Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΝΕΑΣ ΚΑΡΒΑΛΗΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου)
Έθιμο Καππαδοκίας “Σάγια” Παραμονή των Θεοφανίων
“ Το έθιμο προέρχεται από το χωριό Γκέλβερι της Καππαδοκίας και έχει σκοπό του τη καλοχρονιά. Κάθε τέτοια μέρα οι πιστοί ανάβουν μια μεγάλη φωτιά στο κεντρικό σημείο του χωριού, μπροστά από το κτήριο της Παλαιάς Κοινότητας, πιάνονται χέρι- χέρι και χορεύουν και τραγουδούν γύρω από τη φωτιά, για να διώξουν τα κακά πνεύματα και τους καλικάντζαρους. Πριν ανάψουν την φωτιά μαζεύονται όλοι μαζί και ψάλλουν τα κάλαντα της Καππαδοκίας για τα Θεοφάνια ”.
(Νίκος Παρασκευόπουλος)
“ Πρωί πρωί πηγαίνουμε στην εκκλησία και παίρνουμε τον μικρό αγιασμό (ο μεγάλος αγιασμός γίνεται την μέρα των Θεοφανίων) τον πίναμε και αφήναμε λίγο για το σπίτι. Με αυτόν βρέχαμε τα ζώα, τους κήπους και τα χωράφια για καλοτυχία. Όσο περίσσευε το βάζαμε στο εικονοστάσι με τις υπόλοιπες εικόνες μέχρι τον άλλο χρόνο. Μετά σχηματίζαμε ομάδες και πηγαίναμε να πούμε τα κάλαντα, μαζεύαμε δώρα, τα οποία τα τρώγαμε την επόμενη μέρα όλοι μαζί και όσα περισσεύανε τα πουλούσαμε και τα χρήματα ή τα μοιράζαμε ή τα δίναμε στο σύλλογο. Κάποιες ομάδες εκείνη τη μέρα μεταμορφώνονταν σε “Σάγια”. Διάλεγαν μια μεγάλη κιλότα την οποία να μπορέσουν να την βάλουν μέχρι τον λαιμό, είχαν μόνο το κεφάλι έξω και φορούσαν κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια. Βγαίνανε έτσι για κάλαντα και φωνάζανε ότι ήρθε η σάγια και αν την άκουσαν ”.
(Βασίλης Παρασκευόπουλος)
“ Την παραμονή (Θεοφανίων) μόνο νηστίσιμα τρώγαμε. Φακές, φασόλια, σταφίδες, τουρσί, δαμάσκηνα και βερίκοκα. Την ίδια μέρα ζυμώναμε και τις πίτες για τα Θεοφάνια.
Το βράδυ της παραμονής όλοι πηγαίναμε στο άναμμα της φωτιάς, την φωτιά αυτή τη λέγαμε “κελεμέν” ή “Φώτων”. Από νωρίς κουβαλούσαμε κληματόβεργες και άλλα ξύλα και τα μαζεύαμε όλα μαζί. Μαζευόμασταν πολλοί μαζί και ο παπάς ρωτούσε, ποιος ήθελε να ανάψει την φωτιά και τι πρόσφερε στην εκκλησία. Ο καθένας έδινε ό,τι μπορούσε και στο τέλος όποιος έταζε το μεγαλύτερο ποσό, εκείνος άναβε τη φωτιά Έκανε τον σταυρό του και την προσευχή του και άναβε τη φωτιά. Οι φλόγες ανεβαίνανε πολύ ψηλά και όλοι χορεύανε και τραγουδούσανε γύρω από τη φωτιά. Όλοι όμως βλέπαμε που θα πάει ο καπνός, αν πήγαινε στην Ανατολή η σοδειά θα ήταν πλούσια, αν πήγαινε στη Δύση, στο Βορρά ή στον Νότο, μόνο τα σπίτια του χωριού που ήταν σε εκείνα τα σημεία θα είχαν καλή σοδειά. Όταν χαμήλωνε η φωτιά τα παιδιά πηδούσανε από πάνω της τρεις φορές.
Όταν ποια έσβηνε η φωτιά άλλοι παίρνανε καμένα ξύλα για το τζάκι τους ως γούρι και άλλοι παίρνανε κάρβουνα να τα βάλουν στο θυμιατήρι τους. Στο τέλος μαζεύανε την στάχτη και την κρατούσαν πίσω από το ιερό της εκκλησίας ” .
(Στέλλα Κεΐσογλου)
δ. Απόκριες
“ Τις απόκριες όλοι πηγαίνουν συνήθως στην Ξάνθη, αλλά και στο χωριό μας γίνεται μια πολλή μικρή παρέλαση, που καταλήγει σε γλέντι, χορό και τραγούδι. Το κύριο μέρος των αποκριών είναι το κάψιμο του καρνάβαλου την τελευταία Κυριακή των αποκριών, πριν την Καθαρά Δευτέρα.
Στην πλατεία κρεμάμε σε ένα σημείο τον καρνάβαλο και του βάζουμε φωτιά, αυτό γίνεται για να δείξουμε ότι τελείωσε η αποκριά και ξεκινάει η νηστεία. Τρώμε, χορεύουμε και τραγουδάμε. Οι γυναίκες του χωριού έχουν μαγειρέψει όλες μαζί σε μεγάλες κατσαρόλες φασολάδα και γίδα και φτιάχνουνε και ταραμά. Οι άντρες ανάβανε φωτιές και ψήνανε διάφορα κρέατα για τελευταία φορά γιατί μετά ξεκινούσε η νηστεία. Επίσης μαζί με το κάψιμο του καρνάβαλου και τις φωτιές για τα κρέατα άναβαν ακόμη μία για να πηδήξουν τα παιδιά από πάνω, είναι κάτι σαν παιχνίδι και τρόπος αποχαιρετισμού των αποκριών ”.
(Τάσος Θωμάτογλου)