Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, ΠΟΛΥΣΙΤΟΥ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Από τα πρώτα χρόνια, στο χωριό μεταφέρθηκαν τα ήθη κα τα έθιμα των χωριών απ’ όπου κατάγονταν η κάθε οικογένεια και διατηρήθηκαν ζωνταντά, με θρησκευτική ευλάβεια. Κάθε γονιός φρόντιζε να γνωρίζουν τα παιδιά του τα ήθη και έθιμα των παππούδων του. 

Χριστούγεννα:

 Δύο από τα σημαντικότερα γεγονότα της παραμονής των Χριστουγέννων, ήταν τα κάλαντα και το σφάξιμο των γουρουνιών. Όσο αφορά το δεύτερο, από το καλοκαίρι, κάθε οικογένεια φρόντιζε να προμηθευτεί ένα ή δύο μικρά γουρουνάκια, τα οποία εκτρέφονταν με σκοπό να σφαχτούν την παραμονή των Χριστουγέννων. Όταν λοιπόν έφτανε η μέρα της σφαγής, όλη η οικογένεια μαζεύονταν στην αυλή και περίμενε την ώρα που θα έρχονταν ο σφάχτης (σε κάθε χωριό υπήρχαν τέσσερις-πέντε που έσφαζαν τα γουρούνια την παραμονή των Χριστουγέννων). Η νοικοκυρά άναβε στην αυλή φωτιά και έβαζε στο καζάνι να βράζει νερό. Μόλις ο σφάχτης έσφαζε το γουρούνι, η νοικοκυρά το θύμιαζε και το έρανε με καρύδια και κάστανα, για να είναι ευλογημένο και νόστιμο. Όποιο παιδί φυλούσε πρώτο το πισινό του σφαγίου, έπαιρνε σαν δώρο τη «φούσκα» (ουροδόχο κύστη) του ζώου, την οποία αφού την έπλενε καλά την άφηνε στη στάχτη για δύο-τρεις μέρες και φουσκώνοντας την με καλάμι την έκανε μπάλα. Αμέσως μετά το σφάξιμο, η σπιτονοικοκυρά μοίραζε κρέας στη γειτονιά για να μην μείνει κανένα σπίτι δίχως κρέας τις Άγιες μέρες των Χριστουγέννων. Πάντως, τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το σφαγμένο ζώο. Τα πρώτα χρόνια, το δέρμα το κρατούσαν για να το κάνουν τσαρούχια ή ασκούς για τη μεταφορά υγρών και τα έντερα για να κάνουν τα λουκάνικα και τη «μπάμπω» (Παραδοσιακό φαγητό από κομμάτια κρέατος και συκωτιού μαζί με πλιγούρι και μπαχαρικά, τοποθετημένα μέσα στο έντερο του χοιρινού). Όσα έντερα περίσσευαν τα έκαναν «τσουλτσούρια» (τα κάπνιζαν στο τζάκι και τα έτρωγαν σαν μεζεδάκια) Το στομάχι, αφού το έπλεναν καλά το γέμιζαν με κομμάτια κρέατος και έκαναν πατσά Βουρμά , το κεφάλι και τα πόδια τα έκαναν πατσά και το λίπος το έκαναν λαρδί, είτε για τηγάνισμα αντί για λάδι, είτε παστό για το μαγείρεμα. Το κρέας, αφού κρατούσαν όσο χρειάζονταν για την περίοδο των γιορτών του Δωδεκαήμερού, το αποθήκευαν κάνοντας το παστό. Τα φαγητά που περιελάμβανε το γιορτινό τραπέζι ήταν η μπάμπω, οι μπριζόλες, τα λουκάνικα και ο καπαμάς. Ο καπαμάς γινόταν στη γάστρα και ήταν χοιρινό με κρεμμύδια, δάφνη και κρασί. Τα ποτά που συνόδευαν τα εδέσματα, ήταν το κόκκινο κρασί, γλυκό ή ξηρό, η ρετσίνα, το τσίπουρο και το ούζο.

Κάλαντα 

Στον Πολύσιτο τα κάλαντα λέγονται την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς , ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, την παραμονή των Φώτων και ανήμερα της γιορτής του Λαζάρου. Την παραμονή των Χριστουγέννων, από το σούρουπο μέχρι αργά τη νύχτα , στο χωριό ακούγονταν συνεχώς τα κάλαντα από μικρούς και μεγάλους. Νωρίς το απόγευμα ξεκινούσαν τα μικρότερα παιδιά και όσο νύχτωνε έβγαιναν τα μεγαλύτερα. Τα παρακάτω κάλαντα λέγονταν την παραμονή των Χριστουγέννων και είναι ένα μείγμα απ’ όλα σχεδόν τα χωριά απ’ όπου οι κατάγονταν οι κάτοικοι του χωριού:

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στους Αρχαγγέλους, στους Αρχαγγέλους, στους Αποστόλους, ώσπου να πάνε και να γυρίσουν, γεννήθηκε Αφέντης , σαν ήλιος φέγγει, σαν ήλιος φέγγει, σαν νιο φεγγάρι, σαν νιο φεγγάρι, σαν παλληκάρι.

Εκεί που ακούμπησε ο Χριστός, χρυσό δεντρί εβγήκε χρυσό δεντρί χρυσόκλωνο κι οργυροφουντωμένο κι άπλωσαν τα κλωνάρια του. Σ’ ανατολή και δύση και τα περικλωνάρια του πέρα στη Σαλονίκη.

Παινέματα 

Στα κάλαντα των Χριστουγέννων υπήρχαν και πάρα πολλά παινέματα, τα οποία λέγονταν ανάλογα με τους νοικοκυραίους του σπιτιού. Αν δηλαδή υπήρχε ελεύθερο κορίτσι στο σπιτικό, έλεγαν τα παινέματα για την κόρη ή για τους προξενητάδες. Αν υπήρχε ελεύθερο αγόρι, έλεγαν τα παινέματα του παλληκαριού.

Παινέματα της κόρης που αφορούσαν τους προξενητάδες. :

Προξενητάδες ήρθανε, ‘πο μέσα ‘πο την πόλη,

Ρωτούνε και ξαναρωτούν,

Που θα ‘βρουν τέτοια κόρη.

Τέτοια ξανθιά, τέτοια σφουρή

Τέτοια γαϊτανοφρύδα

Που’ χει το μάτι σαν ελιά,

Το φρύδι σαν γαϊτάνι που’ χει το ματοτσάμπερο 

σαν της ελιάς το φύλλο,

και μεις πολυχρονούμενοι

τ’ ‘αξιο σας το κοράσι,

να ζήσει χρόνια περισσά, 

και πάντα να περάσει, 

και από τα χίλια κι ύστερα, 

να ασπρίσει και να γεράσει.   

 

Παινέματα της κόρης που αφορούν την ίδια: 

Κυρά μ’ την θυγατέρα σου,

Κυρά μ’ την ακριβή σου,

Γραμματικός τη γύρεψε,

Και ψάλτης θα την πάρει.

Και κείνος ο γραμματικός 

Πολλά προικιά θα φέρει.

Θα φέρει τα’ ‘αστρα πρόβατα,

Και το φεγγάρι προίκα,

Και τον καθάριο Αυγερινό,

Διαμαντοδάχτυλίδι.

Το δαχτυλίδι πέρασε, 

πέρα για να περάσει,

πέρα στις μαυρομάτισσες,

τις γαϊτανοφρυδούσες,

που’ χουν το μάτι σαν ελιά,

το φρύδι σαν γαϊτάνι,

που’ χουν το ματοτσάμπερο,

σαν της ελιάς το φύλλο,

και μεις πολυχρονούμενοι,

τ’ ‘αξιο σας το κοράσι

να ζήσει χρόνια περισσά

και πάντα να περάσει 

και από τα χίλια κι ύστερα

να ασπρίσει, να γεράσει.

 

Παινέματα που αφορούν το γιό του σπιτιού :

Η μάνα που’ χει το υιό,

Τον ένα, το μοναχό,

Τον έλουζε, τον έπλενε,

Και στο σχολείο τον στέλνει,

Να πα’ να μάθει γράμματα 

Να πα’ να μάθει γνώση.

Στο δρόμο που επήγαινε,

Στη στράτα που διαβαίνει

Βρίσκει παιδιά να παίζουνε,

Παιδιά να ρίχνουν πέτρες ,

Έκατσε να δοκιμαστεί,

Να ρίξει στο σημάδι,

Κόπηκε η φούντα τέσσερα 

Και το γαϊτάνι πέντε.

Τρέχει και πάει στη μάνα του,

Με δάκρια στα μάτια.

Υιέ μ’ που ‘ναι τα γράμματα, υιέ μ’ που ‘ναι η γνώση;

Τα γράμματα είναι στο χαρτί

Κι ο νους μου, πέρα τρέχει,

Πέρα στις μαυρομάτισσες,

Στις γαϊτανοφρυδούσες , που’ χουν το μάτι σαν ελιά,

Το φρύδι σαν γαϊτάνι , που’ χουν το ματοτσάμπερο

Σαν της ελιάς το φύλλο.

Και μεις πολυχρονούμένοι,

Τα’ άξιο σας παλικάρι

Να ζήσει χρόνια περισσά,

Και πάντα να περάσει, 

Κι από τα χίλια κι ύστερα,

Ν’ ασπρίσει, να γεράσει.


 

Ο Κωνσταντής παινεύτηκε,

Τη θάλασσα να πλεύσει 

Κι θάλασσα σαν τα ‘κουσε αγρίεψε το κύμα.

Και σα με πλεύσεις Κωνσταντή, γαμπρό θε’ να σε κάνω,

Γαμπρό στη θυγατέρα μου

Τη νυχτογεννημένη,  

Όπου εγεννήθει τη νυχτιά

Κι έφεξε ο κόσμος όλος.

Πλεύσε για πλεύσε Κωνσταντή,

Πέρα για να περάσεις,

Πέρα στις μαυρομάτισσες,

Που’ χουν το μάτι σαν ελιά,

Το φρύδι σαν γαϊτάνι,

Που’ χουν το ματοτσάμπερο,

Σαν της ελιάς το φύλλο.

Και μεις πολυχρονούμενοι,

Τα’ άξιο σας παλικάρι,

Να ζήσει χρόνια περισσά

Και πάντα να περάσει,

Κι από τα χίλια κι ύστερα,

Ν’ ασπρίσει, να γεράσει.

 

Σε περίπτωση που κάποιος νοικοκύρης έδινε πολλά χρήματα στους καλαντιστές, αυτοί του έλεγαν τα εξής παινέματα:

Σ’ ένα σε πρέπει αφέντη μου, 

Να γίνεις καπετάνιος,

Να δρεμονίζεις τα φλουριά,

Να κοσκινίζεις τ’ άσπρα

Και τ’ αποσκινίδια τους  

Δώστα στα παλληκάρια,

Θελ’ ας τα πιούν

Θελ’ ας τα τραγουδήσουν

Σ’ ένα σε πρέπει αφέντη μου, καρέκλα καρυδένια,

Ν’ ακουμπάς τη μέση σου 

Τη μαργαριταρένια. 


 

Πρωτοχρονιά

Τα έθιμα της παραμονής: Το σούρουπο της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά, μικρά και μεγάλα έβγαιναν και έλεγαν τα κάλαντα του Άγιου Βασίλη. Σε αντίθεση με τις άλλες μέρες , την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γυρνούσαν σχετικά νωρίς στο σπίτι, μιας και το δείπνο της παραμονής θεωρούνταν πολύ σημαντικό. Το  τραπέζι περιελάμβανε κόκορα, γλυκά και φρούτα, ενώ έμενε στρωμένο μέχρι την άλλη μέρα. Ακόμα φρόντιζαν να είναι ιδιαίτερα πλούσιο, καθώς η αφθονία των φαγητών συμβόλιζε και την αφθονία της παραγωγής που περίμεναν από τα χωράφια τους. Ο πατέρας έπαιρνε το υνί από το αλέτρι ή τοποθετούσε, μέσα σε μια κεραμίδα, κάρβουνο από το τζάκι και θυμίαμα. Θύμιαζε το τραπέζι, τα δωμάτια του σπιτιού, όλους τους αποθηκευτικούς χώρους, τους στάβλους και τα ζώα. Αργότερα πάνω σε «ακίνητη» πέτρα (συμβόλιζε τον καημό του ξεριζωμού από την πατρίδα από την πατρίδα), έσπαγε ένα ρόδι ή έκοβε ένα καρπούζι λέγοντας «Όπως είναι γεμάτο το ρόδι (ή το καρπούζι), έτσι γεμάτο να είναι και το τραπέζι μας». Μετά το δείπνο, η  νοικοκυρά ζύμωνε τη βασιλόπιτα, στην οποία έβαζε μέσα ένα νόμισμα , λίγο σιτάρι, ένα κλαδάκι κρανιάς και την έψηνε στη γάστρα. Με την αλλαγή του χρόνου, τα μεσάνυχτα, έβγαιναν τα παιδιά που ήταν μέχρι δώδεκα ετών περίπου, κρατώντας ένα κλαδί κρανιάς, τη «σούρβα» και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από καφενείο σε καφενείο, «σουρβίζοντας» τους νοικοκυραίους και τους θαμώνες (χτυπώντας τους στην πλάτη ή στον πισινό) και τραγουδώντας. :

Σούρβα, σούρβα για χαρά,

Για σταφίδα, για παρά,

Γερό κορμί, γερό σταυρί,

Όλο υγειά και δύναμη

Και του χρόνου γεροί

Και καλό καρδί.

 

Τα έθιμα ανήμερα της Πρωτοχρονιάς 

Τα κάλαντα: Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, έβγαιναν τα μικρότερα παιδιά για να σουρβίσουν κι αυτά και να κάνουν ποδαρικό στα σπίτια. Η αμοιβή τους ήταν γλυκά, φρούτα, ξυλοκέρατα και καρύδια. Αν ο σπιτονοικοκύρης είχε την οικονομική δυνατότητα, έδινε και κάποιο χρηματικό ποσό, αν αντίθετα ήταν «σφιχτός» τα παιδιά έλεγαν τα εξής:

 

Αϊ Βασίλης έρχεται,

Από τα κεραμίδια,

Μαζεύει τσάκνα και κλαδιά,

Να κάψει του ( το όνομα του νοικοκύρη) , τ΄αρχ…

 

Το «ποδαρικό»

Το πρώτο παιδί, που έμπαινε στο σπίτι την Πρωτοχρονιά, το βάζανε να καθίσει, σαν κλώσα, πάνω στη σκούπα, πίσω από την πόρτα και καθώς έριχνε η νοικοκυρά μέχρι, το παιδί έλεγε «κιλό-κιλό». Αυτό γινόταν για να έχουν πολλά αυγά και κοτόπουλα τη χρονιά που ερχόταν. Αν η χρονιά πήγαινε και ευχή, τότε ξανακαλούσαν το παιδί, υποσχόμενοι γερό μπαξίσι (χρήματα).

 

Η βασιλόπιτα

Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, κόβανε τη βασιλόπιτα. Ο αρχηγός της οικογένειας, αφού τη σταύρωνε τρεις φορές την έκοβε. Το πρώτο κομμάτι ήταν του Χριστού, το δεύτερο του σπιτιού, το τρίτο της δουλειάς, για να ακολουθήσουν τα κομμάτια των μελών της οικογένειας. Όποιο μέλος τύχαινε το φλουρί πίστευαν ότι θα αποκτούσε πολλά χρήματα τη νέα χρονιά. Το μέλος της οικογένειας που θα τύχαινε το σιτάρι θα είχε καλή σοδειά και αυτό που θα τύχαινε την κρανιά, θ’ αποκτούσε πολλά ζωντανά (η κρανιά συμβόλιζε τη φύση όπου βοσκούσαν τα ζώα).

 

Τα τυχερά παιχνίδια:

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς , έκαναν την εμφάνιση τους τα τυχερά παιχνίδια, τόσο στα σπίτια ( «μπουμ» «κορώνα-γράμματα», «πάρτα όλα» ), όσο και στα καφενεία («εικοσιμία»).

 

Θεοφάνεια

Τα έθιμα της παραμονής

Φωτισμός και κάλαντα: Από το πρωί της παραμονής των Φώτων, ο παπάς γύριζε σε όλα τα σπίτια του χωριού και «φώτιζε», για να πάει καλά η χρονιά. Τις πρώτες απογευματινές ώρες έβγαιναν τα παιδιά του χωριού κατά ομάδες και τραγουδούσαν τα κάλαντα.

Σήμερα τα φώτα και φωτισμοί 

Και χαρές μεγάλες και αγιασμοί

Σήμερα τα άστρα φωτίζονται,

Κι’ όλα τα νερά καθαρίνται

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,

Κάθεται η κυρά μας η Παναγιά,

Σπάργανα βαστάει, κερί κρατεί,

Και τον Αϊ Γιάννη παρακαλεί,

Αϊ Γιάννη αφέντη και Πρόδρομε

Βάφτισε το γιό μου, μονογενή

Πώς να τον βαφτίσω, θεού παιδί ;

Ν’ ανεβούμε πάνω στους ουρανούς,

Να πάρω λάδι και λίβανο (δις)

Για να σωτηριάσουμε τα νερά (δις)

Για να πάψουνε τα δαιμονικά

Κάτω στην Άγια τράπεζα

Χρυσή καντήλα φέγγει

Χωρίς αλ’ σίδα κρέμεται 

Χωρίς αέρα σειέται 

Αν βάλεις λάδι και κερί,

Φέγγει τον κόσμο όλο,

Αν βάλεις λάδι μοναχό,

Φέγγει τη αφεντιά της 

Και μείς τον πολυχρονούμενο τον άξιο νοικοκύρη,

Να ζήσει χρόνια περισσά και πάντα να περάσει κι από τα χίλια κι ύστερα να ασπρίσει, να γεράσει.

Με την πάροδο του χρόνου, οι τρεις τελευταίες στροφές σταμάτησαν να λέγονται, στη θέση τους είχε μπει μια καινούρια:

Σφάξαμε το πετεινό,

Βρήκαμε τα Φώτα,

 δώσε θεία το μπαξίσ’, 

να πάμε σ’ άλλη πόρτα. 

 

Οι νοικοκυρές κερνούσαν τους μικρούς γλυκά και φρούτα, ενώ στους μεγάλους πρόσφεραν κρασί και μεζέδες από το χοιρινό που είχαν σφάξει τα Χριστούγεννα καθώς και όσα χρήματα τους επέτρεπε η οικονομική τους κατάσταση. Μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας οι πιστοί ακολουθούσαν τον ιερέα και τους ψάλτες και κρατώντας τις εικόνες, τα εξαπτέρυγα και τα λάβαρα της εκκλησίας , ξεκινούσαν για τον Κόσυνθο. Μόλις έφταναν εκεί, όλος ο κόσμος ανέβαινε πάνω στη γέφυρα, απ’ όπου ο ιερέας πετούσε το Σταυρό στα παγωμένα νερά. Μέσα στο νερό, αγόρια του χωριού (πέντε έως εφτά συνήθως), περίμεναν για να πιάσουν το Σταυρό. Όταν κάποιο από αυτά τον έπιανε, βγαίνουν όλα μαζί και έπαιρναν την ευλογία του ιερέα. Μέχρι και τη δεκαετία του '60, όλοι μαζί οι νέοι που συμμετείχαν στο έθιμο, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, περιφέροντας το Σταυρό και οι νοικοκυραίοι τους προσφέρουν χρήματα και φρούτα. Αφού γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού επέστρεφαν το Σταυρό στην εκκλησία, μαζί με ένα μέρος των χρημάτων, , ενώ τα υπόλοιπα τα μοιράζονταν. Αυτό το έθιμο, όμως πλέον έχει καταργηθεί , καθώς αυτός που πιάνει το Σταυρό τον παραδίδει άμεσα στο ιερέα και αυτός του φοράει στο λαιμό χρυσό σταυρό. Το έθιμο αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

Απόκριες 

Οι απόκριες ήταν και είναι συνώνυμες με τη χαρά και τη διασκέδαση. Στη γιορτή αυτή, συμμετείχαν και συμμετέχουν οι πάντες. Κάποιοι ντύνονταν «καλόγεροι», καλύπτοντας το σώμα τους με δέρματα και κουδούνια. Άλλοι ντύνονταν αρκούδες , η δημοφιλέστατη μεταμφίεση όμως ήταν η καμήλα, καθώς την αποτελούσαν τρία άτομα που ήταν κάτω από τα υφάσματα και είχαν το ρόλο του δέρματος του ζώου. Μαζί με την καμήλα, ήταν πάντα ο καμηλιέρης , που λειτουργούσε ως συνοδός της και παράλληλα κρατούσε το καλάθι για τα δώρα. Ένα δρώμενο που λάμβανε μέρος κατά την περίοδο της αποκριάς ήταν η  μίμηση του οργώματος, ένα έθιμο εξαιρετικά μακραίωνο. Κατά την αναπαράσταση του, δύο νέοι ντύνονταν γυναίκες και αφού έπαιρναν το ξύλινο άροτρο, πήγαιναν στα χωράφια, με τη συνοδεία και άλλων χωριανών. Μπροστά τους προχωρούσε κάποιος μεγαλύτερης ηλικίας και κρατούσε το «σινιάκο» (τον  τενεκέ με τον σπόρο). Έπειτα έριχνε το σπόρο και οι «γυναίκες» όργωναν με το άροτρο. Τέλος πετούσαν ψηλά το σινιάκο και αν έπεφτε από την κανονική μεριά τότε θα είχαν καλή σοδειά, αν όμως έπεφτε ανάποδα, αποτελούσε κακό οιωνό. 

Καθαρή Δευτέρα:

 Η Καθαρά Δευτέρα ( ή Μουτζουροδευτέρα) αποτελούσε τη κορύφωση της διασκέδασης. Όλοι οι κάτοικοι έβγαιναν στους δρόμους «μουτζουρώνοντας» ο ένας τον άλλο. Κάποιοι μάζευαν  τα αδέσποτα σκυλιά και τις γάτες του χωριού και τα «κρεμούσαν». «Είχαν ένα σκοινί δεμένο σε δύο μακριά ξύλα, το έστριβαν στη μέση, περνούσαν τα κακόμοιρα τα ζώα στη θηλιά και με το τράβηγμα των ξύλων σε αντίθετη μεταξύ τους κατεύθυνση, αυτά πετάγονταν ψηλά. Αυτό ήταν το μοναδικό βάρβαρο έθιμο που είχαμε και ευτυχώς τελείωσε νωρίς». 

Αγαξόπουλος Αλέξανδρος

 

Έθιμα της Σαρακοστής 

Ο Κλεφτοθώδορος: Η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων είναι πολύ δημοφιλής στο Πολύσιτο. Είναι κινητή και γιορτάζεται το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής. Την παραμονή της γιορτής υπάρχει το έθιμο του Κλεφτοθώδορού. Τα αγόρια του χωριού τις ελεύθερων κοριτσιών και κλέβουν αντικείμενα ανεξαρτήτου αξίας ή μεγέθους. Στην συνέχεια τα μαζεύουν στην πλατεία του χωριού, έτσι ώστε οι ιδιοκτήτες να τα πάρουν πίσω το πρωί. 

Λαζαροσάββατο: Ανήμερα της γιορτής του Λαζάρου, τα παιδιά κρατώντας ομοιώματα νηπίων, είτε φτιαγμένα από πανιά, είτε κούκλες με παιδικά ρούχα, έβγαιναν στους δρόμους και τραγουδούσαν τα κάλαντα:

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,

Ήρθε η Κυριακή, τρώνε τα ψάρια,

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

Ήρθε η μάνα σου από την Πόλη,

σ’ ‘έφερε χαρτί και κομπολόι.

Γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη,

Γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.

Κι οι κοτούλες σας αυγά γεννάνε κι οι φωλίτσες σας δεν τα χωράνε.

Δως κυρία ένα αυγό,

Να σου πω και ‘φχαριστώ.

 

Πάσχα:

Οι πρώτες μέρες της Μ. Εβδομάδας ήταν αφιερωμένες στην καθαριότητα και το βάψιμο του σπιτιού και των αυλόγυρων. Τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες έβαφαν τα αυγά. Το βράδυ, όλη η οικογένεια παρακολουθούσε την «ακολουθία του νυμφίου» Μετά το τέλος της Ακολουθίας παρέμεναν στην εκκλησία ξενυχτώντας. Τη Μεγάλη Παρασκευή οι γυναίκες έφτιαχναν τα τσουρέκια, ενώ τα παιδιά έβγαιναν στα χωράφια, ώστε να μαζέψουν ζουμπούλια και αγριολούλουδα, για να στολίσουν τον επιτάφιο. Ο στολισμός του επιτάφιου γίνονταν από τα κορίτσια και τα αγόρια του χωριού, αφού είχαν κουβαλήσει όσο το δυνατόν περισσότερα λουλούδια, τον στόλιζαν ψέλνοντας τα εγκώμια. Το βράδυ, κατά τη διάρκεια της ακολουθίας του Ακάθιστου Ύμνου. Τα παιδιά του χωριού, αγόρια και κορίτσια, χωρισμένα σε ομάδες, έψαλλαν μαζί με τον ιερέα και τους ψάλτες τα Εγκώμια. Στη συνέχεια έβγαιναν όλη από την εκκλησία, ακολουθώντας τον επιτάφιο και κρατώντας ανάμενα κεριά. Περνούσαν από ένα μεγάλο μέρος του χωριού, για να καταλήξουν στα νεκροταφεία. Πάντοτε γινόταν μια στάση στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, όπου ο ιερέας διάβαζε τα μισά περίπου ονόματα των εν ζωή χωριανών και στη συνέχεα όλοι μαζί πήγαιναν στα νεκροταφεία όπου διάβαζαν τα ονόματα των νεκρών. Στην επιστροφή για την εκκλησία γινόταν μια δεύτερη στάση όπου διαβάζονταν τα υπόλοιπα ονόματα των ζωντανών. Το Μεγάλο Σάββατο ξεκινούσαν οι ετοιμασίες για το τραπέζι του μεσονυχτίου και της Κυριακής της Ανάστασης , όπως άντερα, συκωταριές για τη μαγειρίτσα, κοκορέτσι και αρνί για το φούρνο ή τη σούβλα. Ένα έθιμο το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα είναι το στρογγυλό τσουρέκι (κουλίκι) που στέλνει το νιόπαντρο ζευγάρι στους κουμπάρους του μαζί με γλυκά και καραμέλες. Την Κυριακή της Ανάστασης οι οικογένειες μαζεύονταν στα σπίτια με πολλούς συγγενείς οπού έτρωγαν, έπιναν και τραγουδούσαν.

Πρωτομαγιά: 

Η Πρωτομαγιά σήμαινε γιορτή και γλέντι κοντά στη φύση. Οι κάτοικοι του χωριού στόλιζαν τα σπίτια τους με αγριολούλουδα και αφού έπαιρναν την οικογένεια τους ξεκινούσαν για την ύπαιθρο. Το σημαντικότερο σημείο αναφοράς ήταν ο χώρος δίπλα στο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Μικροί και μεγάλοι μαζεύονταν και γλεντούσαν, με τις παρέες τους με πολύ φαί και άφθονο ποτό.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2914
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
Πισκουράς
Όνομα
Κωνσταντίνος
Εικόνες