Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΚΑΒΑΛΑΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α. Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

<< Παιδάκι μου, οι προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα άρχιζαν την ημέρα της Αγίας Βαρβάρας. Εμείς οι γυναίκες φτιάχναμε το φαγητό <<βαρβάρα>> με σιτάρι και <<μελόπιτες>> και τις μοιράζαμε στην γειτονιά μας. Τις <<μελόπιτες>> τις ετοίμαζε κάποιος ηλικιωμένος από την οικογένεια με μέλι, με σιτάρι, με καρύδια και με αλεύρι που πρόσφερνε η γειτονιά. Με το μέλι της πίτας σχημάτιζαν σταυρό στην πόρτα του σπιτιού. Εμείς οι νοικοκυρές για τα Χριστούγεννα φτιάχναμε πολλά πράγματα. Φτιάχναμε <<πίτες>> από αλεύρι από καλαμπόκι, <<αλευροχαλβά>>, <<κατμέρια>> και <<πουρμά>>, που είναι ένα είδος σιροπιαστού γλυκού. Επίσης, φτιάχναμε <<κετέ>>, <<ιτσλές>>, <<σουμπορεγί>>, <<κεσκέκ>>, <<κανταΐφι>>, <<μπακλαβά>>. Άλλες γυναίκες φτιάχνανε <<κουλούρες>> και <<χριστόψωμα>>. Ζύμωναν τα <<χριστόψωμα>>, που είχανε μέσα καρύδια και όταν κρύωναν έριχναν από πάνω μέλι. Πάνω στα <<χριστόψωμα>> κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού. Στολίζαμε ένα τραπέζι πλάι στο καραβάκι μας το Χριστουγεννιάτικο, που είχε επάνω όλα τα καλά που φτιάξαμε εμείς  οι γυναίκες και το τραπέζι αυτό το λέγαμε το <<τραπέζι της Παναγίας>>. Τα παιδιά, που έρχονταν στις 24 του Δεκέμβρη να μας πούνε τα κάλαντα εκτός από τη λύρα και το ζουρνά ή έναν τενεκέ που χτυπούσαν με ξύλο, κουβαλούσανε και ένα καράβι, που το εφτιάξανε τα ίδια τα παιδιά με χαρτόνι και ένα λεπτό σανίδι. Μερικές φορές φώτιζαν με κεριά τα καραβάκια τους και προσπαθούσαν να τα κάνουν κάθε χρόνο όλο και πιο ωραία, για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Πριν αρχίσουν να ψέλνουν, κάποιος από την παρέα έλεγε τον πολυχρονισμό, αρχίζοντας από τον αρχηγό της οικογένειας και καταλήγανε στο πιο μικρό παιδί: << ο Θεός να πολυχρονίζει τον κύριο τάδε >> και μετά έψελναν. Εμείς δεν τους δίναμε ποτέ λεφτά, αλλά τους δίναμε χαρούπια, καρύδια και καραμέλες ”. 



ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΜΑΣ

  1. << Καλημέρα σας και πολλούς χρόνους υγείαν και χαρά στον νοικοκύρη υγείαν και χαρά στα παλικάρια. Έξω στην αυλή και στο παλάτι στέκουν θυμίζουν τα παλικάρια, στέκουν θυμίζουν εσένα, αφέντη. Έ, αφέντη μας, μα μη κοιμάσαι. Οψεζνί βράδυ καλή βραδύ εν, οψεζνί βράδυ Χριστός γεννέθεν, οψές γεννέθεν και αύριο εστάθειν, γράφει γράμματα, βαστά βαγγέλια, γράφει γράμματα και πάλ’ εγνώθι, αρχοντόπουλο και καλαμιόνι, μύρος έτουνε και μυροϊδόνι και μυρόδισεν όλον τον κόσμον, εμυρόδισε κ’ εσένα, αφέντη. Έ, αφέντη μας, να μη κοιμάσαι, άψο το κερί κι έλα σην πόρτα >>.

 

  1. << Ιδού ο χρόνος πέρασε και ήρθεν η ημέρα της του Χριστού γεννήσεως και ταύτη τη εσπέρα. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτήσις όλη. Εντός της φάτνης τίκτεται υπό σπηλαίους θόλου ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων. Τρεις μαγιδώους έτρεφε μια ξυρία χώρα, βαστούσαν σμύρναν και χρυσόν και λίβανον ως δώρα. Χοροί αγγέλων ψάλλουσι το δόξα εν υψίστοις και υπό ποιμένων άδεται του ξύμπαντος ο κτίστης. Ως οδηγόν υπέρλαμπρον αστέρα ακολουθούσι. Ελθόντες εις το σπήλαιον το βρέφος προσκυνούσιν >>.

 

  1. << Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον χα! Καλή ώρα, καλή σ’ μέρα χα! Καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν οψέ γεννέθεν ουρανοστάθεν τον εγέννεσεν η Παναγία τον ενέστεσεν σε παρθένος. Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι σταυροδρόμι και μυροδρόμι. Ερπαξάν αυτόν οι χιλ Εβραίοι χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι. Α σαρχοντικά κι οι σην καρδίαν αίμα έσταξεν χολήν κι εφάνθεν σύμπαν έσταξεν και μύρος έτον μύρος έτον και μυρωδία. Εμυρίστεν αυτό ο κόσμος όλον για μυρίστ’ ατό κι εσύ αφέντα μου συ αφένταμ καλέ αφένταμ. Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρια και θυμίζνε τον νοικοκύρην νοικοκύρην και βασιλέαν. Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν δος μας ούβας και λεφτοκάρα κι αν ανιοιείς μας χαρά σην πόρτα σ’ >>.

 

(Καρακασίδου Ελένη) 

 

Β. Το Δωδεκαήμερο (25- Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου)

<< Την ημέρα των Χριστουγέννων πρωί- πρωί πριν φωτίσει ο ήλιος χτυπούσε η καμπάνα. Αμέσως, σηκωνόμασταν από τα στρωσίδια μας, βάζαμε τα καλά μας ρούχα, για να πάμε στην εκκλησία. Ένα παράξενο πράγμα κορτσόπο μ’, εκείνη την ημέρα ήταν πως ούτε τα μωρά έκλαιγαν που τα σκώναμε τόσο νωρίς. Στην εκκλησία καθόμασταν με προσοχή να ακούσουμε τα λόγια του ψάλτη και του παπά και τέλος να μεταλάβουμε. Όλοι μεταλαμβάναμε. Και ο παπάς φορούσε την ωραία την στολή του, τα κεριά τρεμόσβηναν γιατί στην πατρίδα παιδί μ’ δεν είχαμε ηλεκτρισμό, μόνο είχαμε κεριά και φαναράκια και λάμπες πετρελαίου. Μόλις ερχόμασταν από την εκκλησία εμείς οι γυναίκες στρώναμε το τραπέζι για το γιορτινό φαγητό. Πρωί- πρωί τρώγαμε εκείνη την ημέρα, για να πάμε μετά στους δρόμους, στις πλατείες, στις αυλές των συγγενών να χορέψουμε με την λύρα. Ακόμα, και οι άρρωστοι εκείνη την ημέρα σηκώνονταν από τα κρεβάτια τους, για να χαρούν τη γιορτή.  Τρώγαμε εκείνη την ημέρα και το <<χριστόψωμο>>.

 (Τσαρουχίδου Δέσποινα) 

 

ε. Κινητές εορτές

Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, Μετά το Πάσχα ως την πεντηκοστή

<< Εμείς παιδί μ’, περιμέναμε με αγωνία το Πάσχα και την Ανάσταση του Κυρίου, γιατί νηστεύαμε όχι μόνο από το φαγητό αλλά και από την διασκέδαση. Παιδιά και μεγάλοι νήστευαν. Τα μικρά παιδιά, για να μην ζητάνε να φάνε, οι μητέρες κρεμούσαν στη μέση του δωματίου ένα μεγάλο κρεμμύδι με φτερά και έλεγαν, ότι είναι ένας άγγελος που ήρθε να πάρει την ψυχή όποιου ανθρώπου δεν κρατούσε την νηστεία. Την Μεγάλη Πέμπτη εμείς οι γυναίκες βάφουμε αυγά, μαζεύουμε λουλούδια, αφού κόβουμε το κοτσάνι τους και το κάθε ένα το βάζουμε επάνω σε άλλο αυγό και μετά τα τυλίγουμε με τα λουλούδια τα αυγά, τα δένουμε και τα βράζουμε με φύλλα από κρεμμύδι. Όλη την Μεγάλη εβδομάδα το βράδυ πηγαίνουμε στην εκκλησία και εμείς οι γυναίκες το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης ξενυχτάγαμε στην εκκλησία στολίζοντας τον επιτάφιο. Την άλλη ημέρα όλος ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία, για να προσκυνήσει τον επιτάφιο και κρατούσανε λίγα λουλούδια στο χέρι και μετά γινότανε η περιφορά του επιταφίου με πομπή. Όλη την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής δεν βάζαμε μπουκιά στο στόμα μας, κρατούσαμε άκρα νηστεία, γιατί σαν την Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός πέθανε και πήγε στον κάτω κόσμο να κηρύξει και εκεί το Ευαγγέλιο. Και το νερό με την σταγόνα το πίναμε. Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί μετά την πρώτη Ανάσταση πηγαίναμε τα παιδιά σε όλα τα σπίτια να πούνε τα κάλαντα και μετά έμπαιναν μέσα στα σπίτια και φιλούσαν ολονών τα χέρια, έπαιρναν δώρο και έφευγαν. Μετά έρχονταν οι μεγάλοι και έψελναν τα κάλαντα με όργανα. Τα μεσάνυχτα που γινότανε η Ανάσταση οι πιστοί όλοι μαζευόντανε στη εκκλησία και ακούγανε το << Χριστός Ανέστη >> ανάβανε κεριά και τσουγκρίζανε τα αυγά και γυρνώντας στο σπίτι μας ένας από κάθε οικογένεια έπρεπε να πάει το Άγιο Φως μέχρι το σπίτι. Όταν έφτανε στο σπίτι στον τοίχο επάνω από την πόρτα έπρεπε να σχηματίσει τρεις σταυρούς με το Άγιο Φως και μετά έμπαινε μέσα στο σπίτι και άναβε την καντήλα με το Άγιο Φως. Και τα λουλούδια που παίρναμε από τον επιτάφιο τα βάζαμε στο εικονοστάσι μας. Μετά καθόμασταν όλοι μαζί και τρώγαμε <<μαγειρίτσα>>. Την ημέρα του Πάσχα φορούσαμε όλοι τις καλές μας φορεσιές και με τις λύρες βγαίναμε έξω στις πλατείες και τρώγαμε από την σούβλα το αρνάκι μας και πίναμε και τραγουδούσαμε και χορεύαμε ποντιακούς χορούς. Ψήνοντας το αρνί μας η λύρα έπαιζε και τα ποτήρια ήταν γεμάτα με κρασί και με ρακί που πηγαίνανε και ερχότανε. Και με τους γείτονες μας αν λέγαμε καμία λέξη το Πάσχα φιλιόμασταν και τους καλούσαμε όλους στο τραπέζι μας. Ξέχασα να σου πω παιδάκι μ’, ότι το Πάσχα πηγαίναμε στου πεθερού το σπίτι όλο το σόι και η κάθε νοικοκυρά έφερνε μαζί της το δικό της φαγητό. Το Πάσχα η οικογένεια δεν ήταν τόσο αυστηρή και έτσι ο καθένας τραγουδούσε, χόρευε, έτρωγε και έπινε. Να μην ξεχάσω να σου πω, ότι όποιος ήθελε εκείνη την ημέρα, πήγαινε και χτυπούσε την καμπάνα. Το απόγευμα στον εσπερινό της Αγάπης πηγαίναμε όλοι να δώσουμε μέσα στην εκκλησία γνωστοί και άγνωστοι το φίλημα της αγάπης. Μόνο το Πάσχα φιλούσαμε στο πρόσωπο τους ανθρώπους, εκτός από το χέρι. Από όλους τους Αγίους κορτσόπο μ’, πολύ ευλαβούμασταν τον Αι- Γιώργη. Ξέρεις πότε γιορτάζει κορτσόπο μ’;  Συνήθως η γιορτούλα του πέφτει δεύτερη ημέρα του Πάσχα. Πολλά μοναστήρια και εκκλησίες είναι ταμένα στη χάρη του. Πόντιοι και Αι- Γιώργης ίσων ένα πράγμα. Και επειδή έπεφτε δεύτερη ημέρα του Πάσχα συνήθως εμείς το συνεχίζαμε και την ημέρα της χάρης του. Σουβλίζαμε και εκείνη την ημέρα αρνιά και πίναμε και γλεντούσαμε, αφού πρώτα όμως πηγαίναμε στην εκκλησία για την λειτουργία και κάναμε περιφορά της εικόνας. Έτσι το Πάσχα το κάναμε να διαρκεί τρεις μέρες και τρεις νύχτες >>.

 (Τσιρκανίδου Συμέλα)

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2870
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
ΤΣΑΧΟΥΡΓΙΑΝΙΔΟΥ
Όνομα
ΜΑΡΙΑ