Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΦΤΕΛΙΑΣ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Β) ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Θυμάμαι μια χρονιά να πηγαίναμε στη βρύση για το ποιος θα πάρει το πρώτο νερό και ανάβαμε φωτιές και χορεύαμε. Τα Χριστούγεννα δεν κάναμε τίποτα. Για να βρούμε το τυχερό(τωρινό φλουρί), βάζαμε σε ένα πορτοκάλι μια δραχμή και λέγαμε ‘αχ αυτός είναι ο τυχερός’ ή φωνάζαμε να κάνουμε το ποδαρικό. Στις απόκριες όλοι ντυνόμασταν καρναβάλια και γυρνούσαμε το χωριό. Τον 15 Αύγουστο ο πατέρας μας θα μας πήγαινε στην θάλασσα ή στο Παγγαίο επάνω. Γινόντουσαν χοροί 2-3 μέρες.
(Βαρβάρα Βοίδου)

Την σαρακοστή για 40 μέρες νήστευαν όλοι(Χριστούγεννα- Πάσχα). Παραμονή βράδυ Χριστουγέννων τραγουδούσαν ένα τραγούδι: Χριστός γεννάται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια.
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες κι η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κι η Παναγιά κοιλοπονούσε, κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
όλους τους αγίους τους Αποστόλους.
Τρεις απόστολοι μαμή γυρεύουν
μαμή γυρεύουν για μήλο τρέχουν
ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν-
Η παναγιά μας ξελευτερωθεί
μέσα στις δάφνες μέσα στα λουλούδια
κάνει τον ήλιο και το φεγγάρι.
Σαν ήλιος λάμπει σαν το φεγγάρι
σ’ αυτό το σπίτι του νοικοκύρη
στη φαμίλια του και στα παιδιά του.
Ύστερα παραμονή Χριστουγέννων πηγαίνανε και λέγανε τα κάλαντα, τους έδιναν καρύδια, αμύγδαλα, σύκα. Τώρα δίνουν λεφτά, μήλο, χαρούπια. Επίσης την παραμονή των Χριστουγέννων έσφαζαν, κρεμούσαν το γουρούνι. Το βράδυ θα έτρωγαν 9 λογιών φαγητά όλο κολοκύθα. Μανταρίνι, κρεμμύδι και ζυμωτό ψωμί. Θυμιάζανε με το θυμιατό το τραπέζι και το σπίτι. Τα έτρωγαν για να μην έρθουν τα καλικαντζαράκια. Φτιάχνανε κουραμπιέδες, μυγδαλένα και μακαρόνια. Το πρωί στην εκκλησία περνούσαν, έκαναν μπάμπες, ήταν έντερο και το γέμιζαν με κρέας χοιρινό, ρύζι και μαϊντανό. Την Πρωτοχρονιά από το κρέας του γουρουνιού έκαναν λουκάνικα, καβουρμά παστό και λίγδα. Επίσης έφτιαχναν πίτες όπως τυρόπιτα, με κιμά και σε αυτές μετά βάζανε και άλλα πράγματα από το χωράφι, από το πατάρι. Ο καθένας ότι ήθελε μπορούσε να βάλει. Ο καθένας θα τύχαινε θα πήγαινε και θα το έκανε. Επίσης από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι να αγιαστούν τα νερά, δεν πλέναμε. Κάθε βράδυ θυμιάζαμε. Μερικά τραγούδια της Πρωτοχρονιάς και των Χριστουγέννων είναι τα εξής: Θρακιώτικα κάλαντα των Χριστουγέννων
Χριστούγεννα πρωτούγεννα
τώρα χριστός γεννιέται
τώρα Χριστός θα γεννηθεί
και έχουμε χαρές μεγάλες
τα Ευαγγέλια χαίρονται
και τα δαιμόνια κλαίνε
και η κυρά η Παναγιά
η καθαρού Μαρία
που καθόταν και λουζόταν
με το καθαργιονέρι
δεξιά μεριά στην πόρτα της ρίχνει τα λούσματα της
φυτρώνει ένα χρυσό δεντρί
και ρίζες τους ήταν χρυσές
χρυσές μαλαματένιες.
Σ’ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε
πέτρα να μην ραγίσει
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χίλια χρόνια να ζήσει.
Θρακιώτικα Κάλαντα Πρωτοχρονιάς
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.
Βασίλη μου πούθε έρχεσαι και πούθε κατέστησες.
από την μάνα μου έρχομαι και το σχολείο πηγαίνω.
Κάτσε να φας, κάθισε να πιεις, κάτσε να τραγουδήσεις.
εγώ τραγούδια δε ξέρω, ξέρω την αλφαβήτα
και το ραβδί ακούμπησε να πει την αλφαβήτα.
και το ραβδί ήτανε ξερό και βλάστησε κλωνάρια
κι επάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν
σαν ήταν μόνο πέρδικες ήταν και περιστέρια.
Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε, πέτρα να μην ραγίσει
και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.
Δεύτερο τραγούδι Πρωτοχρονιάς
Αι Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει. Βαστάει σπαθί, βαστάει λουρί, βαστάει μαύρο κοντάρι κι οι κλέφτες τον επαύρωσαν πέρα στο μαυροδρόμι.
Βασίλη αμπόθεν έρχεσαι κ’ αμπόθεν κατεβαίνεις;
Από το δάσκαλο έρχομαι, στην μάνα μου πηγαίνω,
πάω να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω.
Σαν έρχεσαι από το δάσκαλο, πες μας την αλφαβήτα!
Στην πατερίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτα
και η πατερίτσα του χλωρή  και απόλαυε κλωνάρια, 
κλωνάρια, χρυσοκλώναρα, χρυσοκομποδεμένα.
κι απάνω στις κορφούλες της, πέρδικα φωλιασμένη
κατέβηκε μια πέρδικα, να πιει χρυσό νεράκι.
παίρνει νερό στα νύχια της και χιόνι στα φτερά της,
ραντίζει τον αφέντη μας, ραντίζει την κυρά μας.
και στο ραβδί τ’ ακούμπησε να πει την αλφαβήτα.
και το ραβδί ήτανε ξερό και βλάστησε κλωνάρια.
κι απάνω στα κλωνάρια τους πέρδικες κελαηδούσαν.

Την ημέρα της Αγίας Βαρβάρας κάναμε φαγητό-γλυκό βαρβάρα, την νύχτα το μοιράζαμε, ποιος θα το πάει πρώτος στα σπίτια. Στα Φώτα όπως και τώρα ο ιερέας χτυπούσε πολύ νωρίς την καμπάνα. Την παραμονή και στα ανήμερα ο ιερέας γυρνούσε όλο το χωριό και φώτιζε όλα τα σπίτια. Στις απόκριες γινόμασταν καρναβάλια, την πρώτη αποκριά γυρνούσαμε τα σπίτια του χωριού. Υπήρχε νηστεία, την δεύτερη μέρα αποκριάς μαζεύονταν 2 οικογένειες, έφτιαχναν πίτες και έτρωγαν όλοι μαζί και έλεγαν ‘απόψε αποκρεύουμε’, αύριο δεν τρώνε, ότι φάνε απόψε. Άναβαν φωτιές και χόρευαν γύρω από την φωτιά όλοι μαζί. Μετά ήταν σαρακοστή και η Μ. εβδομάδα. Κάθε μέρα ήταν και μία γιορτή. Την Μ. Πέμπτη(Σταύρωση Χριστού) πήγαιναν στην εκκλησία, δεν πλέναμε και δεν κάναμε τίποτα ιδιαίτερο. Το ίδιο γινόταν και την Μ. Παρασκευή γυρνούσε ο επιτάφιος το βράδυ στο χωριό. Από την εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών πήγαινε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και έπειτα στους Αγίους Ταξιάρχες. Το Μ. Σάββατο το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία για την Ανάσταση του Κυρίου. Μετά ακολουθεί το τσούγκρισμα των αυγών, το σούβλισμα(την Κυριακή του Πάσχα). Και ως συνήθως κάθε οικογένεια είχε και άλλη μία οικογένεια στο σπίτι της. Το μοιρολόι που λέγανε την Μ. Πέμπτη το βράδυ που ξενυχτάνε το Χριστό ήτανε: Το Τραγούδι του Χριστού
Όποιος το ξέρει να το πει και όποιος δε ξέρει να μάθει, όποιος το καλουφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει, παράδεισο και λίβανο από τον άγιο τάφο, κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο. Εκεί Εβραίοι περπατούν και το Χριστό γυρεύουν, τριάντα αργύρια τάξανε να τον εσταυρώσουν, κανένας δεν ευρέθηκε να τον μαρτυρήσει, μόνο αυτός ευρέθηκε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Δώσε τα αργύρια εμένα τα αργύρια αυτά να τον εμαρτυρήσω. Σύρετε πάνω στο σχολείο πούνε τα δασκαλούδια, όλοι φορούνε πράσινα, ο Χριστός φορεί γαλάζια, όλοι βαστούν μικρά χαρτιά, Χριστός κρατεί βαγγέλιο, όλοι τρώνε αφρό ψωμί, Χριστός τρώει παξιμάδι, όλοι βουτούνε στο κρασί, Χριστός βουτεί στο λάδι, σαν πάνε και τον πιάσανε σαν κλέφτη τον αρπάζουν, βγάζουν τα άγια ρούχα τους, κουρέλια τον φοράνε, βγάζουν την άγια ζώνη του, φυλάργια τον φοράνε, βγάζουν το άγιο σκούφο του, τριβόλια τον φοράνε. Πήραν το δρόμο πήγανε εις του Πιλάτου το σπίτι, στο δρόμο που επήγαιναν στο δρόμο που πηγαίνουν, βρίσκουν κατσβελ που πολεμούν κατσβελ όπου δούλευαν. Καλημέρα σας μαστόροι, καλώς τα πολεμάτε τρία καρφιά τρία φαρμακωμένα κι ο Φαραώ βάζει να κάνουν πέντε. Συ Φαραέ που τα έκανες να μας διδάξεις κιόλας, τα δύο βάλτε στα χέρια τους, τα δύο στα ποδάρια του, το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του. Ξύδι καπνά ποτίστε τον, να λιγωθεί η καρδιά του, να στάζει αίμα και χολή, όπου να βγει η ψυχή του. Χαμπέρια πάνε και έρχονται εις του Χριστού τη μάνα, συ παναγιά μου λούζεσαι και το Χριστό παιδεύουν κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε κλαίει, μοιρολογάει, μαζεύει τα μαλάκια της και πικροβλαστημάει, ανάθεμα όποιος λουστεί Παρασκευή ημέρα να πέφτουν τα μαλλάκια του πως πέφτουνε και μένα.
Ποιος αγαπάει το Χριστό να ρθει μαζί με μένα, η Μάρθα, η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα, του Ιακώβου η πεθερά κι 4 αντάμα το δρόμο που επήγαιναν στο δρόμο που πηγαίνουν βρίσκουν κατσβελ που δούλευαν . Ανάθεμα σας κατσβελ ψωμί να μην χορταστεί και στάχτη στη γωνίτσα σας ποτέ να μην αποκτήστε. Πήραν το δρόμο πήγαιναν εις του Πιλάτου το σπίτι βρίσκαν τις πόρτες σκαλιστές σφιχτά μανταλωμένες, ανοίξτε πόρτες του ληστού και πόρτες του Πιλάτου κι πόρτες από το φόβο τους ανοίξανε μονάχες. Βλέπουν δεμά, βλέπουν ζερβά, κανένα δεν γνωρίζουν, τον Αϊ Γιάννη γνώρισαν τον πρώτο μαθητή του, πουνε Αϊ Γιάννη ο γιόκας μου και σένα ο δάσκαλος σου, δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να μιλήσω, εν έχω χεροπάλαμο να σας τον εδείξω, τον βλέπεις κείνον το γυμνό στο ξύλο καρφωμένο όπου φορεί στη κεφαλή αγκάθινο στεφάνι. Εκείνος είναι ο γιόκας σου και μένα ο δάσκαλος μου, κι η Παναγιά σαν τα ΄κουσε έπεσε και ελιγώθει, φέρτε μαχαίρι να σφαγώ, γκρεμό να πάω να πέσω.
Χριστός απολογήθηκε με πικραμένα χείλια, Συ μάναμ κι αν σφαγείς, σφάζονται οι μάνες όλες, Συ μάναμ κι’ αν κρεμαστείς κρεμιούνται οι μάνες όλες. Σύρε μάναμ στο σπίτι μας, σύρε και στα όντα μας συρούσε τραπέζια θλιβερά πιρούνια σκουριασμένα και τα ποτήρια που κερνάς κ’ αυτά αραχνιασμένα. Και το Μεγάλο Σάββατο μετά το μεσημέρι, τότε μάναμ να χαίρεσαι τότε να με παντέχεις. Καλό είν’ το Άγιος ο Θεός, καλό το κύριε ελέησον, όποιος το ξέρει να το πει και όποιος το ξέρει να μάθει όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει, παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.
Όποιος το ξέρει να το πει
(Μαραλή Σγουρούλα)

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
3496
Έτος καταγραφής
2020-21
Επώνυμο
Μαρτίδου
Όνομα
Ευαγγελία