Τελετουργίες από Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ
ΒΑΦΕΪΚΑ
Μια ήταν η γιορτή κατά την οποία δεν απουσίαζε κανένας Σ. από την εκκλησία. Η Ανάσταση, η Λαμπρή. Στην Ανάσταση θα ξεκινήσουν όλοι για την εκκλησία μικροί, μεγάλοι. Δεν έμενε κανένας στη στάνη, γερόντοι, άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά ξεκινούσαν «εν πομπή» από τη στάνη και πήγαιναν στην εκκλησία του κοντινότερου χωριού για να ακούσουν το «Χριστός Ανέστη» και να κοινωνήσουν. Σε μερικές άλλες γιορτές πήγαιναν στην εκκλησία μόνο οι γυναίκες. Τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, το Ψυχοσάββατο του Αγίου Θεοδώρου, τ’Άη Γιώργη, του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο.
Όσον αφορά τα Χριστούγεννα οι Σ. πίστευαν πως όταν γεννήθηκε ο Χριστός οι βοσκοί ήταν οι πρώτοι που πήγαν και τον προσκύνησαν και γι’αυτό είναι ευλογημένοι. Πήγαν στην Παναγία κουλούρα ψηνένη στα κάρβουνα. Έτσι τα Χριστούγεννα εκτός από το κρέας και το γάλα, έφτιαχναν τα «σπάργανα», τα κουλούρια και τη Χριστοκουλούρα. Τα «σπάργανα» ήταν ψιλή καθάρια κουλούρα ψημένη στη θράκα για να θυμίζουν τη κουλούρα που πήγαν οι βοσκοί στην Παναγία. Τα κουλούρια τα ζυμώναν με γάλα, ζάχαρη και αυγά. Από τη παραμονή των Χριστουγέννων άναβαν τη φωτιά και δεν την άφηναν να σβήσει δώδεκα μέρες, όσες δηλαδή ήταν και τα «παγανά». Τα «παγανά» (καλικάτζαροι) ήταν τα «όξω απ’δώ» και άμα έβλεπαν τη φωτιά δεν ζύγωναν. Εκτός από τα «σπάργανα» του Χριστού, τις κουλούρες, έφτιαχναν και το Χριστόψωμο ή τη Χριστοκουλούρα. Η Χριστοκουλούρα έπρεπε να γίνει κεντητή. Τα κεντήματα οι Σ. τα σχεδίαζαν με τα δάχτυλα, το πιρούνι, το μαχαίρι και το φλυτζάνι. Πάνω στη Χριστοκουλούρα εκτός από τη φάτνη που σχεδίαζαν, έφτιαχναν και άλλα σχέδια που συμβόλιζαν τα πρόβατα και τα άλογα.
Τα μικρά παιδιά πήγαιναν πρωί-πρωί πριν ακόμη φέξει καλά σ’όλα τα κανάτια της στάνης μ’ένα «ντροβά» (κάτι σαν τσάντα) κρεμασμένα στον ώμο, κρατώντας στα χέρια ένα κλαρί πουρνάρι ή μια σπαραγγιά και το έβαζαν στη θράκα. Όταν αυτό τριζοβολούσε, έλεγαν: «Χρόνια Πολλά. Αρνιά, κατσίκια, ν’φάδες, γαμπροί κι ευτυχία στο νέο χρόνο». Οι νοικοκυρές τότε κέρναγαν τα παιδιά κουλούρια και άλλα καλούδια. Το μεσημέρι έστρωναν τραπέζι για την οικογένεια και γλεντούσαν όλοι μαζί.
Τώρα τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς οι Σ. είχαν έθιμο να πυροβολούν στον αέρα. Οι γυναίκες στο τσελιγκάτο απ΄τη παραμονή προετοίμαζαν τα φαγητά κι έκαναν «βασιλοκλούρες» όπως έλεγαν τις κουλούρες τ’Άη Βασιλή. Οι «βασιλοκλούρες» ήταν ψωμί ζυμωμένο τις οποίες στόλιζαν με διάφορα κεντίδια επάνω που τα έκαναν με το πιρούνι. Τη «βασιλοκλούρα» την έτριβαν ψιλά κομμάτια μέσα σε ένα μεγάλο ταψί. Έπειτα έριχναν από πάνω βούτυρο αφού προηγουμένως το έκαιγαν με τυρί στο τηγάνι, πρόσθεταν ζάχαρη και τα ανακάτευαν όλα μαζί. Έτσι γίνονταν ένα νόστιμο φαγητό που το έλεγαν «μπουκουβάλα». Μέσα στη «μπουκουβάλα» έβαζαν μια χρυσή λίρα κι ένα «στεφανάτι για το μαντρί», δηλαδή ένα μικρό πράσινο κλαράκι σε σχήμα κύκλου. Την έτρωγαν με το κουτάλι την Πρωτοχρονιά το πρωί. Όταν την έτρωγαν, ένας τυχερός από την οικογένεια έβρισκε τη λίρα κι άλλος τυχερός έβρισκε το «μαντρί» όπως έλεγαν το κλαράκι. Αν τα πρόβατα γεννούσαν, έπρεπε να παν μετά το φαγητό να τα ξεγεννήσουν. Αν δεν είχαν γέννα γλεντούσαν μέχρι το βράδυ τρώγοντας ψητό, πίνοντας κρασί και τραγουδώντας με το στόμα διάφορα τραγούδια.
Την παραμονή των Φώτων δεν αρταίνονταν κανένας Σαρακατσάνος για να είναι καθαρός ώστε να φωτιστεί.
Ανήμερα των Φώτων οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία και έπερναν αγιασμένο νερό. Όταν γύρναγαν με το αγίασμα ράντιζαν το κονάκι και έδιναν να πιούν οι άνθρωποι. Μετά πήγαιναν και ράντιζαν και τα μαντριά και το βράδυ που γύρναγαν τα πρόβατα τα ράντιζαν και αυτά. Άφηναν όμως λίγο νερό σ’ένα μπουκαλάκι και το έβαζαν στο εικονοστάσι «για το καλό». Επίσης, των Φώτων οι Σαρακατσάνες πήγαιναν στο ποτάμι να πλύνουν τα εικονίσματα. Πρώτα τα έβρεχαν και μετά τα έτριβαν με ένα κρεμμύδι. Στη συνέχεια τα ξέπλεναν με το νερό του ποταμού. Την ημέρα αυτή έκαναν «στριφτόπ’τα» δηλαδή πίτα με τυρί και βούτυρο. Τέλος τη νύχτα των Φώτων παρακολουθούσαν πολύ και τα όνειρα.
Τις απόκριες οι Σαρακατσαναίοι δεν ντύνονταν μασκαράδες.
Στη συνέχεια του Ευαγγελισμού στις 25 Μαρτίου οι Σαρακατσαναίοι εκείνη την ημέρα έτρωγαν μόνο ψάρια που τα αγόραζαν απ’το παζάρι. Τα έκαναν τηγανιά.
Την Καθαρά Δευτέρα και την Τρίτη οι γυναίκες κράταγαν αυστηρή νηστεία. Χωρίς να φάνε ψωμί και φαγητό και χωρίς να πιούν νερό. Την νηστεία αυτή έταζαν ότι την κάνουν για κάποιο πρόσωπο ζωντανό ή πεθαμένο. (Δηλαδή είτε για την υγεία του ζωντανού, είτε για την ανάπαυση της ψυχής του πεθαμένου)
Είχαν μαζί τους, όμως, ένα κομμάτι ψωμί κι ένα μπουκάλι νερό, αλλά δεν τα πείραζαν. Πίστευαν πως έχοντας ψωμί και νερό έκαναν το χατίρι του Χριστού που έλεγε στο διάβολο «έχει και δεν τρώει» ενώ ο διάβολος έλεγε στο Χριστό «δεν έχει και δεν τρώει». Όταν περνούσε η Τετάρτη έκαναν κομπόστα, «κλουρούλες» και φασόλια βρασμένα που έδιναν από λίγο σε δύο-τρία καλύβια.
Την ημέρα των Βαΐων έτρωγαν μόνο ψάρια.
Η Λαμπρή ήταν η μεγαλύτερη γιορτή. Γιόρταζαν πολύ όμορφα στους Σαρακατσαναίους. Η προετοιμασία για τη Λαμπρή ήταν μεγάλο πράγμα. Πρώτα-πρώτα έπρεπε να διαλέξουν το «λαμπριότικο». Το «λαμπριότικο» θα ήταν το καλύτερο αρνί που θα βύζαινε μέχρι την ημέρα της Λαμπρής. Δεν το απόκοβαν όταν είχαν αποκόψει τα άλλα αρνιά. Το έβαφαν κόκκινο για να ξεχωρίζει. Την Μεγάλη Πέμπτη έκοβαν τη σούβλα. Συνήθως από γκορτζιά γιατί η γκορτζιά είχε καλή μυρωδιά. Θα πήγαιναν στο παζάρι ν’αγοράσουν λαμπάδες, βαφή για τα αυγά, καινούργια παπούτσια και κρασί. Μοίραζαν το γάλα το Μεγάλο Σάββατο σ’όλα τα κονάκια και στους χωριάτες που ήταν στο διπλανό χωριό. Τη Λαμπρή μεταλάμβαιναν όλοι, μικροί, μεγάλοι. Όποιος ένιωθε ότι είχε πέσει σε παράπτωμα και τον «βάραινε» κάτι, δεν πήγαινε να μεταλάβει, αν πρώτα δεν πήγαινε σε εξομολόγο. Αν μια γυναίκα είχε αποβάλει έπρεπε να εξομολογηθεί πρώτα και αφού της επέτρεπε ο παπάς μεταλάμβανε. Ένα μεγάλο αυγό το έβαζαν στο εικόνιμσα μέχρι την ημέρα της αναλήψεως. Το μεσημέρι έψηναν όλοι τα’αρνιά στη σούβλα κι έτρωγαν όλη η οικογένεια το πασχαλινό τραπέζι. Από το βράδυ της Κυριακής μέχρι και τη Δευτέρα της Λαμπρής πήγαιναν επισκέψεις όλοι οι άνδρες στα κονάκια. Εύχονταν, τσούγκριζαν αυγά και έτρωγαν, έπιναν καθώς και τραγουδούσαν.
Την παραμονή κάθε μεγάλης γιορτής και κάθε Σαββατόβραδο άναβαν το καντήλι του εικονλισματος. Στο εικόνισμα απαραιτήτως, έπρεπε να έχουν την εικόνα της Παναγίας και τον «Άγιο του σπιτιού». Ο «Άγιος του σπιτιού» ήταν κατά κάποιο τρόπο ο προστάτης της οικογένειας. Κληροδοτούνταν από γενιά σε γενιά. Πολλοί γιόρταζαν της Παναγίας το 15αύγουστο του Σωτήρος και άλλες μεγάλες γιορτές, όπως του Αγίου Γεωργίου, του Άη Γιάννη, του Αγίου Δημητρίου του Σταυρού.
Τα ψυχοσάββατα της πεντηκοστής ήταν και αυτά κάτι το οποίο δεν ξεχνούσαν ποτέ οι Σαρακατσάνες. Οι ετοιμασίες των Σαρακατσαναίων κατά τα ψυχοσάββατα της πεντηκοστής άρχιζαν στο τσελιγκάτο από την προηγούμενη μέρα και ακολουθούσαν μια ορισμένη «τάξη». Την Παρασκευή τα κορίτσια και οι γυναίκες πήγαιναν στο βουνό και μάζευαν ξύλα. Έκοβαν επίσης και μια αγκαλιά κλαριά από χλωρές οξιές με πράσινα φύλλα. Όταν γύριζαν στα καλύβια έστρωναν τα κλαριά με τα φύλλα κι επάνω σ’αυτά τοποθετούσαν το σκαφίδι που ζύμωναν το ψωμί της οικογένειας. Εκεί μέσα ζύμωναν το αλεύρι για να φτιάξουν το ψωμί των ψυχών που θα μοίραζαν την επόμενη ημέρα. Όταν φούσκωνε το ζυμάρι το έφτιαχναν μικρές «κλουρούλες» τις οποίες τις σφράγιζαν με το σφραγιστήρι (που το πούλαγαν οι καλόγεροι από το Άγιο Όρος) και τις έβαζαν να ψηθούν στο φούρνο. Όταν ψήνονταν οι «κλουρούλες» τις τοποθετούσαν στις «τάβλες». Μετά καταπιάνονταν να ετοιμάσουν το στάρι (σιτάρι) για τα κόλυβα. Το καθάριζαν καλά για να μην έχει πέτρες και ξένα σώματα , το έπλεναν και το έβαζαν να βράσει. Αφού έβραζε το κόλυβο, το βράδυ της Παρασκευής το άπλωναν σε μεγάλα ταψιά και το στόλιζαν με διάφορα στολίδια (σταφίδες, ζάχαρη και κανέλλα). Επάνω στο κόλυβο έκαναν σταυρούς και έγραφαν τα αρχικά του ονόματος. Το ίδιο βράδυ κάθε οικογένεια έσφαζε απαραιτήτως ένα αρνί το οποίο έψηνε στη σούβλα ή στο γάστρο. Τότε μοίραζαν το σιτάρι και μια κουλούρα σε κάθε οικογένεια. Το πρωί του Σαββάτου έβαζαν σε ένα πιάτο ένα κομμάτι ψημένο κρέας, ένα κομμάτι τυρί και τα μοίραζαν στις άλλεςοικογένειες μαζί με τις κουλούρες που είχαν φτιάξει την Παρασκευή. Από μια ξύλινη «κάφα» ή ένα μεγάλο μπουκάλι γεμάτο κρασί μοίραζαν από ένα ποτήρι σε κάθε καλύβι. Μαζί κουβαλούσαν και τα’ασημένιο παγούρι γεμάτο ούζο απ’το οποίο έπιναν μια ρουφηξιά οι γέροντες λέγοντας «θεός σχώρεσ’τον». Η διανομή των κόλυβων και του κρέατος γινόταν απ’τα κορίτσια και τις «ν’φάδες» κάθε οικογένειας οι οποίες ήταν «αρματωμένες» (στολισμένες με την καλή φορεσιά και όλα τα χρυσαφικά). Το πρωί της Κυριακής ετοίμαζαν άλλο κόλυβο και το μοίραζαν την ίδια ημέρα αφού στερέωναν επάνω σ’αυτό αναμένα κεριά και το θυμιάτιζαν (εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το τσελιγκάτο λόγω της νομαδικής ζωής του δεν είχε μόνμη εγκατάσταση και τα καλύβια ήταν σε ορεινές περιοχές και πολλές φορές μακριά από κατοικημένες τόπους. Για αυτό δεν υπήρχε παπάς στο τσελιγκάτο ο οποίος θα «διάβαζε» τα κόλυβα και θα έψελνε τις συγχωρητικές ευχές. Οι Σαρακατσαναίοι θέλοντας όμως να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους νεκρούς τους οποίους πάντα θυμόταν και τιμούσαν, προσάρμοσαν με το πέρασμα του χρόνου τα έθιμα του ψυχοσάββατου και αρκούνταν στο άναμα των κεριών και στο «θυμιάτ’σμα» των κόλυβων. Στις μεγάλες γιορτές του καλοκαιριού δηλαδή του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Παρασκευής, το Δεκαπενταύγουστο και της «Μικρής Παναγίας» (8 Σεπτεμβρίου) έκαναν τάματα στους Αγίους («γκουρμπάνια» όπως λεγονται) κι ετοίμαζαν γλέντια στο τσελιγκάτο. Όσες οικογένειες είχαν τάμα, έσφαζαν από ένα αρνί που το έψηναν στο «γάστρο» ή στη σούβλα. Απ’τα ψημένα «ροέβαν» δηλαδή μοίραζαν στις υπόλοιπες οικογένειες από ένα «κοψίδι» (μια μερίδα) κρέας. Τα υπόλοιπα τα συγκέντρωναν σ’ένα απ’τα καλύβια. Από πριν έριχναν κλήρο, διότι γιόρταζαν πολλές οικογένειες, σε ποιανού το καλύβι θα μαζευτούν τα κρέατα και θα γίνει το γλέντι. Εκεί μαζεύονταν όλοι μαζί και γλεντούσαν. Μέσα στο καλύβι έστρωναν «τάβλες» γύρω γύρω και κάθονταν σταυροπόδι πάνω σε βελέντζες. Η «τάβλα» είναι στρωσίδι υφαντό με κεντήματα και με φούντες μακρύ περί τα τρία μέτρα και φάρδος μισό μέτρο. Το έστρωναν σαν τραπεζομάντηλο πάνω απ’τις βελέντζες και πάνω εκεί σερβίριζαν τα πιάτα με τα φαγητά και τα διάφορα ποτά.
Τρώγοντας έπιναν ούζο ή τσίπουρο με το παγούρι και τραγουδούσαν με το στόμα σε δύο παρέες (αντικρυστά):
Αφέντη μου στην τάβλα σου
χρυσή καντήλι καίει
Δίχως το λάδι και κερί
φέγγει τον κόσμο όλο
Φέγγει και τον αφέντη του
να στέκει ν ακερνάει
Διασκέδαζαν έτσι μέχρι αργά τη νύχτα με διάφορα τραγούδια και αστεία.
Γενικά η θρησκεία ήταν πολύ σημαντική για τον Σαρακατσάνο. Την πίστη στο θεό οι Σαρακατσαναίοι την ενέπνεαν στα παιδιά τους από πολύ μικρή ηλικία. Κυρίαρχο τυπολατρικό στοιχείο ήταν ο σταυρός. Σε κάθε περίπτωση και πριν άρχισαν αποιαδήποτε σοβαρή δουλειά έκαναν τον σταυρό τους. Το βράδυ, πριν κοιμηθούν, στρέφονταν προς την Ανατολή, «κατ’εκεί π’βγαιν’ου ήλιος» κι έκαναν τον σταυρό τους λέγοντας απλά δυο λέξεις: «καλό ξημέρωμα».
Σ’όλα τα έργα τέχνης τους, ξύλινα υφαντά, κεντητά κυριαρχεί ο σταυρός. Ακόμη δεν άρχιζαν να φάνε χωρίς να κάνουν το σταυρό τους.
Προσευχές δεν ήξεραν να πουν: «θε μ’φύλαξε ούλον τουν κόσμου κι μένα». Αυτή ήταν η προσευχή που μάθαιναν οι μανάδες στα παιδιά τους. Το «Πάτερ Ημών» αν ήξερες να το λες σε οποιαδήποτε «κακιά ώρα» που τυχόν τύχαινε να μπερδευτείς με τον «όξω από’δω» έφευγαν μακριά οι σατανάδες. Γιατί οι Σαρακατσαναίοι, όπως πίστευαν απόλυτα και χωρίς αμφιβολία ότι υπάρχει θεός, άλλο τόσο πίστευαν ότι υπάρχει κι ο διάβολος, ο «όξω απ’δω», όπως τον έλεγαν γιατί δεν έπρεπε να βάλλουν τη λέξη «διάβολος ή σατανάς» στο στόμα τους, ήταν αμαρτία. Μεγάλη ήταν η πίστη τους στην Παναγία και στους Αγίους. Πίστευαν πολύ προπαντώς οι γυναίκες, στη δύναμη της Παναγίας και των Αγίων. Και μάλιστα θεωρούσαν σίγουρο ότι με τη βοήθεια τους πολλές φορές τα άρρωστα παιδιά τους γίνονταν καλά.