Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΜΑΓΙΚΟΥ, Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α. Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

« Η σαρακοστή αρχίζει από τις 14 Νοεμβρίου ημέρα του Αγίου Φιλίππου και τελειώνει την παραμονή των Χριστουγέννων. Μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα στις 12 Δεκεμβρίου έτρωγαν ψάρι και μετά σταματούσαν να το τρώνε.  Την παραμονή των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές ζύμωναν το Χριστόψωμο, θύμιαζαν και έσφαζαν οι άνδρες το γουρούνι. Όλο το χωριό γέμιζε από τις φωνές των ζώων αλλά και από τις χαρούμενες φωνές των μικρών παιδιών που έτρεχαν να πάρουν τη φούσκα από τα γουρούνια να την κάνουν μπάλα για να παίξουν. Το βράδυ, μόλις βασίλευε ο ήλιος τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα για να μαζέψουν ξυλοκέρατα, μήλα, μανταρίνια, λεφτά δεν είχαν τότε για να δώσουν. Στα μεγάλα παλικάρια που καλάντιζαν σε ομάδες με το ακορντεόν για να ενισχύσουν την ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού τους έδιναν λίγα χρήματα»

Αραμπατζή Ελένη 

β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)

«Τα ξημερώματα των Χριστουγέννων πήγαιναν στην εκκλησία και μετά την εκκλησία έστρωναν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι με χίλια καλούδια.  Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές έκαναν τις πίτες με τυρί και μέσα έβαζαν το φλουρί. Εκτός όμως από το φλουρί έβαζαν καλαμπόκι, σιτάρι και ότι καλλιεργούσαν. Την ίδια ημέρα έσφαζαν και τον κόκορα. Το βράδυ θύμιαζαν πάλι το τραπέζι και έμεν στρωμμένο για να έρθει ο Άη Βασίλης να φάει. Τα μεσάνυχτα, στην αλλαγή του χρόνου, έτρεχαν να δώσουν ο ένας στον άλλον ευχές, να ανοίξουν τη βρύση για να τρέξει το καλό σαν το νερό, κουνούσαν το κάρο για να περπατάει όλο το χρόνο, έφερναν μια αγκαλιά ξύλα για το τζάκι και αν ήταν ζευγαρωτά θα παντρεύονταν η κόρη και τέλος σπάζανε το ρόδι για να είναι μύρια τα καλά ετούτη τη χρονιά. Το πρωί μετά την εκκλησία δεν κάνανε επισκέψεις και στο σπίτι έμπαινε μέσα μόνο ένα μικρό συνήθως παιδί για να κάνει ποδαρικό με μια βέργα σκάλιζε τη στάχτη στο τζάκι και έλεγε σούρβα – σούρβα και εις έτη πολλά πιστεύουν ότι αν έχει καλό ποδαρικό, θα έχουν καλή σοδειά, τύχη και πολλές κλώσσες. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς στο τραπέζι ο αφέντης σταύρωνε τρεις φορές με το μαχαίρι το ταψί της τυρόπιτας, το έκοβαν σε κομμάτια και μετά χώριζε ένα κομμάτι για το Χριστό, ένα για την Παναγία, ένα για τον Άη Βασίλη, ένα για το σπίτι, ένα για τα ζώα και ένα για τα χωράφια. Μετά έφερνε μια σβούρα το ταψί και ότι κομμάτι τύχαινε μπροστά σου εκείνο έπαιρνες. Αν έβρισκες το φλουρί ήσουν ο πιο τυχερός και με αυτό άναβες κεράκι, αν έβρισκες το καλαμπόκι τύχαινες τα κτήματα κ.τ.λ. Το Δωδεκαήμερο αν λουζόσουν το βράδυ δεν πετούσες τα νερά έξω στην αυλή (τότε έκαναν μπάνιο στη σκάφη) γιατί ήταν τα νερά αφώτιστα και πάθαινες κακό. Όλο το Δωδεκαήμερο οι μωρομάνες δεν άφηναν έξω το βράδυ απλωμένα ρούχα του μωρού γιατί πάθαινε κακό το παιδί. Τα Φώτα έριχναν το σταυρό στο ποτάμι μετά τη λειτουργία. Όλοι πήγαιναν με τον παπά τα εξαπτέρυγα για να δουν τον αγιασμό των υδάτων. Τα παλικάρια έπεφταν στο ποτάμι για να πιάσουν το σταυρό και μετά το γύριζαν σ’όλο το χωριό για να τον προσκυνήσουν όλοι οι κάτοικοι, να πάρουν την ευλογία του και να μαζέψουν χρήματα. Το βράδυ γίνονταν λαμπαδοφορία. Παιδιά και νέοι κρατώντας ξύλα που στην άκρη τους είχαν δεμένα κουτιά, έβαζαν μέσα στουπί με πετρέλαιο, άναβαν φωτιά και με αυτά γύριζαν όλο το χωριό. Όταν τελείωναν τα συγκέντρωναν όλα τα ξύλα στη πλατεία, άναβαν μεγάλη φωτιά και χόρευαν γύρω από αυτή».

Μπόζη Δήμητρα


γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου

« Είναι το τριήμερο Τρύφων – Υπαπαντής – Συμεών.
  Του Αγίου Τρύφωνος γιόρταζαν οι αμπελουργοί. Ήταν προστάτης των χωραφιών. Οι άνθρωποι έπαιρναν το πρωί τον αγιασμό από την εκκλησία και τον έριχναν στα χωράφια για να έχουν καλή σοδειά.
  Της Υπαπαντής γιόρταζαν οι μανάδες, πήγαιναν τα μωρά τους στην εκκλησία και του Αγίου Συμεών γιόρταζαν οι έγκυες. Την ημέρα αυτή οι έγκυες δεν έκαναν καμία δουλειά γιατί αν τις έβλεπε κάποιος και το μελετούσε, δηλαδή τις έλεγε τί κάνει θα σημαδευόταν το μωρό. Για αυτό πρόσεχαν πολύ. Δεν έπιαναν ούτε μαχαίρι ούτε ψαλίδι κι αν το μελετούσε κάποιος έπιαναν τα πισινά τους για να πάει εκεί το σημάδι».
Μπόζη Δήμητρα


 δ. Απόκριες

«Όταν έρχονταν η Κυριακή της Τυρινής το βράδυ όλοι οι χωριανοί πήγαιναν στον εσπερινό της συγχωρήσεως για να ζητήσει συγχώρεση ο ένας από τον άλλον και με καθαρή τη ψυχή τους να ξεκινήσουν τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής.
Μετά πήγαιναν στο σπίτι συγκεντρώνονταν γύρω από το τζάκι έτρωγαν βρασμένο αυγό και έλεγαν ‘με αυγό το βουλώνουμε και με αυγό το ξεβουλώνουμε το βράδυ της Ανάστασης’.
  Την εβδομάδα αυτή της αποκριάς ντύνονταν όλοι καρναβάλια μικροί, μεγάλοι και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Λέγανε αστεία, κάνανε πειράγματα και γλεντούσαν.
  Την Καθαρά Δευτέρα πριν φέξει ο ήλιος έπρεπε να πλύνουν όλα τα σπίτια ότι λαδωμένο υπήρχε. Έτριβαν με στάχτη τα καζάνια, τους νταβάδες για να τα καθαρίσουν από τα λίπη και άρχιζαν τη νηστεία. Την ημέρα αυτή συνήθιζαν να μπουτζουρώνει με κάρβουνο ο ένας τον άλλον. Ήταν η ημέρα του μουτζουρώματος και του μασκαρέματος,  Ντύνονταν αρκούδες, φορούσαν προβιές και κρεμούσαν στο λαιμό κουδούνια. Μετά συγκεντρώνονταν στη πλατεία, χόρευαν, κάνανε αστεία και χτυπούσαν δυνατά τα κουδούνια για να φύγει το κακό πνεύμα».

Αραμπατζή Ελένη

ε. Κινητές γιορτές

Σαρακοστή του Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή

« Παλιά όλη τη Μεγάλη Σαρακοστή νήστευαν και δεν έτρωγαν λάδι τη Τετάρτη και τη Παρασκευή. Μερικές γυναίκες το πρώτο τριήμερο της νηστείας δεν έτρωγαν τίποτα και δεν έπιναν νερό για να κοινωνήσουν την Τετάρτη που γίνονταν η πρώτη Προηγιασμένη. Το βράδυ της πρώτης Παρασκευής των Χαιρετισμών της Παναγίας, ξημερώματα των Αγίων Θεοδώρων είχαν έθιμο να κλέβουν τα κάρα από τα σπίτια που είχαν κορίτσια. Τα κάρα που έκλεβαν τα παλικάρια ήταν συνήθως από τα σπίτια των κοριτσιών που αγαπούσαν. Τα συγκέντρωναν όλα στην πλατεία του χωριού και το πρωί όλοι έτρεχαν στη πλατεία να βρουν και να πάρουν πίσω τα κάρα τους. Δεν θύμωναν παρά μόνο γελούσαν και έλεγαν ποιο παλικάρι αγαπάει ποια κοπέλα. Το έθιμο αυτό το είχαν φέρει από τη πατρίδα.
  Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά κρατώντας το Λάζαρο που τον κάνανε μόνα τους γυρίζουν στις γειτονιές και τραγουδούσαν το Λάζαρο. Οι νοικοκυρές για να τα ευχαριστήσουν τα έδιναν αυγά. Τα αυγά αυτά θα τα έβαφαν για το Πάσχα.
  Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι νοικοκυρές έβγαζαν στην αυλή ένα κόκκινο πανί σημάδι του αίματος του Χριστού. Πίστευαν ότι όλη τη χρονιά θα γλύτωναν τα μάλλινα και υφαντά ρούχα τους από την βώτριδα (σκόρος). Μετά έβαφαν τα αυγά κόκκινα και το πρώτο το κρατούσαν για την Παναγία.
  Τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ γινόταν η περιφορά του επιταφίου σε όλο το χωριό για να το προστατεύει. Το βράδυ οι νοικοκυρές ζύμωναν τα τσουρέκια και τα άφηναν όλη νύχτα να φουσκώσουν.
  Το Μεγάλο Σάββατο δεν έτρωγαν λάδι και όλοι οι φούρνοι του χωριού ήταν αναμένοι και έψηναν τα κουλούρια. Το βράδυ όταν ο παπάς έλεγε το ‘Χριστός Ανέστη’ στην εκκλησία τσούγκριζαν τα αυγά που είχαν φέρει μαζί τους και έτσι το ξεβούλωναν.
  Τη Κυριακή του Πάσχα όλα τα παιδιά πήγαιναν τη κουλούρα και τα κόκκινα αυγά στη νονά για να πάρουν τη λαμπάδα και τα δώρα. Μετά πήγαιναν στην εκκλησία όπου γινόταν η δεύτερη Ανάσταση στον αυλόγυρο και το Ευαγγέλιο διαβάζονταν σε όλες τις γλώσσες.
  Την Παρασκευή της διακαινησίμου που ήταν η γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν στον κήπο του χωριού. Κάνανε κούνιες με σχοινιά και ο κάθε αγαπημένος κουνούσε την αγαπημένη του. Στρώνανε κουρελούδες στα χόρτα, έτρωγαν, έπιναν και χόρευαν πότε με το γραμμόφωνο, πότε με τα κλαρίνα και τα νταούλια.  Την ημέρα αυτή με τη μπογιά που είχαν κρατήσει από την κόκκινη Πέμπτη έβαφαν πάλι κόκκινα αυγά και τσούγκριζαν στο γλέντι που κρατούσε όλη μέρα.
  Η Πεντηκοστή είναι η γιορτή της γονατιστής. Όλοι οι πιστοί πηγαίνουν στην εκκλησία με τα καρυδόφυλλα και όταν ο παπάς διάβαζε ευχές γονάτιζαν πάνω σε αυτά. Δίπλα τους έκαιγε ένα κερί και έριχναν λίγο νερό κάτω τρείς φορές για να αναπαυτούν οι ψυχές των νεκρών. Μετά τα καρυδόφυλλα τα έπαιρναν στο σπίτι και τα έβαζαν μέσα στα μπαούλα τους».

Αραμπατζή Ελένη


στ. Ακίνητες εορτές της άνοιξης

«Στις 21 Μαΐου γίνονταν το μεγάλο πανηγύρι του χωριού. Όλα τα γύρω χωριά συμμετείχαν σ’αυτό το πανηγύρι. Την παραμονή μετά τον εσπερινό γίνονταν γλέντι στη πλατεία του χωριού. Τα καφενεία γίνονταν κέντρα διασκέδασης. Είχαν μουσική, οργανοπαίχτες, έστρωναν τα τραπέζια και άρχιζε ο χορός. Γινόταν μεγάλη βόλτα μέσα στο κήπο με τα πολλά δένδρα. Πραματειτάδες, παγωτατζήδες, το μαλλί της γριάς, κούνιες σε βάρκες γέμιζαν τον κήπο. Έστρωναν πολλοί κουρελούδες κάτω από τα δένδρα, τρώγανε εκεί, ξάπλωναν και όλη τη μέρα τους την περνούσαν εκεί μέσα. Η γιορτή συνεχίζονταν και ανήμερα με το κουρμπάνι, βόλτες και χορό μέχρι αργά το βράδυ».

Μπόζη Δήμητρα

«Στις 25 Ιουλίου παραμονή της γιορτής της Αγίας Παρασκευής όλοι οι κάτοικοι με τα κάρα τους και αργότερα με τα τρακτέρ πήγαιναν στο πανηγύρι της Μπουλούστρας, ένα παραθαλλάσιο χωριό, τα σημερινά Άβδηρα. Ήταν ένας τρόπος να ξεφύγουν από τη δουλειά του καπνού και να κάνουν το πρώτο τους μπάνιο.  Κατασκήνωναν στη παραλία και με νάυλον και ψάθες κάνανε τις σκηνές για να περάσουν τη νύχτα τους. Μέσα σε κοφίνια βάζανε τα τρόφιμά τους και με βόλτες και αστεία περνούσαν τη βραδιά τους. Την άλλη μέρα μετά το μπάνιο γύριζαν πίσω στο χωριό για να συνεχίσουν τις δουλειές τους».

Αραμπατζή Ελένη

ζ. Γιορτές του καλοκαιριού

«Στις 24 Ιουνίου γιόρταζαν τον Άη Γιάννη τον Κλήδονα.
Την παραμονή της γιορτής μια κοπέλα πήγαινε με μια στάμνα και έπαιρνε το αμίλητο μερό από τη βρύση του χωριού. Στο δρόμο δεν μιλούσε σε κανένα. Μετά το πήγαινε στο σπίτι της όπου ήταν συγκεντρωμένες όλες οι κοπέλες του χωριού και έριχναν μέσα στο νερό δαχτυλίδια, σταυρούς και άλλα. Τα σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανί και μια κλειδαριά και έλεγαν ‘κλειδώνουμε το κλήδονα με του Άη Γιάννη τη χάρη’. Την άλλη μέρα το πρωί άνοιγαν τα κορίτσια το κλήδονα και η κοπέλα που είχε πάρει το αμίλητο νερό έβγαζε από μέσα τα πράγματα λέγοντας κάθε φορά και ένα στιχάκι και τα μοίραζε πάλι στα κορίτσια».

Αραμπατζή Ελένη

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1812
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Μπόζη
Όνομα
Ελένη