Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ-ΣΑΠΩΝ, ΞΥΛΑΓΑΝΗΣ

Λεοντίου Βάγια

Ε΄ εξάμηνο Γ’ έτος του 

Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας

Χρονική περίοδος 1998-99

 

Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός.

α. Ένδυμα

Τα ρούχα για να κοιμόνταν σχεδόν δεν είχαμε, φορούσε κάτι παλιά, καθαρά να ήτανε αλλά όχι νυχτικιά, ένα ρούχο που πάλιωνε, δεν ήταν έξω να το φορέσει. Θα το φορούσε του βραδ’, σαν νυχτικιές τα είχαν εκείνα δηλαδή, τα ρούχα ήταν όλα υφαντικά και δουλεμένα στου χερ, κεντήματα και αργαλειό, δηλαδή δεν είχε έτοιμα.

Τα ρούχα ήταν αυτά τα τσουκμάνια, απ’ το πρόβατο το μαλλί το πλέναμε το ανοίγαμε ήταν στην αρχή τα λαναρια αυτά τα τοπικά και βγήκαν τα άλλα και γνέθαμε, στου αργαλειό μετά τα ράβαμε οι ίδιες, λίγο μία μεγαλύτερη που ήξερε και τα άλλα τα λούσα που έβαζαμ, δεν ήξεραμ μείς να τα βαλαν όπως και τώρα δίνουμε στην κεντήτρια, στην μοδίστρα, μετά τα πηγαίναμ κάποια που ήξερε λίγο καλύτερα.

Ήταν το πουκάμισο, ήταν βαμβακερό από κάτω όμως είχε και το κέντημα αυτό γιατί θα φαίνουνταν απ’ την τσούκνα, μετά ήταν η τσούκνα, δηλαδή το φόρεμα, και μετά ή ένα γιλέκο ή σαν ζακέτα και κείνο υφαντικό, με τα σιρίτια το γιλέκο ήταν χωρίς μανίκια και κείνο που είχε μανίκια ήταν σαλτοματες είτε ανδρικό είτε γυναικείο δηλαδή ήταν ζακέτα.

 

β. Υποδήματα

Παπούτσια ναι (είχαν) στο χωράφι όμως δεν φορούσαν παπούτσια ήταν ένα ζευγάρι το χρόνο, το Πάσχα, συνήθως το Πάσχα έπρεπε να έχεις κάτι καινούργιο παπούτσ, φόρεμα, τσούκνα, έπρεπε να έχεις κάτι καινούργιο.

Τα παπούτσια ήταν όπως σήμερα, αλλά για κάθε μέρα στου χωράφι δεν είχαμ τα παπούτσια δεν μπορούσαμ να δουλέψουμε με τα παπούτσια, καμναμε τσαρούχια, τα ζώα που πουλούσαμε, τα έσφαζαμ τα κάναμ λουκάνικα κι αυτά, τα γελάδια δηλαδή αυτά, ήταν ψιλό το δέρμα, το έφτιαχνα τσαρούχια τα έκοβε, το έβαζε από αρμύρα, μετά στου ασβέστη το στέγνωνε με την αρμύρα το απλωνε κει στεγνωνε, αλλά δεν έπρεπε να το τσιμπήσουν το φύλαγε το τέντωνε με καρφιά για να σιαζει ολο, μετα τραβουσε μια γραμμή ποσο φάρδος δηλαδή είχε και το έκοβε αφου τα έκοβε τα έπαιρνε μετα και τα εβανε στουν ασβεστ για να γινει δερμα δηλαδη, έφτιαχνε το νερο ασβεστονερο, τα κρατουσε εικοσιτεσσερις ωρες, μετά το έκοβε και το έφτιαχνε το τσαρουχ.

Για να φορεσεις τα τσαρούχια μόνο με κάλτσες δεν μπορούσες ήταν κρύο, ήταν ψηλό θα έφτιαχνα τα γραμπόδια, ήταν ένα ύφασμα μαλλινα, το χειμώνα μαλλινο το καλοκαίρι βαμβακερο πάλι το ύφασμα γνεσμένο μαλλί, άσπρα όμως και τα τύλιγαν ήταν και τα σκοινια δηλαδή, τα έδεναν μέχρι το γόνατο, στη φτέρνα, στην πατούνα, το γυρνούσαν να’ναι τρία το τρίτο ήταν από κάτω γιατί μένα γυρω άνοιγε, το πρωι θα τα δενες και το βράδυ θα τα βγαζες δε λυνονταν. 

Συνήθως σαν παλικαρια, ήταν που, ή για γαμπρίσματα, αυτά τα ποδοπάνια, μερικές οι καλές νοικοκυρές τα σαπούνιζαν να είναι άσπρα και λεγας αυτος τι άσπρα που τα είχε πώς τα έκανε. Έφτιαχναν και κατι σκοινιά, μαυροσκοινια τα έλεγαν και τα ‘βαζαν σταυρωτα δηλαδή είχαν το σταυρό αυτο σχέδιο, πως ήταν οι ανταρτες αυτο το σκοινί γίνονταν από κατσίκι τρίχα, μαύρο για να είναι σκληρό, το γνεθε, το στριβε παρα πολύ και το δίπλωνε, το κανε σκοινί, για να βγεί αυτό το κορδόν.

 

γ. Καλλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση

Στο κεφάλι φορούσαμ στην αρχή κάτι σαν σκούφιες μετά ήταν τα καπέλα, δεν είχε, μαντίλες είχαν οι γυναίκες, ήταν η μαντίλα που λέγαμε ψιλή ήταν τα νυφιατκα που έφτιαχνε με φουντίτσες. Τα τσιμπέρια τα ασπρα τα ύφαιναν με ψιλη κλωστή αγορασμένη φυσικά, ήταν σαν οι κοπέλες, οι νύφες, σαν πέπλο να στο πω για νύφη, αυτό το είχαν τα μεγάλα τα τουλπάνια, τα είχαν μια μεγαλη κοπέλα και μετά το κρατούσε για νυφικό, δεν το φορούσαν κάθε μέρα.

Τα μαλλιά ήταν πάντα πλεξούδα δεν σταματούσε η μαντίλα χωρίς αυτό, και στην πλεξούδα σάγανε για να μην ανοίγουν και πέφτουν την μία πλεξούδα με την άλλη μέχρι τη μέση τα έβαζε μία κορδέλα, κοσιδα τη λεμε μεις και έπλεγε ειτε τεσσερις είτε έξι, αναλογως ποσα μαλλια είχε εγω να σου πω μέχρι έξι πλεξουδες μπορουσα είχα παρα πολύ μαλλι, θυμήθηκα δηλαδή που είχα τεσσερις μετα στις δυο είχα πάρα πολύ μαλλί, αφού το εκοβαμε μέσα ήταν και σγουρα και τα έκοβαμ μέσα για να πλέκονται. Όταν θέλησα για να τα κοψω, ε κι γω σαν κοπελίτσα, δε μ’ αφηναν, πήγα πήρα μία ξεν κοπέλα να με τα κοψ, λέει εγώ στο σπίτι, να πας στο σπίτι στη μοδίστρα, κρυφά να τα κόψω, πα εγω τον είπα θελω κρυφά να του κάνω πιαστηκα ήρθαμε, ο αδερφός μου ραφτης ήταν είχε μια ψαλιδα μεγάλ λέει συπαμ και δεν άκουσες ελα δω, τι εγω δεν μπορώ να στα κοψω μια από δω, μια από χααρτσ, ψαλιδα εκείν, κείνα πετάχτηκαν τόσα σγουρά με κοβ και μία μπάτσα, φύγε από δω. Πήγα στο χωριό, όταν είδα στου καθρεφτ, μα που να πάω τωρα στο χωριό σγουρα και τόσα πολλά.

Μετά τα φτιαχναμ μπουκλες και μετα στις κοσίδες, αυτό το κορδον βαζανε και φουντούλες, χρωματα πάλι κάτω απ’ τη μαντίλα φαίνονταν εκείνα.

Κείν που δεν είχε μαλλιά έβανε άλλα, μπόλια, κείν που δεν είχε τα πολλά τα μαλλιά έκοφτε από δω κι έφτιανε, το φτιανε δω το ‘δενε με κλωστή μαυρ και το βουτούσε στο κυρί και τοκανε έτσι σαν χαντριτσα εδώ (στριφτο) κι ύστερα εδώ στα αυτά, στα μπόλια, στα μαλλιά τα μπολιαζαμ και γίνοντανε μακρυα έδωναμ και φούντες, έβαναμ και χαντρες, εμ τι καλά που ταν.

 

δ. καλλωπισμός

Πολύ λίγες βάφονταν, αυτές που δεν είχανε χρώμα, που ήταν λίγο αδιαθετες, ε ήταν και κορίτσια που δεν ήταν κόκκιν ήταν αδύνατες, τότε κοιτούσαν τη ζωηρή γυναικα, αυτές τις λεπτές δεν τις προτιμούσαν αυτή θα είχε λίγα κοκκιναδια τα έλεγαμ, λίγα να βαφει, όχι χείλια, τα μαγουλα, εκεινες ήταν που είχαν λίγο βάψιμο.

 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Αρ. χειρογράφου
283
Έτος καταγραφής
1998-99
Επώνυμο
Λεοντίου
Όνομα
Βάγια
Εικόνες