Τελετουργίες από ΜΙΚΡΟΠΟΛΕΩΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
Για τα Χριστούγεννα την σαρακοστή νήσταυαν, όταν έρχονταν φτος ο καιρός θα σφάγαν γρούνια, όλοι ειχν γρούνια σπίτια τς. Όλ’ τη σαρακουστή δεν έτρουγαν οι παλιοί να φαν, δεν έτρουγαν.
Ύστιρα, όταν κοντεύει τα Χριστούγιννα, έκοβαν το γρουν κι τότε, το γρουν, δεν είχαν υγεία να τα βάλνε κρέατα κι αυτά την πρώτη μέρα, που το σφάγαν δεν το πείραζαν καθλού νήστευαν για, ήταν παραμουνή. Έπαιρναν, το παραδοσιακό φαΐ των Χριστουγέννων το λέγαμι «μπάμπου» ημείς αυτό είνι το έντερο. Αυτό το πλενς, το καθαρίζ καλά το τουριάζ και το γεμίζεις μέσα με σικουτάκια κι λίγο ρυζάκι το βραζ, μιτά το βαζ στο φούρνο κι κοκκινίζ και κείνο ήταν το φαϊτό τ’. Το πρώτο – πρώτο, που θα φαν τα Χριστούγιννα.
Μιτά, την άλλ’ μέρα, δεύτερη μέρα τα Χριστούγιννα βάλναν το γρουν κατ’, το κόβαν κομμάτια – κομμάτια έκαμναν τον καβουρμά, το πάχος το κάμναν λίπος, αν ήταν μεγάλο το γρουν αναλόγως και έβγαινε δυο μιγάλα δουχεία λίπους, κείνο το λίπος ύστερα έφιαναν πίτεις, χαλβάδεις και φαϊτό έφιαναν.
Μετά περίμιναμι την προυτοχρονιά. Τα κάλαντα τα λέανι και τα Χριστούγιννα κ’ την προυτοχρονιά. Μιγάλα πιδιά γυρνούσαν μι καράβια, έλεγαν τα κάλαντα. Ό,τι είχαν τς δίνανε, σταφίδες, μανταρίνια, πράματα, φρούτα, λιφτά δεν είχαν τότε.
Για την προυτοχρονιά μιτά, επειδής είχανε γρούνια έκοβαν εν’ κομμάτ’ λαρδί από κείνο το παστό που εφιάνανε έδωναν κι ένα κομμάτ’ τέτοιου του πιδί.
Τα Χριστούγιννα το βράδ’, εν τω μεταξύ, πριν να ξημερώσει τα Χριστούγιννα έκαμναν χαλβά οι μάνις μας και έβγαιναν όξω και έπιρναν στου χερ’ στο πηρούν’ χαλβά κι δήθεν έδνε τα «καρκατσέλια» (= καλικάντζαροι), για να μην τους κάνε κακό τα «καρκατσέλια». Το καντήλ’ όλ’ την νύχτα έκαιε το τζάκι τα Χριστούγιννα, όταν ξημέρωνι την φωτιά δεν την σβούσαν καθλού και περίμιναν ν’ γεννθεί Χριστός να δουν το άστρο «εκεί είνι ο Χριστός γεννμένος» έλεγανι.
Σηκόνουνταν, πάεναν στην εκκλησία μιτά όλα τα παιδιά πήγαινα στου πιο μεγάλο, τον έκαμναν τα χρόνια πολλά και κάθονταν κ’ έτρωγαν όλ’ μαζί, ύστιρα ήπιαν κρασάκι, τραγουδούσαν κι χόρευαν.
Το δωδεκαήμερο
Μετά τα Χριστούγιννα μέχρ΄ την Προυτοχρονιά κείνες μέρες είνι, πο λέμε τα καρκατσέλια» δεν βγαίν΄ όξω, δεν κάνς πολλές δλειές να ξεσηκώσεις τα σπίτια σ΄. Τα Χριστούγιννα μέχρι την Προυτοχρονιά γλεντούσαμι σε καφενεία, σι σπίτια. Ήταν μέρα φχάριστη πολ΄.
Την Προυτοχρονιά ότι γλυκό είχς να κάνς δεν είνι όπως κάνουν τώρα, πίτεις γλυκές με καρύδια με σουσάμι αυτά ήταν τα γλυκά, καμιά κολοκυθόπιτα. Την Προυτοχρονιά δεν έκοβαμι την πίτα του βραδ΄ όπους τώρα μετά τις δώδεκα, πο αλλάζ΄ χρόνος, την έκοβαμι κατ΄ τς οχτώ το πρωί έκαναμι τις πίτεις ανάβαμι τ΄ φούρνο γειτονιά όλοι. Πίτα ήταν τέτοια την εβάλναμι στου φούρνου εβάλναμι κι τα σημάδια τα βόδια, το φράγκο, τα λιφτά, το σπίτ΄ να όλα. Όταν έρχονταν η ώρα μαζεύονταν όλ΄ οι κογένεια γυρίζαν το ταψί τρεις φορές γρήγορα για να πάει έτς΄ γρήγορα ο χρόνος, ο πιο μιγάλος οικογενειάρχς του σπιτιού κι έκοβε την πίτα.
Τα Θεοφάνια όμους, όταν έχς κάποιον όχ΄ να εκδικηθείς, να κάνς αστεία τον έπιρναν και τον πάιναν στ΄ αυλή να τον βρέξουν, κι έταζε άλλος τον έκαμαν μούσκιμα μέχρι, που έταζι τι ήθιλες ΄συ.
Γιορτή του Φεβρουαρίου
Μιτά ήταν Φλιβάρς είχαν τον Άγιο Αθανάσιο. Τον γιόρταζαν πουλύ ΄κει, τον λέγαν κι κάπους δεν θμαμαι, γιατί ήταν μικρός.
Αποκριές
Μιτά είχανς τις απόκριες γλυντούσαν, χόριβαν. Λίγοι μασκαρευόταν όχ΄ όπους τώρα με στολές κι τέτοια, έβαναν παλιά ρούχα και κουκούλς στα κεφάλια κ΄ έβγαιναν του βράδ΄ όξω, πάεναν στα σπίτια, κάμαν πλάκεις.
Κινητές Εορτές
Του Πάσχα μιτά πάλ΄ νηστεία. Την Ανάσταση το βράδ΄ περιμέναμ΄ να χτυπίς΄ καμπάνα, να πάμι στην κλησιά, λαμπάδεις, τοιμασίες και να πάμι στην Ανάστας΄ όλοι. Γυρίζοντας απ΄ την Ανάστας΄ θα περάσμ΄ απ΄ τουν μιγαλύτερο, τον πατέρα, τον γονιόν. Ο παππούς περίν΄ ότι θα ρθούν τα πιδιά απ΄ τν εκκλησία να τον κάνουν Χριστός Ανέστη, θα τα έδωνε κόκκινο αυγό.
Τα αυγά τα βάφαμι την Πέμπτη προυί- προυί. Τα πρώτα- πρώτα τρία αυγά θα τα βάλνς στην εικόνα, ένα για τν Παναγία, ένα για τον Χριστό κι το Θεό ένα. Έπιρναν μπουγιά να βάλναν μες΄ το νιρό κι τα βάφαν.
Αυγά όμους έφιαχναν και τα απόκριες. Κρεμνούσαν στ΄ λάμπα ένα αυγό με κλωστή, το γερνούσαν και προσπαθούσαν τα πιδιά κάθουνταν κάτου απ΄ την λάμπα κι προσπαθούσαν να το πιάσνε με το στόμα τς. Τς απόκριες έδιναν κι το σκλί. Το δεναν με σκοινί, το τύλιγαν, το τύλιγαν και μιτά τ΄ άφναν το σκοινί και το σκλί πάενε μια απού ΄δω μια απού ΄κει και τα φιανε κι πάνου τ΄.
Του Πάσχα του προυί πάεναν στην κλησία, έρχουνταν κι ξικινούσαν να ψήσν και τ΄ αρνί, αν ήθλς να το κανς στην σούβλα, αν ήθλς το καμνες φαγητό, ιδίως το κάμναμι σούβλα. Και θα πήγαιναν τα πιδιά στ΄ πατεράδεις κει θα γένονταν το κακό το μεγάλο, ήπιναν, έτρωγαν, τραβούσαν κι ένα χορό.
Την πεντηκοστή ύστερα είναι 40 μέρεις, 50 και 40 μέρεις περιμέναμι ύστιρα κλησιές και πράματα.
Ακίνητες γιορτές της Άνοιξης
Ύστιρα ξκινουσαν τα πανηγύρια. Κάθε χωριό ποιο μουναστήρ είχε και ξωκκλήσι έκανε πανηίρ. Την πανηίρ τοιμασίες μιγάλς, θα βάλνμε τα καλά φουστάνια τα καλά τα σαλβάρια, σαλβάρια έβαλνανι τότε θα παν στην πανηίρ. Κει θα πηγαίναν τα κορίτσια, κι γάμπριζαν. Αν ήθλες να χουρέψς με του παλικάρ, θα έδουνες το μαντήλ να μην σε πιάς΄ του χέρ και στου σφύξ΄, να δείξνε καλή διαγωγή. Χόρευαν στα πανηίρια τα αγόρια μυθούσαν κει, που μεθούσνε δέρνονταν κιόλα. Μαζεύουνταν σ΄ ένα μιγάλου ανοιχτού μέρους είχαν και έκαμαν… εξ άντρες ήταν κάτου και όσοι είναι κάτ΄ είνι κι πάνου. Οι ακάτου είχνε τα χέρι τς έτς΄ πιασμένα και ανέβαιναν οι απάν΄ και χόρευαν ένα χορό στους ώμους απάν΄ των άλλων και το λεγαν « Γόντορ γόντορ χελιδόντορ, τα χελιδονάκια» μέχρ΄ που τελείωνε ο σκοπός αυτός και πηδούσαν μισά ύστιρα και ξεκινούσαν μιτά το χορό. Έτσι ξεκινούσε και ο χορός το Πάσχα, μαζεύουνταν, τα όργανα έπιζαν κι έκαμναν αυτό.
Γιορτές του Καλοκαιρού
Μιτά τς δεκαπέντ Αυγούστου το γιορτάζν, πουλύ καλά. Πάλι την περμέναμι, κάναμε νηστεία δικαπέντε μέρες, κοινωνούσαμι όλοι, κλησιάζονταν όλοι. Τελείωναν οι δουλειές είχαμι πολλές, έλεγαν μέχρ τς δικαπέντ αυγούστ΄ θα τελειώσμε ή τα βαμβάκια ή τ΄ θέρος. Ιδίως σιτηρά έφιαχναν.
Γιορτές του Φθινοπώρου
Το φθινόπωρο είχνε τον Άγια- Δημήτρ, τον Άγιο- Νικόλα γιόρταζαν τα καράβια.