Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΝΕΑΣ ΒΥΣΣΗΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

“Τεμπελέκια”

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Νέας Βύσσας

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Νέας Βύσσας έχουν μια ιδιαίτερη ονομασία. Είναι τα λεγόμενα “Τεμπελέκια”, τα οποία τελούνται την παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων. Η ονομασία “Τεμπελέκια” οφείλεται στο συνοδευτικό όργανο του τραγουδιού των παλληκαριών, το λεγόμενο “Τεμπελέκι” ή “Νταρϊέ”. Ο “Νταϊρές” είναι ο λεγόμενος νταχαρές ή καλύτερα το γνωστό ντέφι. 

Οι συμμετέχοντες

Από το 1940 τα παλληκάρια της Νέας Βύσσας, οργανώνονταν σε “τσέτες”, σε παρέες δηλαδή των 12 ατόμων που συμβόλιζαν τους 12 Αποστόλους του Χριστού. Την “τσέτα” συνόδευε πάντα και ο “Καμπλάρης”. Ο “Καμπλάρης” ένα μεταμφιεσμένο παλληκάρι, ντυμένο με προβιές ζώων και μάσκα φτιαχτή, υφασμάτινη στο πρόσωπο, ώστε να μην αναγνωρίζεται. Στη μέση ήταν ζωσμένο με κουδούνια, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αναγγείλει το μήνυμα της γέννησης του Χριστού και κρατούσε μια μεγάλη ξύλινη “παλούκα”. Ο “Καμπλάρης” ήταν ο προστάτης της “τσέτας” κατά τις επίθεσεις των σκυλιών αλλά και από οποιοδήποτε άλλο “εχθρό”.

Η φορεσιά

Οι συμμετέχοντες στα “Τεμπελέκια”, εκτός από τον “Καμπλάτη”, ο οποίος φορούσε ειδική αμφίεση, φορούσε ακόλουθη στολή: 

-Ένα κουστούμι της εποχής εκείνης, (παντελόνι, σακάκι, πουκάμισο)

-Τραγιάσκα στο μαντήλι

-Το παλληκαρήσιο μαντήλι, ριγμένο στη πλάτη, γύρω από το λαιμό με τα δύο του άκρα να πέφτουν μπροστά στο στήθος

-Ένα πράσινο κλωνάρι κισσού, καρφιτσωμένο πάνω στο σακάκι στο μέρος της καρδιάς, το οποίο λέγεται ότι συμβολίζει τη γονιμότητα. Τα φύλλα του κισσού ήταν επιχρυσωμένα, “βαρακομένα”, όπως τα λένε στη Βύσσα. 

Ο αγερμός

Τα “Τεμπελέκια” είχαν αγερμικό χαρακτήρα. Όλα ήταν κανονισμένα προ ημερών, που θα πάνε, σε ποιο σπίτι πρώτα, σε ποιο ύστερα, από ποιες αυλές θα περάσουν. Τα παλληκάρια γυρνούσαν όλα τα σπίτια του χωριού και έψαλλαν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Άλλα έψαλλαν στο δρόμο, άλλα στην είσοδο του σπιτιού, άλλα μέσα στο σπίτι, άλλα επαινούσαν το νοικοκύρη, άλλα τη νοικοκυρά, άλλα τον παππού, άλλα τη γιαγιά, άλλα τη θυγατέρα, άλλα το στρατιώτη, άλλα το νιόπαντρο κ.ο.κ. Ο καθένας είχε το δικό του τραγούδι.

Πριν ξεκινήσουν τον αγερμό τραγουδούσαν το τραγούδι του Χριστού (στο δρόμο):

“Χριστός γεννιέτι, χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια κι στα κουρίτσια, στις παντριμένις, τα’ αρβουνιασμένις. Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε όλους τους Άγιους, Αποστόλους. Τρεις Αρχαγγέλοι για μύρο τρέχουν, τρεις Αποστόλοι μαμή γυρεύουν. Κι ώσπου να πάνι κι ώσπου να έρτουν η Παναγιά μας ξηήτηρώθει. Μέσα στις δάφνες, μεσ’ τα λουλούδια, κάνει το γήλιο με το φεγγάρι κάνει το σπίτι, το νοικοκύρη, τη φαμελιά τους, με τα παιδιά του, με τα εγγόνια, τα προσεγγόνια”.

Στο δρόμο έψαλλαν το τραγούδι του Έρωτα:

“Αντίκρισα το γέροντα σ’ ένα στενό σοκάκι τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Στάθηκα κι τον ρώτησα πως πιάνεται η αγάπη τριαλαλόμ, τριαλαλόμ. Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Λιαν ρίζωσε, κλωνάρισε έκανε ένα λουλούδι τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Κι όποιος το μοσχομύρισε αγάπη δε χορταίνει τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ”.

Μόλις έφταναν στην αυλή του σπιτιού, που είχε κορτίτσι της παντρειάς, άρχιζαν το: 

“Δεν ακούς πιριστιρούδα μου ήρθα στου μαχαλά σου, χρυσή κουρδέλα σι’ φιρά να, να δέσεις τα μαλλιά σου. Άνοιξε κυρά μ’ την πόρτα σου, την πόρτα σ’ την καρένια, έχου δυο λόγια να σι πω κι κείνα ζαχαρένια”.

Στη συνέχεια, όλα τα παλληκάρια έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Κάθονταν στον μεγάλο “ουντά”, στο “χαγιάτι” και μπροστά σε όλα τα μέλη του σπιτιού έλεγαν και τα ανάλογα τραγούδια, αρχικά όμως τραγουδούσαν το τραγούδι το Χριστού.

Τραγούδι του Χριστού (μέσα στο σπίτι):

“Αρχήν τα δόξα το Χριστό, Χρίστος τώρα γεννιέτι, γεννιέτι κι βαφτίζιτι στους ουρανούς απάνου, και πάλι θέλ’ να κατέβει στο θρόνο να καθίσει, στο μόσχο και στο λίβανο και στη πολλή θυμιάμα, το μόσχο έχουν άρχοντες και την πολλή θυμάμα”.

Τραγούδι του αφέντη:

“Εδώ ήρθαμε για να παίξουμε στ’ αφέντη μας τις πόρτες που έχει αυλές μαρμαρωτές και σπίτια χρυσομένα και τα παραθυρίτσια του μαρμαροκεντημένα που μέσα νύνει το φλουρί και απ’ έξω το λογάρι, στου λογαριού μας τον ουντά κοιμάτι γιος αφέντης, κοιμάτι κ νειριάζιτι πόσες χιλιάδις έχει μι το κιλό τα μέτρισι, μες το σαπέτ’ τα βάζει, μι κείνο καλουμέτρημα κιρνάει τα παλληκάρια. Κέραστα αφέντη μ’ κέραστα να πιούνι στην υγειά σου, να πιουν να ξεβραχνιάσουνι ναλεν καλά τραγούδια”.

Τραγούδι της κυράς:

“Κυρά μ’ χρυσή, κυρά μ’ ‘ργυρη, κυρά μαλαματένια κυρά μ’ όταν στολίζεσαι έχεις χαρά μεγάλη, έχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι γέλιο το άστρο τον αυγερινό καθάριο δαχτυλίδι”.

Τραγούδι του άρχοντα και της αρχόντισσας (του παππού και της γιαγιάς):

“Αρχόντς μι την αρχόντισσα στη σκάλα κατεβαίνει, όσα σκαλοπατήματα, τόσα λόγια της λέει; Έχεις στη ρόκα στο μαλλί, στ’ αδράχτι σου κανέλα κι στο ζαλούφι σου μπουρμά, καρφίτσα κουκαλένια”.

Τραγούδι για το αρραβωνιασμένο παλληκάρι:

“Το παλικάρι τ’ όμορφο παέν ν’ αρραβωνιάσει, στην μιαν την τσέπη το φλουρί, στην άλλη το μαργαρτάρ, σαλντάει να βγάλει το φλουρί βγάζει το μαργαριτάρι”.

Τραγούδι για το αρραβωνιασμένο κορίτσι:

“Μια πέρδικα στου μαχαλά κουντεύει να πιτάξει, μιτάξι κι αν καλάμιζε, σύρμα κι αν μασουρίζει, στους ουρανούς του μάζευει, στουν κάμου του τυλίζει κι μεσ’ τη θάλασσά στήνει τουν αργαλειό της. Μαλαματένιος αργαλειός, μαλαματένιο χτένι, μαάματένια πέρδικα που κελαηδεί και ‘φαίνει”.

Μςτά το τέλος των τραγουδιών, κάποιο μέλος της “τσέτας”, πετούσε στο πάτωμα το “νταϊρε” του και μέσα σε αυτό έριχνε χρήματα ο αφέντης του σπιτιού και έδινε και κάποιες δραχμές και στον “Καμπλάρη”. Στη συνέχεια οι νοικοκύρηδες κερνούσαν τα παλληκάρια ένα ποτήρι κρασί με μια φέτα λεμόνι, καθώς και ένα κομματάκι τυρί. Βγαίνοντας από το σπίτι για να πάνε στο επόμενο, τα παλληκάρια τραγουδούσαν:

“Π’ αρχοντικό κι αν βγήκαμι, σ’ αρχοντικό θα πάμι”.

Από το χθες στο σήμερα

Σήμερα τα “Τεμπελέκια” δεν έχουν την αίγλη, που είχαν παλιότερα. Λίγες ομάδες, από τελούμενες από- άτομα, μεμονωμένα άτομα καμιά φορά, γυρνάνε ορισμένα σπίτια του χωριού και ψάλλουν κάποιους στίχους τραγουδιών με απώτερο σκοπό τη συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων χρημάτων. Το γεγονός δεν είναι κατακριτέο, άλλα και η κοινωνία δεν παραμένει σταθερή, αλλά εξελίσσεται επηρεαζόμενη από τις εκάστοτε συνθήκες. Έτσι σήμερα οι συνθήκες του παρελθόντος που ευνοούσαν την τέλεση των δρωμένων έχουν εκλείψει. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες και η άποψη “έτσι πρέπει” ή “έτσι το θέλει το έθιμο” δεν γίνεται πια αποδεκτή. Αν και έτσι όμως, τα “Τεμπελέκια” συνεχίζουν να υφίστανται, έστω και με διαφορετική μορφή και με διαφορετική σκοπιμότητα.

[Μπούγιας Ιωάννης, Ελένη Φιλιππίδου]

Το χορευτικό δρώμενο του “Μπέη”

Το χορευτικό δρώμενο του “Μπέη” είναι ένα ευετηριακό θρακικό δρώμενο το οποίο ανήκει στον κύκλο των εθίμων της Αποκριάς, συνοδεύεται από ένα σύνολο χορών και σχετίζεται με την προαγωγή της βλάστησης. Το δρώμενο τελούνταν την επόμενη της Κυριακής της Αποκριάς. Ξεκινούσε το πρωί της Δευτέρας και τελείωνε αργά το απόγευμα.

Το ντύσιμο

Κύριο χαρακτηριστικό του δρώμενου ήταν η μάσκα και η μεταμφίεση. Οι μεταμφιέσεις ποίκιλλαν: από την επίσημη τοπική γιορταστική φορεσιά έως την καθημερινή- ιδιωτική- κωμική (εσώρουχα, κουρέλια). Στο έθιμο επομένως του “Μπέη”, γινόταν η μεταμφίεση ενός άντρα ο οποίος ντυνόταν όπως ο τούρκος Μπέης. Φορούσε ένα καλάθι στο κεφάλι το οποίο ήταν στολισμένο με φούντες και κουδούνια. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα μεγάλο κομπολός και μια τουπούζα, πιθανός φάλλο, στο οποίο κάπνιζε ναργιλές. Ήταν τοποθετημένος σ’ ένα κάρο και οι άνδρες που τον πλαισίωναν ήταν και αυτοί μεταμφιεσμένοι. Ντυνόταν γύφτοι με κουδούνια, με κουτσούρες και με ξύλα στα χέρια, άλλοι ντύνονταν ζωόμορφα και άλλοι ντυνόταν κοκόνες. Από αυτές τις κοκόνες άλλες ήταν πάνω στο κάρο μαζί με το “Μπέη” και κάποιες άλλες τον ακολουθούσαν.

Ο αγερμός

Ο “Μπέης” με τους συνοδούς του γυρνούσαν στο χωριό από σπίτι σε σπίτι. Στο κάθε σπίτι που πήγαιναν τοποθετούσαν το κάρο μπροστά στο σοκάκι της αυλής, έπιναν κρασί, χόρευαν και έδιναν ευχές για καλή χρονιά και καλή σοδειά. Ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά του σπιτιού έβγαιναν στην αυλή τους. Οι νοικοκύρης έδινε λεφτά. Η νοικοκυρά έπρεπε υποχρεωτικά να δώσει στο “Μπέη” ένα πιάτο αλεύρι, λίγα αυγά από τις κότες του σπιτιού και σιτάρι ή καλαμπόκι ή σκουπόσπορο, οτιδήποτε δηλαδή από τα γεωργικά προϊόντα που καλλιεργούσαν και είχαν στο σπίτι. Τα προϊόντα τα έπαιρναν οι κοκόνες του “Μπέη” και τα τοποθετούσαν πάνω στο κάρο. Τότε ο “Μπέης” σηκωνόταν από τη θέση του, πετούσε δύο- τρεις χούφτες καλαμπόκι ή σιτάρι στην αυλή του σπιτιού και έδινε ευχές όπως καλή χρονιά, καλή σοδιά, καλό «μπερεκέτι», καλές αρραβώνες, χαρές, παιδιά και επειδή όλοι τότε ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία έδινε ευχές και για τα ζώα όπως να είναι γέρα, να γεννήσουν δίδυμα, να γίνουν πολλά κιλά, που αυτόματα σήμαινε κέρδη για το νοικοκύρη. Λέγοντας λοιπόν τις ευχές αυτές αποχωρούσε από το σπίτι και πήγαινε στο επόμενο. Στη διαδρομή αν συναντούσαν κάποιον άντρα στο δρόμο ή να κάθεται στο καφενείο του χωριού τον έπαιρναν οι συνοδοί του “Μπέη” και τον πήγαιναν σ’ αυτόν. Τον αναποδογύριζαν και ο “Μπέης” τον χτυπούσε με την τουπούζα στα πέλματα των ποδιών για να τον τιμωρήσει που δεν ήταν στο σπίτι να τον περιμένει. Για να γλιτώσει ο άντρας έδινε χρήματα στον Μπέη. «5 δραχμές» έλεγε ο άντρας, «όχι» έλεγε ο Μπέης και τον χτυπούσε, «10 δραχμές, όχι» και συνεχιζόταν μέχρι να ικανοποιηθεί ο Μπέης και να αφήσει τον άντρα. Στη συνέχεια ο άντρας έπρεπε να δώσει στο Μπέη τα χρήματα που είχε τάξει. Αξιοσημείωτο είναι ότι υπάρχουν αναφορές κατοίκων του χωριού που λένε ότι μ’ αυτό τον τρόπο διασκέδαζαν και Τούρκους, οι οποίοι βλέπονταν τον Τούρκο Μπέη να χτυπά τον Έλληνα ένιωθαν ευχαρίστηση και έδιναν λεφτά, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να οργανωθούν σε τυχόν επανάσταση.

Η μάζωξη στην πλατεία του χωριού

Αργά το απόγευμα αφού είχε τελειώσει ο αγερμός σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, κατέληγαν στην πλατεία. Εκεί μαζευόταν όλοι οι κάτοικοι και αναποδογύριζαν τον Μπέη. Σήκωναν το κάρο, ο Μπέης πηδούσε κάτω και έλεγε «ξέφυγε αυτός ο Μπέης», δεν μπόρεσαν δηλαδή να τον εξοντώσουν. Στη συνέχεια ένας από την παρέα του Μπέη, μετρούσε με βήματα ένα μέρος στην πλατεία, σαν να ήταν χωράφι και οργώνανε εικονικά. Τοποθετούσαν δύο άντρες να τραβήξουν το αλέτρι, αντί για ζώα και ο Μπέης όργωνε. Μ’ αυτό ήθελαν να δείξουν ότι βρίσκονταν κάτω από τον Τουρκικό ζυγό. Έπειτα μέσα από κάποιο δοχείο, ο Μπέης έριχνε ότι ακριβώς ρίχνει και ο αγρότης, σιτάρι ή καλαμπόκι μαζί με καραμέλες, που συμβόλιζαν τη γλυκιά ευφορία και ευχές για καλή σοδειά, καλό «μπερεκέτι» και καλή χρονιά.

Η εκλογή του νέου Μπέη

Στο τέλος γινόταν η εκλογή του νέου Μπέη ο οποίος θα αναβίωνε το έθιμο την επόμενη χρονιά. Ζυμώνανε ένα ψωμί και βάζανε μέσα ένα νόμισμα. Στη συνέχεια κόβανε την πίτα σε τόσα κομμάτια, όσοι ήταν και οι ενδιαφερόμενοι έπαιρναν ένα κομμάτι και σε όποιον τύχαινε το νόμισμα αναλάμβανε να μαζέψει την παρέα του και να αναβιώσει το έθιμο την επόμενη χρονιά. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εκλογή του νέου Μπέη άρχισε να γίνεται είτε με κλήρωση είτε απλά αποφάσιζοταν δια βοής.

Η σκοπιμότητα του εθίμου

Όλα τα παραπάνω είχαν μια σκοπιμότητα. Τα αγροτικά προϊόντα που συγκέντρωναν στη συνέχεια τα πουλούσαν και μέρος των χρημάτων που αποκόμιζαν τα έδιναν σε χήρες και ορφανά που δεν είχαν τα «προς το ζήν», στην εκκλησία και στα σχολεία του χωριού. Ένα άλλο μέρος προορίζονταν για την προετοιμασία της Παλαίστρας που τελούνταν ανήμερα της γιορτής του Αη- Γιώργη, ως προέκταση του δρώμενου του Μπέη.

Ο χορός

Ο χορός ξεκινούσε απ’ την πλατεία του χωριού αμέσως μετά την εκλογή του νέου Μπέη. Ο παλιός Μπέης μαζί με τον νέο ξεκινούσαν το χορό, που πάντοτε ήταν ο Συρτός. Ακολουθούσαν οι σύζυγοι του καθώς και οι γυναίκες των συγγενών και φίλων του παλιού Μπέη ντυμένες με την παραδοσιακή ενδυμασία του χωριού, τα Νυφκάτα, και στη συνέχεια ακολουθούσαν όσοι κάτοικοι απ΄ το χωριό το ήθελαν. Οι χοροί που χόρευαν ήταν Συρτοί, Καρσιλαμάδες, Κουτσό και ορισμένες φορές Κασάπικο. Μόλις άρχιζε να σουρουπώνει το γλέντι μεταφέρονταν μέσα σε μια απ’ τις ταβέρνες του χωριού, όπου πλέον συμμετείχαν μόνο ζευγάρια, και συνεχιζόταν μέχρι τις πρώτε πρωινές ώρες.

[Σαβίδη Στυλιανός]

Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής

Ιδιαίτερης βαρύτητας εκδήλωση ήταν αυτή τον πανηγυριού της Αγίας Παρασκευής. Το πανηγύρι διαρκούσε δύο ημέρες. Στις 25 Ιούλη όλες οι οικογένειες του χωριού έφτιαχναν τους «ντουλμάδες», τα λεγόμενα γεμιστά και μια πίτα «τσιμπιτσένιου» (με σχέδια) και αφού φόρτωναν στο αμάξι (κάρο), που ήταν φρεσκοβαμμένο και καλογυαλισμένο, μπόγους με απαραίτητα αντικείμενα, ανηφόριζαν για το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται χτισμένο πάνω σ’ ένα λόφο 2χλμ Β.Δ. του χωριού. Εκεί διανυκτέρευαν και αφού άναβαν το κεράκι τους στο εκκλησάκι, έτρωγαν τους «ντουλμάδες» και την πίτα και ξεκινούσαν τα τραγούδια και οι χοροί που διαρκούσαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Δεν υπήρχε περιορισμός ως προς το χορευτικό ρεπερτόριο. Πληρώνοντας τους οργανοπαίκτες οι προσωπικές χορευτικές προτιμήσεις υπερίσχυαν. Το πανηγύρι σταμάτησε στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Άρχισε και πάλι το 1950 και διήρκησε έως το 1967, οπότε σταμάτησε και πάλι εξαιτίας της Δικτατορίας του Παπαδόπουλου. Έκτοτε σταμάτησε πλέον να αναβιώνεται.

[Μπούγιας Ιωάννης]

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2098
Έτος καταγραφής
2008-09
Επώνυμο
Μπούγιας
Όνομα
Αναστάσιος
Εικόνες