Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

ΙΙΙ. Πνευματικός Βίος

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ

¨Το δωδεκάμερο¨
Στις 24 Δεκεμβρίου που αρχίζει το Δωδεκάμερο πάντα σφάζαμε τα γουρούνια όσοι είχαμε, για να ετοιμάσουν οι νοικοκυρές το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Την ίδια μέρα ζυμώναμε και το χριστόψωμο. Η συνήθεια αυτή είναι ριζωμένη στους αγρότες και τους τσομπάνηδες, όπως ήμασταν εμείς τότε. Οι νοικοκυρές κάνουμε την ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια και ειδική μαγιά. Κάναμε ένα σταυρό πάνω. Γύρω-γύρω κάναμε διακοσμητ τις πεπ ικά σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια. Αυτά τόνιζαν τον σκοπό του και εξέφραζαν οιθήσεις μας. Τα Χριστούγεννα, ο νοικοκύρης, έπαιρνε το χριστόψωμο το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε στην οικογένεια του και σε όσους παρευρίσκονταν στο τραπέζι. Εμείς τα Χριστούγεννα τα λέμε και μικρό Πάσχα. Αφού σφάζαμε τα χοιρινά ή τα κοτόπουλα για όσους είχαν χαμηλό εισόδημα, οι γυναίκες μαζί με το χριστόψωμο ζυμώναμε και πίτες με αλεύρι, γάλα, αυγά, ζάχαρη και βούτυρο. Πηγαίναμε στους στάβλους και ανάβαμε κεριά στα παχνιά των ζώων και θυμιάζαμε. Την νύχτα της παραμονής όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία με την καμπάνα. Οι άντρες φορούσαν γιορτινά και οι γυναίκες τις καλές τις φορεσιές, τις κεντημένες με χρυσές κλωστές. Όταν γυρνούσαν οι νοικοκυρές ετοίμαζαν την βασιλόπιτα, την σούπα τραχανά και γιουβαρλάκια. Απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι «χερσέ» πιλάφι από ψιλοκομμένο στάρι που είχε βράσει σε ζωμό από κόκκαλο. Γιατί αυτό το φαγητό το έδωσαν και στην Παναγιά να το φάει όταν ήταν λεχώνα. Γι’ αυτό ήταν πολύ σημαντικό να έχουμε αυτό το φαγητό στο τραπέζι. Ακόμη παραμονές εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια του και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό και το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό το ονομάζουμε χριστόξυλο. Κάθε νοικοκυρά φροντίζει να καθαρίζει το σπίτι και ιδιαίτερα το τζάκι ώστε να μην μείνει στάλα από την προηγούμενη στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο για να μην βρίσκουν πατήματα οι καλικάτζαροι και τα δαιμόνια των Χριστουγέννων. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων ο νοικοκύρης του σπιτιού άναβε το τζάκι με καινούργια φωτιά και βάζει το χριστόξυλο στην πυροστιά. Λέγαμε ότι καθώς καίγεται το ξύλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη Βηθλεέμ.
Την ημέρα των Χριστουγέννων έβγαιναν τα παιδάκια του σχολείου και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν παρακάτω κάλαντα:
Καλήν ημέραν άρχοντες αν είναι ο ορισμός σας
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεεμ τη πολει
οι ουρανοι αγλλονται, χαιρει η κτισις όλη
Εν τω σπηλαιω τικτεται εν φατνη των αλογων
ο Βασιλευς των ουρανων και ποιητης των ολων
Πληθος αγγελων ψαλλουσι το «Δοξα εν υψίστοις»
και τούτο άξιον εστί η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται τρείς μάγοι με τα δώρα άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα.
Έφτασαν εις την Ιερουσαλήμ με πόθο ερωτώσι που εγγενήθη ο Χριστός να παν να τα ευρώσι.
Διά Χριστόν ως ήκουσεν, ο Βασιλεύς Ηρώδης αμέσως εταράχθηκε και έγινε θηριώδης.
Ότι πολλά φοβήθηκε δια την Βασιλείαν μη του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξίαν.
Κράζει τους μάγους και ερωτά που είναι ο Χριστός γεννάται,
Εις την Βηθλεέμ ηξεύρομεν ως η Γραφή διηγάται.

Με τα κάλαντα οι νοικοκύρηδες δίναμε δώρα στα παιδιά, όπως σύκα, καρύδια, ξυλοκέρατα δηλαδή χαρούπια, καραμέλες, κάστανα και ίσως αν υπήρχαν καμιά δεκάρα.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το θυμιόψωμο-βασιλόπιτα που διέφερε από εκείνη των Χριστουγέννων. Αυτή ήταν ψωμί με σουσάμι από πάνω και είχε και ένα νόμισμα για τον τυχερό της χρονιάς που έρχεται. Οι νοικοκυρές ψήναμε μαζί το ψωμί με το θυμιόψωμο και μετά φουρνίζαμε κουλούρια και την κουλούρα που την δίναμε σ’ αυτόν που έκανε το ποδαρικό δηλαδή τον Ποδαριστή. Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος ανάβαμε πάντα το καντήλι. Αφού άλλαξε ο χρόνος μετά τα φιλιά και τις ευχές, η νοικοκυρά θύμιαζε όλο το σπίτι, θύμιαζε και το θυμιόψωμο αφού το σταύρωνε τρεις φορές με μαχαίρι. Το πρώτο κομμάτι ήταν για το Χριστό, το δεύτερο για την Παναγιά, το τρίτο γι τον Αη-Βασίλη, το τέταρτο για τον πατέρα, το πέμπτο για την μητέρα και τα υπόλοιπα για καθ’ ένα μέλος της οικογένειας κατά σειρά ηλικίας. Όποιος έβρισκε το νόμισμα θεωρούνταν ο τυχερός της χρονιάς.

 

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Την παραμονή των Θεοφανείων οι καμπάνες χτυπούσαν στις 4 τα ξημερώματα. Πρέπει να διαβαστούν οι «Ώρες» στην εκκλησία, να τελεστεί ο Αγιασμός και να επακολουθήσει η Θεία Λειτουργία που συνήθως αργεί να τελειώσει γιατί την παραμονή των Θεοφανείων τελείται η λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.
Όλοι οι πιστοί νηστεύουμε αυτή τη μέρα ακόμη και από το λάδι. Από κάθε σπίτι κάποιος πήγαινε στην εκκλησία, συνήθως ο άντρας του σπιτιού, για να φέρει αγιασμό και αντίδωρο για όλη την οικογένεια. Μετά οι νοικοκυρές αφήναμε τις πόρτες ανοιχτές γιατί θα περνούσε ο παπάς να αγιάσει το σπίτι.
Στην ανήμερη των Θεοφανείων όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία νηστικοί για να παρακολουθήσουμε την Θεία λειτουργία και την κατάδυση του σταυρού στο ποτάμι και στην δεξαμενή αργότερα.
(Τσοκτένογλου Γιάννα)

ΑΠΟΚΡΙΕΣ
ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Από την στιγμή που άνοιγε το τριώδιο άρχιζε η χαρούμενη εποχή του καρναβαλιού που κρατούσε έως την τυρινή το βράδυ που ήταν και το αποκορύφωμα της.
Ως την Κυριακή της Αποκριάς τρώγαμε κρέας. Μετά άρχιζε η εβδομάδα της τυρινής όπου τρώγαμε μόνο γαλακτοκομικά προϊόντα.
(Χατζηβασιλείου Πρόδρομος)

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ

Την τσικνοπέμπτη λέγεται ότι την βγάλανε έτσι γιατί όλες οι γυναίκες άφηναν εκείνη την ημέρα τα κατσαρολικά με τα φαγητά στην φωτιά και αφήνονταν στις διασκεδάσεις και στα γλέντια. Έτσι αυτά άρχιζαν να καίγονται και να μυρίζουν και αυτό το λέμε τσίκνωμα. Μετά την Τσικνοπέμπτη άρχιζαν συστηματικά τα Καρναβάλια.
(Χατζηβασιλείου Πρόδρομος)


 

ΤΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΑ

Κάθε βράδυ στα σκοτεινά σοκάκια του χωριού γύριζαν καρναβάλια. Τα παιδιά ντυμένα με παλιόρουχα, με μουτζουρωμένο πρόσωπο, με κάπες και σχοινιά στη μέση, κουδούνια στο λαιμό και την πλάτη, έτρεχαν μέσα στο  χωριό. Όλα αυτά τα εξαρτήματα αποτελούσαν τη μεταμφίεση των καρναβαλιών που γύριζαν στα σκοτεινά δρομάκια του χωριού σαν ένα μεγάλο κοπάδι γίδια.
(Χατζηβασιλείου Πρόδρομος)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Πριν την Τυρινή, όλη την εβδομάδα του Ασώτου, τα παιδιά ύστερα από το σχολείο από κάθε γειτονιά, πήγαιναν στα γύρω υψώματα και χωράφια και έκοβαν κέδρους.
Οι μικροί μαθητές έπαιρναν ξύλα από κουφοξυλιά, τ’ ασκαβαν με ένα μαχαίρι, έβαζαν μέσα άδειο φυσίγγι, τα γέμιζαν με μπαρούτι, έριχναν με κάθε προφύλαξη ένα αναμμένο σπίρτο και τα «κουμπούρια πατλαντούσαν κι έβαζαν».
Τους κομμένους κέδρους τους έφερναν στο χωριό και τους βάζανε σ’ ένα σπίτι για να μην τους τα κλέψουν. Την ημέρα της τυρινής μάζευαν τα παιδιά κέδρους στην πλατεία , τους άναβαν και τους έκαιγαν.
(Χατζηβασιλείου Πρόδρομος)
(Χατζηραφαηλίδου Μακρίνα) 

ΚΙΝΗΤΕΣ ΕΟΡΤΕΣ-ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΑΣΧΑ
ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Το πρωί της καθαρής Δευτέρας σηκώνονταν οι νοικοκυρές και έπλεναν και καθάριζαν τα μαγειρικά σκεύη, για να καθαρίσουν από τα λίπη. Ήταν αμαρτία στα νηστίσιμα της Καθαρής εβδομάδας να υπήρχε και μια σταγόνα λάδι ή λίπους.
Οι νοικοκυρές κάνανε ωραίες πίτες και τις μοιράζανε σους αλλόθρησκους του χωριού για το καλό.
(Τσοκτένογλου Ιωάννης)
(Αδάλιαλης Σταύρος)

ΚΑΘΑΡΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
Την καθαρή Δευτέρα άρχιζε το τριήμερο. Συνήθιζαν και νήστευαν όσοι ήθελαν και μπορούσαν ως την Καθαρή Τετάρτη. Την Καθαρή Τετάρτη, στην λειτουργία της Προηγιασμένης πηγαίνανε οι γυναίκες νηστίσιμα δώρα στην εκκλησία και τα μοίραζε ο παπάς σ’ αυτούς που κράτησαν την νηστεία του τριημέρου.
Υπήρχαν κάποιες οικογένειες που δεν έτρωγαν όλη την εβδομάδα λάδι και στο άκουσμα φαγητού που δεν ήταν νηστίσιμο «έφτυναν» κάτω στο χώμα γιατί φοβόταν μήπως αμάρτησαν και χαλάσουν την νηστεία τους. Στο τέλος της Καθαρής εβδομάδας το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων, πήγαιναν στην εκκλησία και μεταλάβαιναν.
(Αδάλιαλης Λάζαρος)
(Χατζηανδρέου Ηρακλής)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ

Την Κυριακή των βαΐων, στο μεσαίο κλείτος του ναού, στρώνονταν ωραία χρωματιστά κιλίμια και πάνω σ’ αυτά ο ιερέας έριχνε φύλλα και κλαδιά δάφνης και όλα αυτά συμβόλιζαν την υποδοχή του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Την Κυριακή των βαΐων ο παπάς μοιράζει βάγια, δηλαδή δάφνες στους πιστούς που εκκλησιάστηκαν.
(Αδάλιαλη Αλεξάνδρα)
(Αδάλιαλη Κυριακή)

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Την Μεγάλη εβδομάδα η νηστεία ήταν πολύ αυστηρή. Κάθε βράδυ μόλις χτυπούσαν οι καμπάνες πηγαίνανε στην εκκλησία στις «Αγρυπνίες».
Μεγάλη Δευτέρα, Μεγάλη Τρίτη για να ακούσουν της Κασσιανής το τροπάριο. Την Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ πηγαίνουν όλοι να ευχελαιασθούν με το αγιασμένο λάδι, του μεγάλου ευχελαίου για να λάβουν τη Θεία Χάρη. Τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί δεν τρώμε γιατί περιμένουμε να φέρουν, όσοι πήγαν στην εκκλησία, το αντίδωρο, και μετά παίρνουμε το πρωινό μας. Οι νοικοκυρές βάφουν τα αυγά. Επειδή δεν υπήρχαν βαφές αυγών τότε τα βάφαμε με ζωμό από πράσα και κρεμμυδάκια και τα αυγά έπαιρναν ένα καφεδί χρώμα. Βέβαια το κόκκινο αίμα συμβολίζει το αίμα του Χριστού. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μετά τα 12 Ευαγγέλια, όταν σχολούσε η εκκλησία, πολλές γυναίκες με τα παιδιά τους πήγαιναν και κοιμόνταν στην εκκλησία για να φυλάνε τον νεκρό Χριστό. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής όσες κοπέλες ήθελαν μάζευαν λουλούδια και τα πηγαίνανε στον επιτάφιο. Αυτήν την ημέρα κανείς δεν δουλεύει. Το βράδυ ξαναχτυπούν οι καμπάνες και καλούν τους πιστούς στην Ακολουθία του Επιταφίου. Μετά το εγκώμιο, το εκκλησίασμα περίμενε να τελειώσουν οι ψάλτες τα Ευλογητάρια και να βγουν για την περιφορά του Επιταφίου. Ετοιμάζονταν η πομπή στην αυλή της εκκλησίας. Μπροστά πήγαιναν τα λάβαρα, τα μανουάλια, ο Σταυρός, τα εξαπτέρυγα, ακολουθούσε ο επιτάφιος και πίσω πήγαινε ο ιερέας με τους ψάλτες. Σχηματιζόταν μεγάλη πομπή που περνούσε από τα μεγάλα και τα κεντρικά δρομάκια του χωριού. Στο τέλος η περιφορά κατέληγε πάλι στην εκκλησία και πήγαιναν όλοι να περάσουν κάτω από τον Επιτάφιο.
(Καμπερίδης Ιωάννης) 

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Στις 11 το βράδυ χτυπούν οι καμπάνες για να έρθει ο κόσμος για την Ανάσταση. Στις 12 παρά δέκα περίπου βγαίνει ο ιερές στην Ωραία Πύλη, αφού προηγουμένως έχουν σβήσει όλα τα φώτα, καντήλια και κεριά. Μέσα στο σκοτάδι, ο ιερέας λέει: «Δεύτε λάβετε φως» και ανάβουν τις λαμπάδες τους. Βγαίνοντας ο ιερέας με τους ψάλτες στην αυλή ακολουθεί το υπόλοιπο εκκλησίασμα για να ακούσουν το «Χριστός Ανέστη». Με το «Χριστός Ανέστη» του ιερέα αρχίζουν να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες και οι πιστοί φιλιούνται, αγκαλιάζονται και τσουγκρίζουν τα αυγά τους. Ο ένα λέει «Χριστός Ανέστη» και ο άλλος απαντάει «Αληθώς». Μετά πολλοί φεύγουν γιατί βιάζονται να φάνε μαγειρίτσα ή κοτόσουπα αλλά οι πιο υπομονετικοί κάθονται και περιμένουν το τέλος της λειτουργίας. Ο νοικοκύρης κρατάει μια λαμπάδα αναμμένη με το Άγιο Φως και σταυρώνει τρεις φορές την είσοδο της οικίας της οικογένειας για προστασία.
(Καμπερίδης Αζαρίας) 

ΠΑΣΧΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ-ΔΕΥΤΕΡΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο πρεσβύτερος της οικογένειας σηκωνόταν νωρίς, πιο μπροστά από όλη την οικογένειας για να ετοιμάσει την σούβλα με το αρνί ή το κατσικάκι. Οι γυναίκες ετοιμάζανε τις σαλάτες και τα μεζεκλίκια για τους άνδρες, την ώρα που γύριζαν το αρνί να τρώνε. Μαζευόμασταν όλοι γύρω από την σούβλα και τραγουδούσαμε και χορεύαμε παραδοσιακά. Όταν γινόταν το κατσίκι το βγάζανε, το βάζανε σε πιάτα και όλη η οικογένεια έτρωγε χαρούμενη.
(Αδάλιαλης Αντώνης)


 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1877
Έτος καταγραφής
2006-07
Επώνυμο
ΑΔΑΛΙΑΛΗ
Όνομα
ΚΥΡΙΑΚΗ