έβραζαν σε ένα μεγάλο καζάνι το σταχτόνερο (κατενί) και με αυτό έπλεναν όλα τα χάλκινα, σιδερένια και ξύλινα αντικείμενα της κουζίνας. Τα ξύλινα κούτσουρα που επάνω έκοβαν κρέας και τα ξύλινα δοχεία του βουτύρου (κοβλάκια) που εκτός από πλύσιμο, ξύνονταν κιόλας με κοφτερό μαχαίρι για να φύγει το λίπος. Όσο για τα ξύλινα κουτάλια <<χουλάρνο>> τα είχαν διπλά, άλλα για την Σαρακοστή και άλλα για τα αρτύσιμα φαγητά, γιατί πίστευαν πως το λίπος εισέρχεται βαθιά στο ξύλο και δεν βγαίνει όσο και αν το πλύνεις. Το φαγητό που είχε μείνει από την προηγούμενη βραδιά της Αποκριάς, τα εμπούεστα, όπως λεγόταν το δίναμε σε φτωχές Τουρκάλες. Η νηστεία της Σαρακοστής ήταν αυστηρότατη. Νήστευαν και οι λεχώνες και οι άρρωστοι και τα παιδιά. Για να φοβερίσουν τα παιδιά να νηστέψουν, χρησιμοποιούσαν ένα σκιάχτρο που λεγόταν <<κουκαράς>>. Το σκιάχτρο αυτό ήταν ένα μεγάλο κρεμμύδι μαυρισμένο με καπνιά που είχε στόμα και μάτια. Γύρω από την κοιλιά του κρεμμυδιού έμπηγαν επτά μεγάλα φτερά κότας, όσες και οι εβδομάδες της Σαρακοστής και το κρεμούσαν στην οροφή (ταβάνι) της κουζίνας από το πρωί της Καθαράς Δευτέρας. Τα παιδιά ήξεραν ότι αν φάνε λιπαρά φαγητά θα τους τιμωρούσε ο <<κουκαράς>>. Κάθε Κυριακή η μητέρα έβγαζε και ένα φτερό του κουκαρά που την Μεγάλη εβδομάδα έμενε γυμνός και το βράδυ της Ανάστασης που έληγε η νηστεία η μητέρα τον εξαφάνιζε αφού είχε εκτελέσει τον σκοπό του. Την Μεγάλη Πέμπτη πήγαιναν από νωρίς νηστικοί στην εκκλησία για να μεταλάβουν. Όταν γύριζαν σπίτι μετά την απόλυση της εκκλησίας έβαφαν τα ψαλμένα ωβά (αυγά) με κόκκινη βαφή. Για το βάψιμο των αυγών χρησιμοποιούσαν και κρεμμυδόφυλλα που έδιναν ανοιχτό καφετί χρώμα. Μερικά αυγά τα έβαφαν με μελάνι χρώματος μωβ και τα πήγαιναν στο νεκροταφείο την Κυριακή του Θωμά. Τα περισσότερα αυγά τα έβαφαν  και το Μεγάλο Σάββατο. Επίσης έφτιαχναν τα λεγόμενα κερκέλια (τσουρέκια), ζυμωτά με αυγά και μαγιά (προζύμι). Έδιναν σε αυτά σχήμα πλεξούδας και γύρω γύρω έκαναν από το ίδιο ζυμάρι αλυσίδα. Επάνω στα τσουρέκια έβαζαν έξι- επτά αυγά για στολίδι.

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης πήγαιναν στην εκκλησία με βαμμένα αυγά στο καλαθάκι τους και κάθε οικογένεια είχε το δικό της. Τα αυγά τοποθετούνταν από τον παπά στο ιερό της εκκλησίας κάτω από την Αγία Τράπεζα και έμεναν εκεί ως την Ανάσταση. Στην εκκλησία έρχονταν και οι χανούμισες- μουσουλμάνες γυναίκες κρυφά από τους άντρες τους και άκουγαν τα δώδεκα Ευαγγέλια. Πίστευαν ότι το άκουσμα των ευαγγελίων ασκεί θεραπευτική επίδραση στους αρρώστους. Για να μην γίνουν αντιληπτοί από τυχόν ομόθρησκους, ζητούσαν από τις χριστιανές να τις δανείσουν τα κεφαλομάντηλα τους.

Μέρα μεγάλου πένθους ήταν η Μεγάλη Παρασκευή. Έμεναν κλειστά τα μαγαζιά και τα εργαστήρια. Κανένας δεν δούλευε, το θεωρούσαν αμαρτία. Από το πρωί άρχιζε η εκκλησία και χτυπούσαν οι καμπάνες πένθιμα και το μεσημέρι πήγαινε ο κόσμος νηστικός να προσκυνήσει τον επιτάφιο. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου κοιμόνταν νωρίς και προ πάντων αυτοί που θα κοινωνούσαν. Μεσάνυχτα, δυο με τρεις η ώρα, χτυπούσαν οι καμπάνες. Κύματα έρχονταν από τους γειτονικούς οικισμούς με λαμπάδες. Όταν ο παπάς άρχιζε να ψάλλει το <<Χριστός Ανέστη>> ακούγονταν πυροβολισμοί που ο ήχος τους έφθανε και σε άλλα χωριά. Μετά την απόλυση της αναστάσιμης ακολουθίας που γίνονταν τα ξημερώματα, επισκέπτονταν τα σπίτια συγγενών και το πρώτο αρτύσιμο έδεσμα που δοκίμαζαν μετά την νηστεία ήταν το κόκκινο αυγό. Το φαγητό της ημέρας του Πάσχα ήταν <<τανωμένον σουρβάν>> (σούπα), κρέας και πιλάφι. Το ψήσιμο του αρνιού δεν ήταν έθιμο ποντιακό. 

Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, οι γεροντότεροι χωρίζονταν σε παρέες και κρατούσαν κόκκινα αυγά. Επισκέπτονταν όλοι τα σπίτια του χωριού κάνοντας τις λεγόμενες επισκέψεις Αγάπης. Την δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν από νωρίς ένα ταψί με διάφορους στεγνούς μεζέδες καθώς και τσουρέκια, κόκκινα αυγά και άλλα. Το πήγαιναν στην εκκλησία να ευλογηθεί και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, οι νοικοκυρές και όλοι οι άλλοι, άντρες και γυναίκες και παιδιά, κατευθύνονταν στο νεκροταφείο, έτσι γίνεται και σήμερα άλλα εδέσματα ευλογούνται στο κοιμητήριο. Εκεί ο καθένας πήγαινε στον τάφο των νεκρών του, ακουμπούσε το ταψί με τα τρόφιμα και το ούζο πάνω σε καθαρό τραπεζομάντηλο και περίμενε τον ιερέα να κάνει τρισάγιο για τους νεκρούς. Περιμένοντας συζητούσαν για τον νεκρό τους, θυμούνταν τα προτερήματα του, τις καλοσύνες του, τα γλέντια με τους φίλους του και γενικά ό,τι είχε σχέση με την ζωή του και με ό,τι προκαλούσε την αίσθηση της ζωντανής παρουσίας του νεκρού ανάμεσα τους. Γιατί η ημέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στο ξαναζωντάνεμα των νεκρών. Ήταν ημέρα Αναστάσεως και όχι πονεμένης ανάμνησης.

Όταν έρχονταν ο ιερέας, έτρωγε, έπινε και ευχόταν << Θεός σ’ χωρέστον >>. Μετά οι συγγενείς προσέφεραν σε γνωστούς και άγνωστους φαγώσιμα. Έτρωγαν και έπιναν και οι ήδη καθισμένοι γύρω από τον τάφο και εύχονταν << σ’ χωρεμένος να εν’ >>. Αν ο νεκρός αγαπούσε το τραγούδι και τον χορό, οι φίλοι με την συνοδεία της λύρας τραγουδούσαν τις χαρές του γύρω από τον τάφο. Ύστερα αφού εύχονταν ο ένας τον άλλον έφευγαν και συνέχιζαν το γλέντι στα λιβάδια και τις πλατείες.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Τα Χριστούγεννα κάθε σπίτι είχε και ένα γουρούνι. Την παραμονή το έσφαζαν και με το κρέας του έφτιαχναν <<γαβουρμά>> και <<τσιλγάνια>>, όπως τα λένε στα ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώναμε και το χρησιμοποιούσαμε σε πίτες και στα φαγητά. Φτιάχναμε ακόμα τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες. Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα και τους έδιναν αντί για λεφτά, ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές. Την πρώτη ημέρα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία τρώγαμε όλοι μαζί στο τραπέζι πατσά. Ένα άλλο έθιμο ήταν η προσφορά δώρων στα παιδιά από τον νονό τους και πολλές φορές ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στον νονό του και αυτό λεγόταν <<καλαντία>>.

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς διάλεγαν ένα μεγάλο κούτσουρο για να καίγεται στο τζάκι. Πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Το κούτσουρο αυτό το λέγανε <<καλαντοκάρ>>. Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε τη βασιλόπιτα που το φλουρί της ήταν μια δεκάρα. Έπειτα ο ίδιος ανακάτευε φουντούκια με νομίσματα και τα πετούσε ψηλά τρεις φορές λέγοντας ευχές για την νέα χρονιά. Ξημέρωμα πρωτοχρονιάς πηγαίναμε οι χωριανοί στη βρύση του χωριού. Αφήνανε εκεί τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα και έπαιρναν νερό (το θεωρούσαν αγιασμένο) για να ραντίσουν το σπίτι τους. Μετά έσπαζαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ρόδι για το γούρι. Ένα άλλο έθιμο ήταν να παίρνουν ένα κυδώνι και να το κόβουν σε κομμάτια ανάλογα με τα άτομα που ήταν στην οικογένεια. Μετά έβαζαν μια δραχμή μέσα σε ένα κομμάτι, το ανακάτευαν μέσα σε μια πετσέτα και διάλεγε ο καθένας από ένα. Σε όποιον τύχαινε η δραχμή αυτός μετά έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει κάτω στην πλατεία να τη γεμίσει νερό. Από αυτό το νερό θα έβαζε λίγο στα ζώα, θα κρατούσε λίγο να πλυθούν και λίγο για να πιούν. Μετά από χρόνια οι συνήθειες αυτές άλλαξαν.

Ένα άλλο γνωστό έθιμο των Ποντίων ήταν τα << Μωμογέρια >>. Ο Θεός Μώμος στην αρχαιότητα αποτελούσε την προσωποποίηση της σάτιρας και του σαρκασμού. Το έθιμο αυτό διαδραματίζεται μέχρι σήμερα στο χωριό, καθώς νέοι άνθρωποι βγαίνουν τραγουδώντας, χορεύοντας και σατιρίζοντας πρόσωπα στους δρόμους την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Λαϊκοί αυτοσχέδιοι θίασοι δίνουν παραστάσεις σε αυλές σπιτιών, σε διασταυρώσεις και στις πλατείες. Κάθε ομάδα συνοδευόταν από πάντοτε από οργανοπαίκτες, κάτι που ισχύει και σήμερα, καθώς η μουσική υπόκρουση θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για κάθε “παράσταση”. Οι ενδυμασίες των μεταμφιεσμένων που περιλάμβαναν μάσκες από δέρματα ζώων, δορές τράγου, αλεποουρές και ουρές λαγών, δείχνουν επίσης την αρχαϊκή καταγωγή του συγκεκριμένου εθίμου. Το περιεχόμενο των παραστάσεων είναι κατά κανόνα κωμικό και σε μερικές περιπτώσεις παίρνει και κοινωνικές διαστάσεις, υπάρχουν όμως και παραλλαγές με σοβαρό περιεχόμενο. Κεντρικό πρόσωπο σε κάθε παράσταση είναι η νύφη, που ενσαρκώνει τη βλάστηση και τη γονιμότητα της γης. Η σύγκρουση ενός νέου άνδρα και ενός γέρου για την κατάκτηση της, με την τελική νίκη του νεότερου, συμβολίζει την αντικατάσταση του παλιού χρόνου με τον νέο. Στο τέλος ακολουθούν πάντοτε χορός, τραγούδι και τρικούβερτο γλέντι. Ο σκοπός των παραστάσεων ήταν η συγκέντρωση φιλοδωρημάτων με τις εισπράξεις να μοιράζονται σε φτωχές οικογένειες ή ανάλογα με τις ανάγκες να πηγαίνουν στο ταμείο της κοινότητας, της σχολικής εφορείας ή της εκκλησιαστικής επιτροπής.

Ο χειμώνας λέγεται χειμός ή χειμουγκός και περιλαμβάνει τον μήνα Δεκέμβριο. Χριστιαννάρτς, Ιανουάριο καλαντάρτς και Φεβρουάριο- Κούντουρο. Όταν ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν στο σπίτι, κάνοντας παρεάκια (μαζεύονταν παρέες και έτρωγαν και έπιναν). Μα πιο πολύ περίμεναν τα καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάμους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό και έρχονταν και οι ξενητιμένοι. Καλαντόφωτα οι πρόγονοι έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων ή και το Δωδεκαήμερο. Με μεγάλη χαρά ετοιμάζονταν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή. Όσο για το δέντρο την παραμονή κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή μόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν και με κλαδιά ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν λεφτοκάρια (φουντούκια). Σε μερικά μέρη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα << εκαλαντίαζεν τ’ οσπίτ’ >> σκόρπιζε δηλαδή διάφορους καρπούς μέσα στην οικία λέγοντας << Άμον το ρούζ’ νε αούτα τα καλά αετσ’ πα να ρούζ’ νε απές σ’οσπίτ’ ν’ έμουν τ’ ευλοϊάς και τα καλοσύνας >>. Το γιορτινό τραπέζι της ημέρας το έστρωνε η νύφη και αν δεν υπήρχε η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.


 

Κάλαντα Χριστουγέννων

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον, χα καλή ώρα, καλή σ’ημέρα χα, καλόν παιδίν οψές γεννέθεν, οψές γεννέθεν, το βραδ’ αργάτε. Το γέννεσεν η Παναγία (Παναΐα), το ανάθρεψεν αεί Παρθένος. Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουάρι, εκατήβεν στο σταυροδρόμι. Έπιασαν ατό’ οι σκυλ Εβραίοι, χιλ Εβραίοι και μιλ’ Εβραίοι. Ας’ σα κρέντικα κι άσ’ στην καρδίαν, γαίμα έσταξεν, χολήν κι εφάνε γαίμα έσταξε, εμυροστάθεν.

Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμον όλον για μυριστ’ ατό και συ αφέντα. Σύ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα, έμπα σο ντουντάν κι έλα σην πόρταν. Φερ αυβάς και λεφτοκάρνα. Κι αν ανοί’ς μου χαρά ση πόρτας. Δέβα σο ταρέζ ή έλα σην πόρταν δώσ’ με το παχτσίς κι ας πάω δεβαίνω.

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου, κι αρχή του χρόνου.

Πάντα κάλαντα, παντά του χρόνου, πάντο του χρόνου.

Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν, κι αρχή κυδών εν.

Κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον, το μυριγμένον.

Εμυρίστεν ατόν ο κόσμος όλον, ο κόσμος όλον.

Για μύρισε ατό και εσύ αφέντα, καλέμ αφέντα.

Λύσον την κεσέ σ και δωσ’ παράδας και δωσ’ παράδας.

Κι αν ανιοιείς μας χαράς σην πόρτας σ, χαράν σην πόρτα σ’.

Χρόνια Πολλά, πάντα και του χρόνου.

Καλή Χρονιά και σ’ όλα τα σπίτια υΐαν κι ευλογίαν.

 

Το έθιμο του Κλήδονα

Είναι το έθιμο της φωτιάς, με πανάρχαιες ρίζες, γνωστό από τα βυζαντινά χρόνια όπου και απαγορεύτηκε (το 681 μ.Χ.) ως ειδωλολατρικό. Στις 23 και 24 Ιουνίου, παραμονή και ανήμερα της γέννησης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου σε αυλές και σε πλατείες ανάβουν φωτιές και οι νέοι και οι νέες πηδούν τρεις φορές σταυρωτά. Έτσι ο Άγιος Γιάννης γίνεται Λαμπαδιάρης ή Λαμπαδιστής ή Λαμπροφόρος. Είναι ακόμα Κλήδονας ή Φανιστής ή Ποτρόπης ή Ριζικάρης ή Ριγανάς. Για τους Πόντιους είναι ο Αγιλοτρούπης, ονομασία που πιθανώς προέρχεται από τη θερινή τροπή του ήλιου, καθώς η γιορτή συνέπιπτε με το θερινό ηλιοστάσιο.

Την παραμονή της γιορτής, οι ανύπαντρες γυναίκες έβαζαν μέσα σε ένα πλατύστομο σταμνί ένα αντικείμενο τους, συνήθως κόσμημα. Μετά έδιναν το σκεύος σε πρωτότοκο παιδί και το έστελναν να το γεμίσει νερό, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν. Άλλη εκδοχή ήταν ότι το έφερναν οι ίδιες οι κοπέλες και πάλι αμίλητες. Το σταμνί έμενε όλο το βράδυ έξω, κάτω από τα άστρα και το φεγγάρι, σκεπασμένο με ένα κόκκινο ύφασμα προκειμένου να μαγευτεί και να φανερώσει την τύχη των κοριτσιών. Σε άλλη εκδοχή του εθίμου, οι ανύπαντρες εκείνο το βράδυ ονειρεύονταν τον μελλοντικό άντρα τους. Την επόμενη μέρα όλες οι κοπέλες αμίλητες, πήγαιναν στην εξοχή για του κλήδονα, τη μαντεψιά. Μια πρωτότοκη με νυφική καλύπτρα στο κεφάλι βάζει το χέρι της στο δοχείο και βγάζει αντικείμενα λέγοντας παράλληλα δίστιχα. Κάθε δίστιχο αντιστοιχεί στον κάτοχο του αντικειμένου και κατά κάποιο τρόπο φανερώνει το μέλλον της. Η τελετή κλείνει με γλέντι και τραγούδι ως το πρωί. Επίσης οι νοικοκυρές έπρεπε να καθαρίσουν τα σπίτια, να ξεσκονίσουν και να σφουγγαρίσουν, περιμένοντας την τύχη τους ο Αι- Γιάννης πίστευαν ότι φέρνει τύχες. Τέλος θεωρείται ότι άναβαν την πυρά με τσίκαντα, δηλαδή με ξερόκλαδα από έλατα που μάζευαν τα παιδιά. Το ξημέρωμα πήγαιναν στο εκκλησάκι του Βαζελώνα που πανηγύριζε και έβλεπαν πως γύριζε ο ήλιος.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2954
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
ΠΟΡΦΙΡΙΔΗ
Όνομα
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Εικόνες