Τελετουργίες από ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Ένα ακόμα έθιμο που έχουμε στο χωριό είναι το Κουρμπάνι. Το κουρμπάνι γίνεται στη γιορτή του Αγίου Αθανασίου. Οι κάτοικοι του χωριό την ημέρα εκείνη στην αυλή της εκκλησίας ή δίπλα έσφαζαν ζώα/ Σφάζανε τα ζώα στα οποία είχαν κάνει τάματα οι πιστοί. Στην συνέχεια το μαγείρευαν και το μοιράζουν σε όλο το χωριό.
Το έθιμο που σκοτώνεις τα ζώα είναι ένα πανάρχαιο έθιμο. Το σφάξιμο των ζώων που γίνονταν κοντά σε αγιάσματα ή στο προαύλιο των εκκλησιών που είχαν όνομα των Αγίων που ήθελαν να τιμήσουν, διατηρείται μέχρι και σήμερα. Στα σημερινά χρόνια το κουρμπάνι το συνεχίζουν οι ψαράδες. Το φαγητό των Χριστιανών παλιά ήταν έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι κάτοικοι του χωριού μια φορά το χρόνο έβγαζαν ο καθένας από κάτι για να φτιάξουν φαγητό και να φάνε όλοι μαζί, για να είναι πιο δεμένοι μεταξύ τους.
Αφού μαζεύονταν όλα τα τάματα, τα ζώα οδηγούνται μπροστά σε τάφους που βρίσκονται δίπλα στην είσοδο της εκκλησίας και σφάζονται με προσοχή έτσι ώστε το αίμα να χάνεται μέσα στον τάφο. Όλο το βράδυ γίνεται το μαγείρεμα του κουρμπανιού. Στην διαδικασία αυτή της παρασκευής του συμμετέχουν μόνο άνδρες όλων των ηλικιών.
Ένα ακόμα έθιμο που έχουμε στο χωριό είναι το γιάγιανο. Γιορτάζεται δύο συνεχόμενες βραδιές 23 κι 24 Ιουνίου. Το έθιμο του Γιάγιανου είναι πολύ παλιό αλλά έχει μεγάλη για όλους σημασία και ιδιαίτερα για τους αγρότες που του θύμιζε ότι έφτασε το καλοκαίρι στα μισά του κι από εδώ και πέρα δεν επιτρέπονται τα σπαρτά.
Από το βράδυ της 22ης Ιουνίου ετοιμάζαμε τα καλά μας. Με το χάραμα πηγαίναμε από όπου φεύγαμε το απόγευμα. Αφού κάναμε μπάνιο και καθαριζόμασταν, ντυνόμασταν ειδικά εμείς οι γυναίκες δεν φορούσαμε άσπρα πουκάμισα αλλά κόκκινα. Μετά φτιάχναμε ένα μεγάλο μπουκέτο με λουλούδια όλων των ειδών και κυρίως του γιάγιανου και των καρυδιών και χορεύαμε με αυτό στην πλατεία. Το ίδιο γινόταν και την επόμενη μέρα.
Ένα μοναδικό θρακιώτικο έθιμο το οποίο υπάρχει μέχρι και σήμερα είναι το έθιμο του καλόγερου ή Καλογεροδεύτερα και γίνεται μια Δευτέρα πριν την Καθαρά Δευτέρα. Στις 11 το πρωί, η συντροφιά του καλόγερου ετοιμάζεται και βγαίνει στο χωριό και γυρίζει μια γειτονιά μαζεύοντας αυγά και πειράζοντας τον κόσμο.
Στις 4 το μεσημέρι το πρόγραμμα συνεχίζεται με χορούς επάνω στην πλατεία και ακολουθεί το συμβολικό όργωμα.
Μετά ακολουθεί η παρέλαση των καρναβαλιστών και η βράβευση των καλύτερων. Οι εκδηλώσεις θα ολοκληρωθούν με διασκέδαση από επάνω στην πλατεία για όλα τα παιδιά.
(Ευγενία Σταμέλου)
Το έθιμο αυτό γίνεται για να έχουν καλή σοδειά. Την Δευτέρα εκείνο το πρωί μαζεύονταν 20 με 30 παλικάρια που εκείνο τον καιρό ήταν ανύπαντρα και διάλεγαν μεταξύ τους έναν ο οποίος θα είναι ο καλόγερος.
Στην συνέχεια τον έντυναν με δέρματα ζώων και στην μέση του είχε περασμένα κουδούνια προβάτων. Το πρόσωπο του το έβαφε με στάχτη και στο κεφάλι φορούσε μια κουκούλα από δέρμα ζώων. Στα χέρια τους κρατούσε δύο ξύλα, τα νουκμάκια, απαραίτητα για την δράση του καλόγερου. Οι συνοδοί του, ήταν ντυμένοι με τα φτούρια, είναι θρακιώτικη ενδυμασία του Κρυονερίου. Στην παρέα υπήρχε πάντα και ένας μεταμφιεσμένος σε τσιγγάνα. Την συντροφιά συνοδεύει και μία ξύλινη καμήλα.
Δημιουργούσαν θόρυβο καθώς περιφέρονταν σε όλα τα σπίτια του χωριού με τη συνοδεία μιας γκάιντας. Όταν έμπαιναν στην αυλή του σπιτιού προκειμένου να δημιουργήσουν περισσότερη φασαρία και να γίνει η παρουσία τους αντιληπτή χτυπούσαν το κάρο που βρισκόταν εκεί με ξύλα που έφεραν στα χέρια τους. Όταν έβγαινε ο νοικοκύρης του σπιτιού έξω το έλεγαν πως το κάρο θέλει διόρθωμα και τον ‘απειλούσαν’ πως για να μην του προξενήσουν μεγαλύτερη ζημιά, έπρεπε να τους πληρώσει ακριβά. Συγχρόνως, το έσπρωχναν και το περιέπαιζαν προκειμένου να τους δώσει μεγαλύτερο ‘μπαξίσι’. Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν συνήθως χρήματα και αυγά. Παράλληλα κερνούσαν τον καλόγερο και τη συντροφιά του διάφορους μεζέδες με τσίπουρο ή ούζο.
Αφού περνούσαν από όλα τα σπίτια του χωριού, το απόγευμα κατέληγαν στην πλατεία, όπου συγκεντρωνόμασταν όλοι οι κάτοικοι προκειμένου να κάνουμε το έθιμο της σποράς. Εκεί η συντροφιά του καλόγερου επέλεγε ένα κάτοικο του χωριού, τον καλύτερο νοικοκύρη και τον έχριζε βασιλιά. Ταυτόχρονα έφτιαχνε ένα ξύλινο άροτρο στο οποίο οι μεταμφιεσμένοι έπαιρναν την θέση των βοδιών και ο βασιλιάς κρατώντας το αλέτρι κι ένα ξύλινο κοντάρι τους κέντριζε για να οργανώσουν τη γη. Μ’ αυτό τον τρόπο έσερναν το αλέτρι στην πλατεία, κάνοντας τρεις περιφορές. Μετά το όργωμα ο αγρότης έπαιρνε ένα τενεκέ με σιτάρι και καλαμπόκι που είχε αναμειχθεί με στάχτη και έσπερνε το υποτιθέμενο οργωμένο χωράφι-πετώντας και σε αυτούς που βρίσκονταν εκεί, ενώ όσοι παρακολουθούσαν έχοντας χέρια λερωμένα με μουτζούρες της σόμπας λερώνονταν μεταξύ τους. Κατά την διάρκεια της σποράς ο βασιλιάς φώναζε διάφορες τιμές για τα βασικά αγροτικά προϊόντα. Αμέσως μετά την σπορά έπαιρνε έναν τενεκέ με νερό για να ποτίσει το ξερό χωράφι. Τότε και μόνο τότε οι κάτοικοι που παρακολουθούσαν είχαν το δικαίωμα να βρέξουν το βασιλιά και τον καλόγερο με κουβάδες νερό που εμφανίζονταν από το πουθενά μέσα στο πλήθος. Οι βρεγμένοι είχαν, αυτοδίκαια, το δικαίωμα να κυνηγήσουν και να χτυπήσουν με τις βέργες που κρατούσαν αυτούς που τους κατέβρεξαν. Το δρώμενο τελείωνε με πειράγματα, κέφι και χορό.
Με τον ίδιο τρόπο ακριβώς και αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων, το έθιμο πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο Καλαμπάκι.
Ένα έθιμο που έχουμε στο χωριό και οι Πόντιοι και εμείς οι Θρακιώτες είναι το γαϊτανάκι. Η λέξη γαϊτανάκι είναι υποκοριστικό της μεσαιωνικής λέξης ‘γαϊτάνι’ που σημαίνει μεταξωτό κορδόνι, λωρίδα, ταινία. Προέρχονταν από τα ελληνιστικά χρόνια μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου από την ελληνική λέξη γαϊτάνι. Χρειαζόντουσαν δεκατρία άτομα για να στήσουν το χορό. Ο ένας κρατά ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο από την κορυφή του οποίου ξεκινούν 12 μακριές κορδέλες, καθεμία με διαφορετικό χρώμα. Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και είναι αυτές που δίνουν το όνομα τους και στο έθιμο. Γύρω από το στύλο 12 χορευτές κρατούν ένα γαϊτάνι και χορεύουν ταυτόχρονα ανά ζευγάρια τραγουδώντας το παραδοσιακό τραγούδι. Καθώς κινούνται γύρω στο στύλο κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του και έτσι όπως γυρνούν πλέκουν τις κορδέλες γύρω από το στύλο δημιουργώντας χρώματα στους συνδυασμούς με τον ίδιο τρόπο που έπλεκαν παλιά οι γυναίκες τα γαϊτάνια και στόλιζαν τις παραδοσιακές φορεσιές. Όταν οι κορδέλες έχουν όλες τυλιχτεί και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά στο κοντάρι αναστρέφεται η φορά του χορού και όταν τα γαϊτάνια ξετυλιχτούν ο χορός τελειώνει.
Ο αριθμός των δώδεκα χορευτών λέγεται ότι δηλώνει τους μήνες του χρόνου που εναλλάσσονται ή τις ώρες. Σε πολλές κοινωνίες κυρίως αγροτικές, το γαϊτάνι συμβολίζει την ομοιότητα και την συναδελφικότητα. Ο κυκλικός χορός συμβολίζει τον κύκλο της ζωής από την ζωή στον θάνατο, από την λύπη στη χαρά, από τον χειμώνα στην άνοιξη και το αντίθετο. Και οι απόκριες αποτελούν μια γιορτή χαράς που συνδυάζεται και με την αναζωογόνηση με το ξύπνημα της φύσης, την άνοιξη. Επίσης η πομπή του καρναβαλιού έχει επίσης ρίζες στην αρχαιότητα καθώς σχετίζεται με την πομπή γλεντιών και ακραίως συμπεριφορών κατά τις διονυσιακές γιορτές.