Τελετουργίες από ΚΡΥΟΝΕΡΙΟΥ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΙΙΙ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Β. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
«Την σαρακοστή κάναμε πάντα νηστεία. Όλα τα τρώγαμε με λάδι εκτός Τετάρτης και Παρασκευής. Ο υπόλοιπος χρόνος δεν είχε διαφορά με την νηστεία των Χριστουγέννων. Τις Κυριακές και τις γιορτές πάντα πηγαίναμε στην Εκκλησία. Ψάρι τρώγαμε μέχρι την γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνος. Κατάλυσις πάντα και αποφυγή να βγαίνουν οι άνθρωποι και
(σελ.42)
να γλεντάνε μέχρι του αγιασμού των υδάτων.
Τα Θεοφάνεια. Την παραμονή των Φώτων ανάβαμε κεριά και κάναμε κουλούρια από άζυμο δηλαδή από ζυμάρι χωρίς μαγιά εις μνήμην των αποθανόντων. Εμείς αυτά τα κάνουμε ακόμα γιατί έχουν συμβολική σημασία. Το έκαναν οι γονείς μας, το κάνουμε κι εμείς. Αυτά είναι τα έθιμα δεν είναι από κάποιο αγιογραφικό βιβλίο. Την παραμονή των Φώτων πάμε τον αγιασμό και ρίχνουμε στα χωράφια για ευλογία. Στο χωριό υπήρχε μια δεξαμενή για τα καπνόφυτα, εκεί ρίχναμε τον σταυρό. Τα Χριστούγεννα στο τραπέζι είχαμε πάντα κεσκέκι. Επίσης ξέχασα να πω ότι σε όποιον έπιανε τον σταυρό ο ιερέας του ευχόταν υγεία και ευλογία, μετά έβαζαν τον σταυρό σε ένα δίσκο και τον γυρνούσαν σε όλο το χωριό. Άλλες γιορτές που συνηθίζαμε να τις γιορτάζουμε με εκκλησιασμό ήταν η Υπαπαντή στις 2 Φεβρουαρίου η υποδοχή του Κυρίου από τον Συμεών, της Αναλήψεως, του Αγίου Κων/νου και της Αγίας Ελένης στις 21 Μαΐου και άλλες.
Την σαρακοστή είχαμε εκκλησιασμό πάντα και νηστεία. Το Πάσχα το γιορτάζαμε όπως ακριβώς και σήμερα, Μαζευόμασταν στο σπίτι του
(σελ.43)
παππού, είχαμε πλούσιο τραπέζι με το κατσίκι, τα σαρμαδάκια και γενικά με … Φυσικά δεν έλειπαν τα αυγά που ήταν βαμμένα με κρεμμυδόφυλλα. Επίσης μεγάλες γιορτές είχαμε φυσικά τον Δεκαπενταύγουστο όπου επισκεπτόμασταν την Σέλιανη – γειτονικό χωριό αλλά και του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου».
Ιερέας Σάββας Χατζηλαζαρίδης, ετών 75.
«Του Αγίου Πνεύματος είχαμε πανηγύρι στο χωριό. Από βραδύς πηγαίναμε στον εσπερινό όλοι. Από τότε πήγαιναν και κοτόπουλα και κοπανισμένο σιτάρι και κάνανε 3-4 καζάνια. Μέχρι το πρωί τα ζεσταίνανε, τις πρωϊνές ώρες τα χτυπούσανε με μεγάλες ξύλινες κουτάλες. Έβραζε μέσα στο καζάνι το σιτάρι με 5 κότες. Όταν το τελειώνανε καίγανε αγελαδινό βούτυρο και το ρίχνανε και πάλι το χτυπούσανε. Γινότανε κρέμα. Την άλλη μέρα της γιορτής ο κόσμος ερχόταν από τα γύρω χωριά και όλοι τρώγανε. Μετά πηγαίναν να ξεκουραστούν και το βράδυ δωσ’ του πάλι στο χορό».
Ελένη Χατζηλαζαρίδου (το γένος Φωτιάδου), ετών 73.