Τελετουργίες από ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑΤΟΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α. Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
«Σαράντα μέρες πριν απ’ τα Χριστούγεννα νηστεύαμε. Οι μεγάλοι νήστευαν όλοι συνήθως, άλλοι μόνο την τελευταία βδομάδα. Τα παιδιά τα βάζαμε να νηστεύουν έστω και μια μέρα για να κοινωνήσουν. Έτσι κι αλλιώς εκείνα τα χρόνια δεν τρώγαμε κρέας καθόλου συχνά, αλλά νηστεύαμε από γάλα, τυρί, γιαούρτι, τέτοια πράγματα. Τότε ούτε δέντρο στολίζαμε, ούτε τίποτα. Τέτοια πράγματα δεν υπήρχαν. Φτιάχναμε όμως τσουρέκια, μελομακάρονα, κανταΐφια, μπακλαβάδες. Ούτε δώρα παίρναμε. Στα παιδιά μόνο καμιά μπάλα ή κανένα ρουχαλάκι αν είχες λεφτά, παπούτσια…».
Πατλαμάζογλου Γαρυφαλλιά
«Κρατούσαμε νηστεία και τότε πριν τα Χριστούγεννα. Κανονικά η νηστεία ήταν για σαράντα μέρες, όμως άλλοι έκαναν μόνο την τελευταία εβδομάδα και τα παιδιά μια μέρα πριν, ίσα ίσα για να μεταλάβουν. Κρέας έτσι κι αλλιώς δεν τρώγαμε συχνά, από γαλακτοκομικά νηστεύαμε, γάλα, γιαούρτια, τέτοια. Φτιάχναμε και γλυκά σιροπιαστά, ψωμιά με μπαχάρια μέσα που τα λέγαμε λουκούμια και βασιλόπιτα με την ίδια ζύμη, με μπαχαρικά και καρύδια. Πάντως στολίδια και τέτοια δεν είχαμε, ούτε δέντρο στολίζαμε, ούτε τίποτα. Δώρα όμως στα παιδιά παίρναμε, είτε και ο νονός του παιδιού».
Μιχάλογλου Ελευθερία
(σελ.66)
β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)
«Απ’ την μέρα των Χριστουγέννων μέχρι και μια μέρα πριν τα Θεοφάνια κάθε μέρα, κάθε απόγευμα θυμιατίζαμε το σπίτι. Λέγανε ότι τα βράδια έβγαιναν οι καλικάντζαροι και εμείς θυμιατίζαμε για να τους διώξουμε. Και τα Θεοφάνια εξαφανίζονται τελείως γιατί τους κυνηγάει ο παπάς με τον σταυρό των Θεοφανίων. Άλλοι δεν πλυνόντουσαν κιόλας εκείνες τις μέρες, το είχαν σαν έθιμο».
Πατλαμάζογλου Γαρυφαλλιά
«Το Δωδεκαήμερο διαρκούσε απ’ την μέρα των Χριστουγέννων μέχρι και μια μέρα πριν απ’ τα Θεοφάνια. Αυτές τις μέρες λένε ότι έβγαιναν οι καλικάντζαροι στη γη και έμπαιναν στα σπίτια. Εμείς κάθε μέρα θυμιατίζαμε για να φύγουν. Δε το άντεχαν το θυμίαμα οι καλικάντζαροι ήταν κακά πλάσματα. Εκείνες τις δώδεκα μέρες δεν έκανε ούτε να πλυθείς λέγανε και κάποιοι το τηρούσαν. Μόνο τα χέρια και το πρόσωπο έπλεναν. Μετά τα Θεοφάνια οι καλικάτζαροι έφευγαν εντελώς, τους έδιωχνε ο παπάς με το σταυρό των Θεοφανίων».
Μιχάλογλου Ελευθερία
(σελ.67)
δ. Απόκριες
«Πριν μπούμε στις απόκριες ήταν δύο Κυριακές που τις λέγαμε ‘‘τυρινή’’ και ‘‘κρεατινή’’. Τη μια Κυριακή δηλαδή έφτιαχνες τυρόπιτες κι έτρωγες και την άλλη κρέας. Αυτές ήταν οι δύο τελευταίες Κυριακές πριν μπάμε στη νηστεία. Τις απόκριες τα παιδιά ντυνόντουσαν καρναβάλια. Ό,τι έβρισκαν στο σπίτι έβαζαν, δεν είχαμε στολές. Την τσικνοπέμπτη μερικά παιδιά ντυνόντουσαν και πήγαιναν σε σπίτια συγγενών μόνο, δε γυρνούσαν όλο το χωριό».
Πατλαμάζογλου Γαρυφαλλιά
«Τα παιδιά ντυνόμασταν τις απόκριες καρναβάλια. Μόνοι μας στο σπίτι με ό,τι βρίσκαμε μασκαρευόμασταν και την τσικνοπέμπτη βγαίναμε το απόγευμα και γυρνούσαμε στα σπίτια στο χωριό. Πηγαίναμε απ’ το ένα σπίτι στο άλλο, πολλά παιδιά μαζί. Μπαίναμε μέσα στα σπίτια, χορεύαμε, κάναμε αστεία, μας έδιναν κάτι, γλυκά συνήθως, και φεύγαμε».
Μιχάλογλου Ελευθερία
(σελ.68)
Ε. Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή
«Πάλι σαράντα μέρες πριν το Πάσχα ξεκινούσε η νηστεία. Άλλοι νήστευαν και τις σαράντα μέρες, άλλοι τις δυο τελευταίες βδομάδες ή μόνο την μεγάλη βδομάδα. Όταν πλησίαζε το Πάσχα φτιάχναμε τσουρέκια και τη μεγάλη βδομάδα, την μεγάλη Πέμπτη βάφαμε αυγά. Τότε φυσικά δεν είχαμε ειδικές βαφές και τα βάφαμε με τα κρεμμυδόφυλλα. Κρατούσαμε από καιρό τα ξερά κρεμμυδόφυλλα, τα ρίχναμε σε νερό να βράσουν μαζί κι έτσι το νερό έπαιρνε ένα σκούρο κόκκινο χρώμα. Βάζαμε μετά και τα αυγά προσεκτικά μέσα κι όταν τα βγάζαμε είχαν βαφτεί κόκκινα. Ούτε πότιζε μέσα το χρώμα, ούτε τίποτα. Κάποια μέρα μέσα στη μεγάλη βδομάδα ερχόταν και η νονά ή ο νονός του παιδιού να του φέρει τη λαμπάδα του και κανένα δωράκι. Ήταν η λαμπάδα κανονικά ένα μεγάλο χρωματιστό κερί και μαζί του αγόραζε είτε μπλούζα, παντελόνι είτε παπούτσια, καμιά φορά και παιχνίδι. Στην εκκλησία πηγαίναμε και στους Χαιρετισμούς και την Μεγάλη βδομάδα κάθε μέρα. Κάποιες γυναίκες ήξεραν και έψαλναν πολύ ωραία. Το βράδυ της Μεγάλη Πέμπτης μαζευόμασταν στην εκκλησία για να στολίσουμε τον επιτάφιο όλες οι γυναίκες του χωριού. Πηγαίναμε λουλούδια απ’ τις αυλές μας ό,τι βρίσκαμε τα καθαρίζαμε, βγάζαμε το κοτσάνι τους και τα καρφιτσώναμε πάνω σε φελιζόλ. Μετά τα φελιζόλ αυτά τα στερεώναμε πάνω στον επιτάφιο. Το ίδιο βράδυ ενώ εμείς στολίζαμε, άλλες έψελναν από πίσω. Είναι κάποιοι συγκεκριμένοι ψαλμοί που έλεγαν. Μαυροφόρες στη λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτη δεν υπήρχαν, αυτό άρχισε να γίνεται πιο μετά στο
(σελ.69)
χωριό. Την Μεγάλη Παρασκευή όμως υπήρχε χορωδία που έψελνε το ‘‘Άξιον εστί’’. Εκείνο το βράδυ γινόταν και περιφορά του επιταφίου γύρω απ’ την εκκλησία. Εκείνα τα χρόνια η λειτουργία της Ανάστασης δεν ξεκινούσε όπως τώρα στις δέκα το βράδυ. Στις τρεις το βράδυ ξεκινούσε και έβαζε ο κόσμος τα καλά του και πήγαινε. Τα παιδιά κρατούσαν και τις λαμπάδες τους, εμείς οι μεγάλοι παίρναμε ένα απλό κερί. Παίρναμε και από κανένα αυγό μαζί για να τσουγγρίσουμε μετά την Ανάσταση. Όταν γινόταν η Ανάσταση και έψελνε ο παπάς το ‘‘Χριστός Ανέστη’’, λέγαμε κι εμείς μεταξύ μας χρόνια πολλά, ανταλλάζαμε Χριστός Ανέστη-Αληθώς ο Κύριος και πάλι μέσα στην εκκλησία μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, καθόμασταν μέχρι το τέλος για να κοινωνήσουμε κιόλας. Τα παιδιά πολλές φορές δεν άντεχαν μέχρι τόσο αργά και τα αφήναμε να κοινωνήσουν την επόμενη μέρα, το πρωί. Το ίδιο βράδυ της Ανάστασης παίρναμε στο σπίτι το Άγιο Φως και το κρατούσε στα καντήλια μας όσο μπορούσαμε, ήταν καλά. Την επόμενη μέρα, το μεσημέρι του Πάσχα δηλαδή, μαζευόμασταν στο σπίτι και τρώγαμε όλα μαζί. Δεν κάναμε μαγειρίτσα τότε, μόνο κρέας αν είχαμε. Ό,τι είχαμε μαγειρεύαμε. Στα δικά μας τα χρόνια σούβλες δεν είχαμε, ύστερα ήρθαν κι αυτά που σούβλιζαν αρνί και φτιάχναν κοκορέτσι. Εμείς αν θα είχαμε μόνο καμιά κότα. Μετά το Πάσχα για πενήντα μέρες αντί για το Πάτερ ημών λέγαμε σαν προσευχή το Χριστός Ανέστη. Την τελευταία μέρα της Πεντηκοστής πηγαίναμε στα μνήματα».
Πατλαμάζογλου Γαρυφαλλιά
(σελ.70)
«Η νηστεία του Πάσχα ήταν ακόμα πιο μεγάλη. Πάλι σαράντα μέρες κρατούσε, όμως ήταν πιο αυστηρή και την ακολουθούσαν περισσότεροι. Οι γονείς μας νήστευαν όλες τις σαράντα μέρες κανονικά. Κι εμείς πάλι κρατούσαμε αν θέλαμε κι αν αντέχαμε σαράντα μέρες, όμως συνήθως κάναμε για μία ή δύο εβδομάδες προς το τέλος. Τα ακόμα πιο μικρά παιδιά έκαναν νηστεία ίσα ίσα για μια-δυο μέρες για να μπορούν να κοινωνήσουν το Πάσχα. Φυσικά δεν είχαμε που δεν είχαμε να φάμε καλά καλά κρέας, τότε το κόβαμε και τελείως. Δεν τρώγαμε ούτε τυρί, γιαούρτι, ούτε γάλα πίναμε και την τελευταία βδομάδα ούτε καν λάδι και ψάρι φυσικά που δεν επιτρεπόταν. Ενώ τα Χριστούγεννα ψάρι έτρωγες. Όσο έφτανε το Πάσχα ζυμώνουμε και τσουρέκια δικά μας, βάφαμε αυγά κιόλας, κόκκινα. Τότε δεν χρησιμοποιούσαμε βαφές για τ’ αυγά, με κρεμμυδόφυλλα τα κάναμε. Έτσι όπως ήταν ξερά και τα μαζεύαμε από καιρό γι’ αυτόν τον σκοπό, τα βάζαμε σε κατσαρόλα με ζεστό νερό κι όπως έβραζαν μαζί, το νερό έπαιρνε κόκκινο σκούρο χρώμα. Μετά βάζαμε και τα αυγά κι εκείνα κοκκίνιζαν όταν τα έβγαζες. Γινόντουσαν ωραία, κανονικά κόκκινα. Ούτε το χρώμα πότιζε μέσα, ούτε μυρωδιά. Αλλά και να πότιζε, κρεμμύδι ήταν, όχι μπογιά για να πάθεις τίποτα. Πάντως στην εκκλησία στους χαιρετισμούς πηγαίναμε κάθε Παρασκευή όλοι. Έψελναν ωραία οι γυναίκες το ‘‘Άσπυλε’’, ήταν ωραία να τις ακούς. Και τη μεγάλη βδομάδα πάλι πηγαίναμε κάθε μέρα στην εκκλησία, μικροί και μεγάλοι. Εκείνες τις μέρες ο νονός ή η νονά έφερνε και δώρο στο βαφτιστικό. Μια λαμπάδα έφερνε, ένα μεγάλο χρωματιστό
(σελ.71)
κερί και ρουχαλάκια, καμιά μπλουζίτσα, παντελόνι, παπουτσάκια… Καμιά φορά φέρνανε και παιχνίδια. Το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης που γίνεται ευχέλαιο στην εκκλησία, πηγαίναμε ένα μπολ αλεύρι για να το αγιάσει ο παπάς. Την Μεγάλη Πέμπτη λένε τα δώδεκα Ευαγγέλια και η λειτουργία ήταν πιο μεγάλη. Το ίδιο βράδυ ξενυχτούσαμε και στολίζαμε τον επιτάφιο με λουλούδια, ενώ ψέλναμε ωραίες προσευχές. Την Μεγάλη Παρασκευή ψέλνανε στη χορωδία το ‘‘Άξιον εστί’’. Τότε η λειτουργία της Ανάστασης ξεκινούσε στις τρεις το βράδυ, όχι όπως τώρα στις δέκα. Φορούσαμε τα καλά μας, παίρναμε τις λαμπάδες μας, οι μεγάλοι ένα απλό κερί και πηγαίναμε στην εκκλησία. Κοινωνούσαμε τότε το ίδιο βράδυ μετά την Ανάσταση. Επίσης παίρναμε και το Άγιο Φως με τις λαμπάδες στα σπίτια μας και όσο πιο πολύ μπορούσαμε, το κρατούσαμε. Τη μέρα του Πάσχα, το μεσημέρι, μαζευόμασταν και τρώγαμε οικογενειακώς. Δεν είχαμε σούβλες και αρνιά, κότα τρώγαμε κι ό,τι άλλο είχαμε, τσουγκρίζαμε κι αυγά. Μετά το Πάσχα, ήταν η Πεντηκοστή. Τότε για πενήντα μέρες, αντί για το Πάτερ ημών, λέγαμε το Χριστός Ανέστη για προσευχή. Την τελευταία μέρα της Πεντηκοστής πηγαίναμε με τον παπά στα μνήματα και τα διαβάζαμε».
Μιχάλογλου Ελευθερία
(σελ.72)
η. Γιορτές του φθινοπώρου ως την εορτή του αγίου Φιλίππου
«Εδώ στο χωριό το φθινόπωρο γιορτάζαμε την γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Επειδή η εκκλησία του χωριού είναι του Αγίου Δημητρίου, γινόταν μεγάλη γιορτή. Γινόταν σαν πανηγύρι στο χωριό. Την παραμονή ερχόντουσαν μικροπωλητές και έστησαν τους πάγκους του κοντά στην πλατεία και ερχόντουσαν και κούνιες για τα παιδιά, κάτι κούνιες μεγάλες σαν βαρκούλες. Στα καφενεία γινόταν χαμός εκείνη τη μέρα, είχε γλέντι. Ερχόντουσαν ντιζέδες και χόρευαν και τραγουδούσαν, όχι όμως γυμνές όπως τώρα, ήταν πιο συμμαζεμένες. Πηγαίναμε και οι γυναίκες στα καφενεία σ αυτό το γλέντι, τρώγαμε, πίναμε… και τη μέρα του Αγίου Δημητρίου πηγαίναμε πάλι όλοι στην εκκλησία».
Πατλαμάζογλου Γαρυφαλλιά
«Στο χωριό όταν ήταν τον Οκτώβριο η γιορτή του Αγίου Δημητρίου, γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Γιορτάζει η εκκλησίας μας εκείνη τη μέρα. Ερχόντουσαν ξένοι κι έστησαν τους πάγκους τους με παιχνίδια και γλυκά και στα καφενεία ερχόντουσαν ντιζέδες που χόρευαν και τραγουδούσαν. Πηγαίναμε κι εμείς οι γυναίκες. Αυτά γίνονταν την παραμονή. Ανήμερα, πηγαίναμε στην εκκλησία στη λειτουργία. Τώρα κάνουμε και περιφορά της εικόνας τους Αγίου Δημητρίου, τότε όχι».
Μιχάλογλου Ελευθερία