Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, ΠΕΝΤΑΛΟΦΟΥ

 Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

«Πριν από κάθε γιορτή, για να αρχίσουν νηστεία έπρεπε να βάλουν και να πλύνουν όλα τα πιάτα. Έβαζαν ζεστό νερό και έπρεπε να πλύνουν όλα τα πιάτα, τα τηγάνια και τα ταψιά με τα οποία τηγάνιζαν και έψηναν. Έπρεπε να τα ζεματίσουν και μετά να τα τρίψουν. Νήστευαν τότε όλοι. Όχι όπως τώρα που νηστεύουν και τρώνε και τυρί και απ’ όλα. Τότε στις νηστείες έτρωγαν φακές, ρεβίθια, φασόλια, σπανάκι, ό,τι νηστίσιμο υπήρχε. Δεν έπαιρνε όπως τώρα γάλα νηστίσιμο, τυρί νηστίσιμο. Τέτοια δεν υπήρχαν. Νήστευαν απ’ όλα. Από κρέας, από γάλα και από τυριά».

«Τον Δεκαπενταύγουστο μάζευαν το βούτυρο, το ‘λιώναν, το βάζαν σε μια χωμάτινη κατσαρόλα μέσα σ’ ένα πηγάδι και το είχαν για ένα χειμώνα για να το χρησιμοποιούν στα φαγητά. Για παράδειγμα όταν μαγείρευαν κατσικάκι, αρνάκι, κοτόπουλο δεν έβαζαν λάδι, δεν είχαν λάδι, βούτυρο έβαζαν. Γι’ αυτό έκαναν πιο πολύ νηστεία τον Δεκαπενταύγουστο! Το ίδιο και με το τυρί, με τη μυζήθρα. Τη μάζευαν για να έχουν το χειμώνα».

«Τις Απόκριες έβραζαν αυγά για να νηστέψουν. Το αυγό ήταν απαραίτητο. Για παράδειγμα αύριο θα ήταν Κυριακή, την Κυριακή το βράδυ, ξημερώματα Δευτέρας, πήγαιναν αφού έτρωγαν μετά εγώ έπρεπε να πάρω τον άντρα μου και να πάμε στη μάνα μου και να πούμε “Συγχωρεμένα και Ευλογημένα”. Και έκοβαν και ένα κοτόπουλο το έβραζες και λίγο το τηγάνιζες και πήγαινες λίγο και στη μάνα σου και στην πεθερά σου. Μαζί έδινες και ένα μπουκάλι κρασί. Έτσι, συγχωρούνταν οι αμαρτίες σου. Ή μπορούσες να δώσεις και ένα μπουκάλι ούζο. Ότι είχες! Την πρώτη Κυριακή πηγαίναμε χαλβά. Την δεύτερη μετά, το κοτόπουλο. Μαζί και τις δύο φορές πηγαίναμε και πίτα. Η πίτα τότε ήταν κύριο φαγητό. Και τις απόκριες βέβαια ντύνονταν και καρναβάλια».

«Όλο το χρονικό διάστημα μεγάλωναν ένα γουρούνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων το κόβαν και πρωί πρωί σηκωνόταν οι γυναίκες, μέχρι που να κόψουν το γουρούνι, έφτιαχναν το ψωμί, το φούρνιζαν, και έκαναν μικρά ψωμάκια, μόλις έσφαζαν το γουρούνι, έβγαζαν και τα ψωμάκια απ’ το φούρνο και μοίραζαν στη γειτονιά ψωμάκια. Αυτό ήταν συγχώρεση για το γουρούνι. Μετά, την ημέρα των Χριστουγέννων έκαναν καπαμά. Τον καπαμά τον λένε τώρα στιφάδο. Τον έκαναν σε χωμάτινο τσουκάλι. Και την παραμονή Χριστουγέννων πρωί πρωί που έκοβαν το γουρούνι, δεν έκοβε ο καθένας το γουρούνι του. Ήταν τρείς- τέσσερις μέσα στο χωριό που τους έλεγαν σφάχτηδες που έρχονταν και έκοβαν το γουρούνι. Εκείνος που έσφαζε το γουρούνι είχε μια μάλλινη ποδιά. Φορούσε την ποδιά είχε και το μαχαίρι και ερχόταν σε μένα, μετά πήγαινε στη γειτόνισσα και σε όλη τη γειτονιά. Ο κάθε σφάχτης είχε τη γειτονιά του. μετά, αφού έκοβε το γουρούνι τον κερνούσα αυτόν ένα ποτηράκι ούζο. Έλεγαν, ότι ο σφάχτης έπρεπε να έχει ελαφρύ χέρι για να είναι μαλακό το κρέας. Άμα είχε βαρύ χέρι θα ήταν και το κρέας βαρύ και δεν θα μπορούσαν να το φάνε. Ύστερα, το έγδερναν το γουρούνι, τρία- τέσσερα άτομα μαζί, το κρεμούσαν σ’ έναν πάσσαλο και τον πάσσαλο μαζί με το γουρούνι το πήγαινε ένας μέσα στο σπίτι και το άφηναν εκεί μέχρι την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, έκοβαν ένα κομμάτι για να φάνε εκείνη την ημέρα, την ημέρα των Χριστουγέννων, και την δεύτερη μέρα το κομμάτιαζαν. Μόλις το πήγαιναν στο σπίτι, το βράδυ έβαζαν ένα γίνι από το αλεύρι πάνω στο γουρούνι για να μην πάνε στο βράδυ οι καλικάντζαροι και φοβούνται τα παιδιά. Το θυμιάτιζαν κιόλας. Μετά, την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων πήγαιναν πρωί πρωί και το κομμάτιαζαν και έφτιαχναν και καβουρμά και λουκάνικα. Το λίπος το ‘καναν λίγδα. Έτσι το ΄λέγαν. Το ‘καναν μικρά κομματάκια και το ‘βάζαν μέσα σ’ ένα πιθάρι και το ‘βράζαν. Μετά το στράγγιζαν και άφηναν μόνο το καθαρό λίπος. Μετά όλα εκείνα τα μικρά λίπη άλλοι τα κρατούσαν και άλλοι τα έδιναν στους φτωχούς του χωριού. Όλοι βοηθούσαν και νοιάζονταν τότε τους φτωχούς. Και γενικά όλους τους βοηθούσαν και ότι είχε ο ένας μοίραζε και στους άλλους. Τα γλυκά των Χριστουγέννων ήταν το σαραγλί και καμμιά φορά έφτιαχναν και κάτι σαν κουραμπιέδες από το λίπος του γουρουνιού. Εκείνες τις μέρες τα αγόρια του χωριού γυρνούσαν το βράδυ και έλεγαν τα κάλαντα. Όταν τελείωναν πήγαιναν σ’ ένα σπίτι και τους έψηναν μπριζόλες για να φάνε».

«Το Πάσχα και στο πανηγύρι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης σούβλιζαν αρνάκι ή κατσικάκι. Τότε μόνο στις γιορτές έτρωγαν κρέας. Από τα άλλα χωριά που ερχόταν στο πανηγύρι μας δεν έτρωγαν στα μαγαζιά αλλά τους φίλευαν οι κάτοικοι στα σπίτια».

«Μέσα στο δωδεκαημέρο από τα Χριστούγεννα είχαν ένα έθιμο με τα εννιά φαγητά. Ανήμερα των Χριστουγέννων. Τα φαγητά αυτά είναι το ούζο, η βαρβάρα, το σκόρδο, το κρεμμύδι, το σαραγλί, η φασολάδα, το ψωμί, το πορτοκάλι, το μήλο. Αυτά τα έβαζαν πάνω σ’ ένα σοφρά μέσα στο σπίτι. Μόνο σε σπίτια που είχαν μωρό μέσα. Πάνω στο σοφρά ο πατέρας έβαζε και το πορτοφόλι του με τα λεφτά».

Μάρθα Λαυκίδου

Φωτεινή Λαυκίδου

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2016
Έτος καταγραφής
2008-09
Επώνυμο
Μπαξεβανίδου
Όνομα
Κωνσταντίνα
Εικόνες