Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΓΡΑΤΙΝΗ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Α. Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα .
Τη σαρακοστή , σαράντα μέρες δηλαδή πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων όλο το χωριό πιστοί στη θρησκευτική μας λατρεία νηστεύαμε ,τρώγαμε δηλαδή μόνο οτιδήποτε δεν προερχόταν από ζώα και εκείνες τις μέρες δεν χορεύαμε καθόλου .
Β. Το Δωδεκαήμερο ( 25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου )
Παραμονή της γιορτής των Χριστουγέννων τα παιδιά του χωριού έβγαιναν και γυρνούσαν από το σπίτι σε σπίτι τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά γλυκίσματα για ανταμοιβή .
Τα παραδοσιακά τραγούδια ως παιδιά ήταν πολλά . Μερικά από αυτά είναι τα εξής :
Χριστούγεννα πρωτούγεννα πρωτή γιορτή του χρόνου απόψε ο Χριστός γεννήθηκε και ο κόσμος δεν το ξέρει γεννήθηκε , βαπτίστηκε στους ουρανούς κει πάνω και απάνω από τους ουρανούς και μας καλεί μας φέγγει , μας φέγγει λάδι και κερί και του καιρού θυμάρια και του καιρού χαλάσματα για τα άγια μοναστήρια , τα άγια μοναστήρια συμαίναν και οι εκκλησίες διαβάζουν , διαβάζοντας και ψέλνοντας και του Χριστού τα πάθη .
[ Λέου Ηλίας ]
Δέσποτα μου στον οίκο σου
Δέσποτα στον οίκο σου χρυσή καντύλα καίεις
Και όταν βάζεις λάδι και κερί φέγγει στη γειτονία σου
Και αν βάλεις μοσχολίβανο φέγγει στον μαχαλά σου
Και από τα παράθυρα σου φέγγει στην οικουμένη
Σήκω παπά μου και άλλαξε και βάλε τα νερά σου
Και πάρε ωτο αργυρόμπρικο νύφε το πρόσωπο σου
Πάρε και τ αργυροχτενο χτεν σε τη κεφαλή σου
Να πας παπά μ στην εκκλησιά να πάει όλος ο κόσμος
Να πάει ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο
Και βάλε τους επιτρόπους
Για να μάθει όλος ο ντουνιάς πως ο Χριστός γεννιέται
Χριστός γεννιέται
Χριστός γεννιέται , σαν νιό φεγγάρι σαν νιό φεγγάρι , σαν παλικάρι
Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο , χαρά στον κόσμο όλο στην οικουμένη
Σαράντα μέρες ,σαράντα νύχτες η Παναγιά μας καρδιοπονούσε , καρδιοχτυπούσε παρακαλούσε τους άγιους όλους και αποστόλους
Σαν ήλιος φέγγει , σαν νιο φεγγάρι , σαν νιο φεγγάρι σαν παλικάρι
{ Αμουτζάς Χρύσανθος }
Ανήμερα των Χριστουγέννων η καμπάνα χτυπούσε τα ξημερώματα και όλοι οι χριστιανοί πηγαίναμε στην εκκλησία για να εκκλησιαστούμε. Αφού εκκλησιαζόμασταν πηγαίναμε στα σπίτια μας και τρώγαμε την μπάμπω , τα έντερα του χοιρινού. Λίγες μέρες πριν είχαμε σφάξει το γουρούνι , το είχαμε παστώσει το κρέας του και το λαρδί του το είχαμε κάνει λίγδα. Έτσι από εκείνο το μεσημέρι και για τις επόμενες τρεις μέρες γλεντούσαμε , πίνοντας κρασί τρώγοντας το χοιρινό και χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς .
{ Αμουτζά Χρυσούλα }
{ Ύπαρξη φωτογραφίας }
Λεζάντα: Ντυμένοι με τις παραδοσιακές στολές του χωριού οι νέοι χορεύουν τους παραδοσιακούς χορούς σε κάθε μεγάλη γιορτή .
Πρωτοχρονιά
Την πρωτοχρονιά τα ξημερώματα χτυπούσε η καμπάνα και πηγαίναμε στην εκκλησία για την Θεία λειτουργία από εκεί όλοι οι κάτοικοι πηγαίνουμε ακόμα και σήμερα καθ’ οδόν στο ποτάμι κοντά στα πλαπανούδια . Εκεί βρέχουμε τα μέτωπα μας με νερό και παίρνουμε, μέσα από το ποτάμι , μία πέτρα κατά προτίμηση άσπρη για να πάει καλά η χρονιά .
Από εκεί πηγαίνουμε στο σπίτι για να κόψουμε το ψωμί που έχει φτιάξει η μάνα μας ειδικά για την ημέρα της πρωτοχρονιάς . Αυτό που θα βρει τον παρά που είναι κρυμμένα μέσα στο ψωμί θα είναι ο τυχερός του νέου έτους . Με αυτόν τον παρά θα ανάψει ένα κερί στην εκκλησία όχι για να τον χρησιμοποιούσε ως χρήμα για να αγοράσει κάτι. Σε λίγη ώρα αφού τελειώσει το ψάξιμο του παρά θα αρχίσουν τα παιδιά να λένε τα κάλαντα.
Τα παιδιά κάθε οικογένειας κάναμε πρώτα στο δικό μας σπίτι ποδαρικό . Καθόμασταν σε βαθύ κάθισμα και σκαλίζοντας με τα χέρια μιμούμενα την κλώσα ψιθυρίζαμε κλό κλό- κλό . Σ την συνέχεια επισκεπτόμασταν τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού. Μόλις φτάναμε στην αυλή φωνάζαμε δυνατά : << κάλαντα - κάλαντα , κουλέτα κουλέτα >> , η νοικοκυρά του σπιτιού αφού μας έβαζε να μιμηθούμε την κλώσα μας έδινε ψωμί , ειδικά φτιαγμένο για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς που τα ονομάζουμε «κάλατα» και αποξηραμένα σύκα ή ξυλοκέρατα . Με το έθιμο αυτό προσπαθούμε να εξευμενίσουμε τα χρόνια για να μπορέσουν να βγάζουν πολλά πουλάκια . Το απόγευμα στηνότανε γλέντι στην πλατεία από τον πρόεδρο της κοινότητας . Οι νέοι χόρευαν ντυμένοι με τις παραδοσιακές στολές τους , παραδοσιακούς χορούς , υπήρχε άφθονο χοιρινό κρέας και με τα ποτήρια με το κρασί τσούγγριζαν συνέχεια ξεστομίζοντας όλοι ευχές για το νέο έτος .
{ Λέου Ηλίας }
Θεοφάνια
Παραμονή των Θεοφανίων τα παιδιά γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια του χωριού και λέγανε τα κάλαντα των Φώτων .
<< Σήμερα τα φώτα και ο φωτισμός και η χαρά μεγάλη και ο αγιασμός ,
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό είναι η Παναγιά μας και η Δέσποινα Λίβανα κρατάει και κερί και τον Αί-Γιάννη παρακαλεί
Αί-Γιάννη πρόδρομε βάφτισε το γιο μου τον μονογενή πως να τον βαφτίσω Θεού παιδί
Θα ανέβω πάνω στους ουρανούς θα μαζέψω λίβανα και ένα κερί και θα το βαφτίσω Θεού παιδί>>.
Ανήμερα των Θεοφανίων πηγαίνουμε στην εκκλησία το πρωί για την λειτουργία . Μετά την λειτουργία ο παπάς έπαιρνε το σταυρό και κατευθυνόταν στο ποτάμι όλοι οι Χριστιανοί τον ακολουθούσανε , ο παπάς ήτανε πάνω στη γέφυρα και οι χωριανοί κάτω δίπλα στο ποτάμι. Δίπλα στο παπά ήμασταν τα νεαρά αγόρια του χωριού και περιμέναμε να ρίξει τον σταυρό να βουτήξουμε και να τον πιάσουμε . Το παιδί που θα έπιανε το σταυρό θα ήταν ευλογημένο για ολόκληρο το νέο έτος .
Μετά τη ρήξη του σταυρού , ο νικητής κρατώντας τον σταυρό μαζί με τα υπόλοιπα παλικάρια που συμμετείχαν κρατώντας έναν δίσκο και ΄να σκαμπό κάναμε τη γύρα του χωριού , πηγαίνοντας σε όλα τα σπίτια . Βάζαμε τον νοικοκύρη του σπιτιού να κάτσει στο σκαμπό , τινάζοντας τον ψηλά φωνάζαμε ‘’ άξιος ‘’. Αυτός μας αντάμειβε με χρώματα ενώ η νοικοκυρά μας κερνούσε γλυκά . Αργότερα πάλι στο χωριό οργανώνονταν γιορτή με φαγοπότι προς τιμή του Αγίου της γιορτής και του παλικαριού που είχε καταφέρει να πιάσει το σταυρό .
[ Αμουτζας Χρύσανθος ]
{ Ύπαρξη φωτογραφίας }
Γ. Η εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου
Την ημέρα της 25ης Μαρτίου το πρωί πηγαίνουμε στην εκκλησία και ακούγαμε ¨ το Απολυτίκιο του Ευαγγελισμού ¨ : Σήμερον της σωτηρίας υμών το κεφάλαιον και του απ΄αιώνος μυστηρίου και φανέρωσις ο θιός του Θεού , ο υιός της Παρθένου γίνεται και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται . Διό και ημείς σύν αυτώ τω Θεοτόκω βοήσωμεν . Χαίρε Κεχαριτωμένη , ο Κύριος μετά σου .
Αλλά και ο ¨ Υπερμάχω ¨ : Τη Υπερμάχω σταρτηγώ τα νικητήρια , ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστηρια , αναγράφω σοι η πόλις σου , Θεοτόκε αλλ΄ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον , εκ παντοιών με κίνδυνων ελευθερώσον , ίνα κράζω σοι Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.
Αργότερα τα παιδιά παρελαύνουν προς τιμή της εορτής .
{ Αμουτζάς Χρύσανθος }
Δ. Οι Απόκριες
Την Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα , Δευτέρα πηγαίνουμε στην εκκλησία μετά μασκαρευόμασταν και βγαίνουμε στην πλατεία για γλέντι. Συνήθως ντυνόμασταν γέροι , παπάδες τα αγόρια κορίτσια και τα κορίτσια άντρες. Έναν άνθρωπο τον ντύναμε αρκούδα και τον γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψει λεφτά . Την επομένη , δηλαδή την καθαρά Δευτέρα ήταν η πρώτη μέρα της νηστείας της Σαρακοστής . Το πρωί πετούσαμε πάνω στον καλέ τους χαρταετούς και το μεσημέρι κατεβαίναμε στην πλατεία για να φάμε λαγάνα , ταραμά και τα φασολάκια που έβραζε στα μεγάλα καζάνια.
{ Αμουτζάς Χρύσανθος }
Ε. Σαρακοστή , Πάσχα ,μετά το Πάσχα εώς την Πεντηκοστή
Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής οι χριστιανοί νηστεύαμε από τις ζωικές τροφές και δεν γλεντούσαμε ούτε χορεύαμε . Παραμονή της Κυριακής των Βαΐων δηλαδή ανάμεσα στο Σάββατο του Λαζάρου , τα παιδάκια ανά δυο κρατώντας από το χέρι πάνινα κουτιά με άχυρα που κατασκεύαζε η μητέρα μας και με ένα καλαθάκι στο άλλο χέρι επισκεπτόμασταν ένα ένα τα σπίτια του χωριού . Τραγουδούσαμε κουνώντας τα κουτιά μας μπρος πίσω το παρακάτω τραγούδι :
«Βάγια βάγια των βαγιών της λαμπρής της Κυριακής μέσα βάγια και χαρά έξω φίλοι ποντικοί . Καλή μέρα σας , καλή χρονιά σας καλώς βρήκαμε τα αφεντικά σας »
Χελιδόνι πέρασε απ΄τη μαύρη θάλασσα έκατσε και λάλησε –λάλησε τα γράμματα :
«Συ καλή νοικοκυρά δώσε μας τα πέντε αβγά και πάρε συ την κλωσαριά να γεννά και να ψηλώνει και να σέρνει τα πουλιά και του χρόνου πάλι» .
Οι νοικοκυρές τότε αντάμειβαν τα παιδάκια με αβγά για να συνεχίσουν στο επόμενο σπίτι.
{ Αμουτζά Χρυσούλα }
Ακολουθούσε η Μεγάλη Εβδομάδα στην οποία πηγαίναμε κάθε μέρα στην εκκλησία . Οι σημαντικότερες μέρες ως είναι:
Μεγάλη Πέμπτη : το πρωί βάφαμε τα αβγά κόκκινα , τα οποία συμβολίζουν το αίμα του Χριστού . Το απόγευμα στην εκκλησία λεγόταν τα 12 Ευαγγέλια . Όλη την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής η καμπάνα του χωριού χτυπούσε πένθιμα. Τη καμπάνα του χωριού τη χτυπούσαν τα αγόρια του χωριού το καθένα με τη σειρά του. Το βράδυ βγάζαν τον επιτάφιο και κάναμε τον γύρο ου χωριού . Γυναίκες μυροφόρες μυρολογούσαν το μοιρολόι του Χριστού :
« Σήμερα μαύρος ουρανός , σήμερα μαύρη μέρα , σήμερα όλοι κλαίγονται και τα βουνά λυπούνται , σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι , οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι , ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι να λάβει δείπνο μυστικό για να το λάβουν όλοι. Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της , την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της . Ακούει εξ’ ουρανού φωνή και απ’ αρχαγγέλου στόμα : Σώνουν τα κύρα μου οι προσευχές , σώνουν και οι μετάνοιες . Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έξω στην πόρτα βγήκε , βλέπει τον ουρανό θαμπό και τα άστρα βουρκωμένα και το φεγγάρι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο . Να και ο Γιάννης Πρόδρομος στην Παναγιά να λέει :
Τον γιο σου τον έπιασαν οι άνομοι Εβραίοι , οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρεις καταραμένοι . Σαν κλέφτη τον επιάσανε και στην φωτιά τον πάνε και του Πιλάτου την αυλή , εκεί τον τυραννάνε. Χάλκια –χάλκια φτιάσε καρφιά , φτιάσε τρία περόνια . Και εκείνος ο παράνομος βάζει και κάνει πέντε . Παράνομε και αν τα φτιάξες πρέπει να μας τα διατάξεις , τα δυο βάλτα στα χέρια και τα άλλα δυο στα πόδια , το πέμπτο το φαρμακερό βάλτο στην καρδία του να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του . Η Παναγιά σαν τ΄άκουσε λιγοθυμία της ήρθε , στάμνες νερό της χύνανε και δυο σταμνιά του μόσχου και τρίτο το ροδόσταμνο ώσπου να έρθει στον νου της και σαν ήρθε στο λογικό ζητεί μαχαίρι να σφαχτεί , γκρεμό για να γκρεμίσει ζητεί αργυροψάλιδο και για να κόψει τα μαλλιά της . Να και ο Γιάννης ο Πρόδρομος γλυκά τον παρακαλεί μην γκρεμίσει μανούλα μου , θα γκρέμει ο κόσμος όλος , θα γκρέμουν και οι νιόπαντρες για τους καλούς τους άνδρες. Λάβε κυρά υπομονή , λάβε κυρά άνεση , έναν υιό μονογενή και εκείνον σταυρωμένο. Η Μάρθα , η Μαγδαληνή και η μάνα του Λαζάρου και του Ιακώβ η αδερφή και οι τέσσερις αντάμα . Πήραν τον δρόμο , το δρομί πήραν το μονοπάτι , το μονοπάτι τους έβγαλε ως του ληστού τις πόρτες . Βλέπουν τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα και τα μικρά παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα . Η Παναγιά η Δέσποινα βγάζει λόγο και λέει :
Ανοίξτε πόρτες του ληστού και πόρτες του Πιλάτου κι οι πόρτες από το φόβο τους άνοιξαν μοναχές τους . Βλέπουν ζερβά , βλέπουν δεξιά κανέναν δεν γνωρίζουν βλέπουν και αριστερότερα , γνωρίζουν τον Αϊ-Γιάννη , Αι-Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστή τον γιο μου μην είδες τον γιόκα μου και του διδασκάλου μου ;
-Δεν έχω στόμα να σου πω , να σου μιλήσω δε μου βαστά η καρδούλα να έρθω να σου τον δείξω . Σίδερο κάνω την καρδιά μου και έλα να σου τον δείξω . Τον βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο ; όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο κεφάλι ;
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ομιλούσε :
Σταυρέ μου για χαμήλωσε , Χριστέ μου για γείρε λίγο να πιάσω το μάγουλο σου γλυκά να το φιλήσω να βγάλω το μαντήλι μου το αίμα να σφουγγίσω . Δε μου μιλάς παιδάκι μου δεν μου μιλάς παιδί μου ; Τι να σου πω μανούλα μου που διάφορο δεν έχεις , πάρε τον Γιάννη τέκνο σου και σύρε στο καλό σου και βάλε κρασί στο μαστροπά και αφράτο παξιμάδι και κάνε το παρηγοριά να το βρει ο κόσμος χάρη , μόνον το Μέγα Σάββατο κοντά στα μεσάνυχτα προτού λαλήσει ο πετεινός σημάνουν οι καμπάνες . Σημάνουν οι καμπάνες σημαίνει και η γη , σημαίνουν τα επουράνια σημαίνει η Αγία-Σοφιά με τις χρυσές καμπάνες της όποιος το λέει σώζεται και όποιος το παράδεισο να λάβει παράδεισο και λίβανο από του Αγίου Τάφου » .
Την επόμενη ημέρα δηλαδή το Μεγάλο Σάββατο το πρωί φτιάχναμε τα τσουρέκια τα οποία συμβόλιζαν το σώμα του Χριστού . Λίγο πριν της 12 τα μεσάνυχτα πηγαίναμε στην εκκλησία και περιμέναμε ώσπου να χτυπήσουν οι καμπάνες και να πει ο παπάς : ‘’ Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτο θάνατο πατήσας και της εν τη μνήμασι ζωή χαρισάμενον ‘’ . Τότε ανάβαμε όλοι τις λαμπάδες μας και μας το Άγιο φως φιλιόμασταν και ευχόμασταν αναμεταξύ μας ‘’ Χριστός Ανέστη ‘’ ,’’ Αληθώς ο Κύριος ‘’ . Μετά καθόμασταν στη Θεία Λειτουργία και όποιος ήθελε μπορούσε να κοινωνήσει όταν η τελείωνε η λειτουργία . Πηγαίναμε στο σπίτι με το Άγιο φως για να ανάψουμε και τις καντύλες μας , τότε τρώγαμε την καθιερωμένη μαγειρίτσα . Την επόμενη μέρα το πρωί σουβλίζαμε στις αυλές τα αρνιά μας αφού πρώτα είχαμε πάει στην πρωινή λειτουργία όπου γινόταν η δεύτερη Ανάσταση του Κυρίου. Από εκείνο το φαγοπότι τις επόμενες τρεις μέρες δεν σηκώναμε την ντάβλα από το τραπέζι. Από την Ανάσταση και για τις επόμενες 40 ημέρες δηλαδή , ο παπάς στην εκκλησιαστική λειτουργία έλεγε το ‘’ Χριστός Ανέστη ‘’.
{ Ύπαρξη φωτογραφίας }
Λεζάντα: Ανάσταση πρωινή έξω από το ξωκλήσι.
{ Παυλίδου Αθανασία }
Στ . Το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής
Η πανήγυρης της Ζωοδόχου Πηγής δεν γινόταν την ομώνυμη ημέρα αλλά την Πέμπτη μετά το Πάσχα , διότι οι κάτοικοι από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας ήθελαν να παρευρίσκεται και ο μητροπολίτης , ο οποίος λόγω των πολλών υποχρεώσεων του την ημέρα αυτή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο αίτημα τους . Τότε η δημογεροντία του χωριού αποφάσισε να μεταθέσει την ημέρα της πανήγυρης την Πέμπτη μετά το Πάσχα οπότε παρευρισκόταν και λάμπρυνε τη γιορτή ο τοπικός αρχιερέας . Το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής βρισκόταν στον καλέ κοντά σ’ αυτό και κάτω από την επιφάνεια της γης με διασπάσεις 5 Χ 6 περίπου μέτρα σώζεται σε καλή κατάσταση μία δεξαμενή με άγνωστη ακόμη την πηγή που διατηρεί και το καλοκαίρι ακόμα δροσερό νερό .
Εκεί πάνω λοιπόν στηνόταν το γλέντι με χορούς και τραγούδια , τρώγαμε κόκκινα αυγά και αρνάκι και χορεύαμε ζωναράδικο , μπαιντούσκα και συρτό με τη συνοδεία της γκάιντας και των νταουλιών .
{ Ύπαρξη φωτογραφίας }
Λεζάντα: Μικρά παιδιά με παραδοσιακή στολή που χτυπούσαν τα νταούλια.
{ Λέου Ηλίας }
Ζ. Γιορτές της άνοιξης
Στις 23 του Απριλίου γιορτάζαμε τον Άγιο Γεώργιο , ανήμερα της γιορτής το έθιμο ήθελε να κρεμάμε κούνιες στα δέντρα και να κουνιόμαστε με τις ώρες.
Πρωτομαγιά
Τα ξημερώματα της πρωτομαγιάς οι νέοι και οι νέες του χωριού αφού περνούσαμε υποχρεωτικά μέσα από το ποτάμι πηγαίναμε στα χωράφια . Από το δέντρο καρυδιά που υπήρχε εκεί κόβαμε καρύδι το οποίο δεν μασούσαμε αλλά καταπίναμε ολόκληρο ( την εποχή αυτή ήταν μικρά ) . Στη συνέχεια μαζεύαμε φιδίσια λάπατα ( για να μην μας τσιμπάνε τα φίδια ) αγριολούλουδα και διάφορα άλλα χόρτα για να κάνουμε στεφάνια . Μόλις επιστρέφαμε στα σπίτια μας έπρεπε να πιούμε ένα μαστραπά γάλα και όλα αυτά πριν ανατείλει ο ήλιος .
{ Λέου Ηλίας }
{ Ύπαρξη φωτογραφίας }
Λεζάντα: Δείγμα από την χλωρίδα και την πανίδα του βουνού του χωριού
{ Ύπαρξη φωτογραφίας }
Λεζάντα : Το υδραγωγείο
Η. Γιορτές του καλοκαιριού
Την γιορτή της Παναγίας στις Δεκαπέντε Αυγούστου κάνουμε κουρμπάνι θυσίες ταύρων και κριαριών , ένα θρακικό πανάρχαιο έθιμο που συνδέεται με τη λατρεία του Απόλλωνα και του υιού του Ασκληπίου . Οι Θρακιώτες ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό όμως το αρχαικό έθιμο συνεχίστηκε και ούτε η παρεμβολή της τουρκικής κατάκτησης διέσπασε την συνέχεια του εθίμου . Οι Τούρκοι πολιτιστικά καθυστερημένοι τότε και δεισιδαιμονίες το παραλάβανε και δώσανε το δικό τους όνομα κουρμπάνι που σημαίνει θυσία . Αυτήν λοιπόν την παράδοση της θυσίας των αρνιών και των μόσχων την συνεχίζουμε και σήμερα στην Γρατινή. Την ημέρα της Παναγιάς ο θύτης πάει το τάμα στο προαύλιο της εορτάζουσας εκκλησίας, ξαπλώνει κατά γης το ζώο και αφού κάνει στο λαιμό του το σχήμα του Σταυρού , στη συνέχεια το σφάζει και αφήνεις το αίμα του να τρέξει σε λάκκο συνήθως δένδρου. Στη συνέχεια εφόσον το γδάρει και το τεμαχίσει η νοικοκυρά το βράζει σε καζάνι . Το βρασμένο πλέον κρέας μοιράζεται σε όλους τους παρευρισκόμενους , « έτσι για το καλό» ,ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς το θείο .
Θ. Γιορτές του φθινοπώρου
Το Κουρπανούδι
Το τελευταίο Σάββατο πριν από τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου διοργανώνουμε στη θέση πγιαδούδι για το καλό και για να μην υπάρχουν αρρώστιες το . Την επιμέλεια είχαν οι χώρες του χωριού , το πρωί έστελναν τα παιδάκια να μαζέψουν κοκόρια από όλο το χωριό . Αφού τα σφάζανε τα ζεματούσαν και στη συνέχεια τα ξεποπουλιάζανε και τα βάζανε στα καζάνια να βράσουν. Το απόγευμα της ίδιας μέρας μαζευόταν όλοι οι χωριανοί και μαζί με λουκουμάδες λλάγγιζε άλλα εδέσματα που έφτιαχναν οι υπόλοιπες νοικοκυρές , μοιράζοταν το κουρπανούδι στον κόσμο που περίμενε με τα τσίγκινα και τα κουτάλια τους .
{ Λέου Ηλίας }