Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ, ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

Β. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ

Στα μέσα του Αργίτε όταν το χιόνι έφτανε το ένα μέτρο και οι κρύσταλλοι σχηματίζονταν στα γεισώματα των σπιτιών, «μέραν και νύχταν σ’ οτζάχ εκαγάμ’ τα κούτσουρα και τα πελίτε και απάν την πλάκα με τα τσελίδε, έψεναμ’ τα τσορέτε και ανανίβ νηστίσιμαν πίταν. Από βραδύς, την παραμονή Χριστουγέννων, ελέγαμ’ γλυκέα παραμύθε σα μωρά μου και ατά πα Χριστούγεννα κες , έλεγαν τα κάλαντα … Χριστός γεννέθεν χαράν σου κόσμον, να καλήν ώραν καλήν ημέραν … Από μπροστίας πα θαρρώ, ξαϊ κ έλεγαν ατό τ’ αγνέρκον … να τα πούμε; Ολ’ πα κατ’ έδιναν. Πάντα νηστεύαμε για τα Χριστούγεννα. Η γέννηση του Χριστού ήταν πολύ σπουδαία γιορτή για μας. Βέβαια όχι τόσο όσο το Πάσχα, αλλά ήταν. Νηστεύαμε πολλές μέρες και περιμέναμε κυρίως όμως τα μικρά παιδιά, την ημέρα των Χριστουγέννων για να φάμε κρέας. Μόνο τότε τρώγαμε. Σφάζαμε το γουρούνι μας, τρώγαμε όσο τρώγαμε και το υπόλοιπο το φτιάχναμε καβουρμά και λίπος. Από την Πρωτοχρονιά και μέχρι τα Φώτα έπιναν τα «Μωοέρε» και ο Τσόλον πα ο Δημητριάδης έπινεν την « Τεβέν», με τα αράπικα τα καλατσίας. Μετά ερχόταν οι απόκριες, καρναβάλια όπως σήμερα δεν είχαμε. Τα καρναβάλια μας ήταν τα μωμόερα. Ντύνονταν κάποιοι άνδρες του χωριού με προβιές από ζώα, φορούσαν και κουδούνια και γυρνούσαν μέσα στο χωριό και φοβέριζαν τον κόσμο με τα μωμόερα διώχναμε το κακό από το χωριό. Καθαρά Δευτέρα κρεμούσαμε τον κουκαρά, για να μας θυμίζει ότι είμαστε σε νηστεία και ξεπλέναμε καλά όλα τα σκευή μας για να μη μείνει κανένα ίχνος λίγδας. Τρώγαμε μονάχα  τα νερόβραστα και προσέχαμε πολύ τα λόγια μας για να μην κολαστούμε. Μόλις ο κούκος από τις κορυφές της Σαμάλας, έσπαγε την βαρυχειμωνιά και προάγγελε τον ερχομό της άνοιξης, ο παπάς του χωριού έστελνε όλα τα παιδιά στις ρεματιές για να φέρουν τα Βάϊα. Στο «Βαέβαν» τα παιδιά έπαιρναν ξεροψημένα κερκέλια που τα περνούσαν σε σχήμα «χ» με τον σπάγκο στον ώμο. Τη Μεγάλη Εβδομάδα όλοι οικογενειακώς, δεν απουσιάζαμε από την εκκλησία. Η πιο θλιβερή μας όμως μέρα ήταν η Μεγάλη Παρασκευή. Όλο το χωριό πενθούσε. Την παραμονή όμως μαζευόταν τα ελεύθερα κορίτσια στην εκκλησία για να στολίσουν τον επιτάφιο. Τον επιτάφιο τον ντύναμε με σταυρό λούλουδα και αργότερα βάζαμε και λίγα στο εικονοστάσι για φυλαχτό. Την Μεγάλη Παρασκευή πηγαίναμε με το σακούλι λίγο στάρι στην εκκλησία και αργότερα το ανακατεύαμε με το σπόρο του φθινοπώρου. Το Πάσχα τα αυγά τα βάφαμε με πολλά χρώματα. Κόκκινα, τα κάναμε με κρεμμυδόφυλλα, κίτρινα με χαμομήλι και πράσινα με τσουκνίδα. Κάποιοι άνδρες κυρίως στο τσούγκρισμα «καθίζαμε και τσιχτσιράνο», δηλαδή πάνω στη ζεστή στάχτη αραδιάζανε τα αυγά, τα σκεπάζανε μ’ ένα κιούπι και έριχναν πάνω κάρβουνα κι έτσι γίνονταν γερά. Όλο το διάστημα της πρώτης μέρας του Πάσχα το τσούγκρισμα γινόταν με το μυτίν, τη δεύτερη με τον κώλο και την τρίτη με την κοιλίαν. Υπήρχε όμως και το κατρακύλισμα των αυγών στη κατηφόρα και όποιο τσουγκρίσει το άλλο. Παραμονή Πρωτομαγιάς, τα παιδιά φορούσαν τον Σταυρό του Καλομηνά που ήταν φτιαγμένος από αγριότριαντάφυλλα και μετά παίζανε στα αλώνια το ομαδικό παιχνίδι ,Νίμε. Στο μεγάλο πανηγύρι της Ανάληψης με τον αγιασμό λέγαμε γελώντας: «Εμ’ βόλταν πάω, έμ’ κέρδος έχω». Τον κερασινόν και χορτοθέρ βγάζαμε άφθονο γάλα και το πήζαμε σε ξύγαλα, το βούτορον, το χτυπούσαμε στο μεγάλο ξύλινο δοχείο μας, το ξύλαγγ’ και από το «ταν» κρατούσαμε λίγο για δροσιστικό και το υπόλοιπο το στραγγίζαμε με μεγάλα σακούλια για να πάρουμε «πασκιτάν» για την τανωμένη τη σουρβά. 

Πληροφορήτρια

 Μοχωρίδου Δέσποινα

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1137
Έτος καταγραφής
2002-03
Επώνυμο
ΦΩΤΙΑΔΟΥ
Όνομα
ΣΟΥΛΤΑΝΑ
Εικόνες