Τελετουργίες από ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Β. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Τη Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα, κρατάγαμε νηστεία. Συνήθως μόνο εμείς οι γυναίκες, γιατί οι άντρες εργάζονταν σκληρά και έπρεπε να τρώνε καλά.
Η νηστεία δεν ήταν δύσκολη, γιατί έτσι κι αλλιώς τα αγαθά ήταν περιορισμένα. Τα Χριστούγεννα σφάζανε όλοι τα γουρούνια τους. Τα έτρεφαν πολύ καιρό πριν περιμένοντας αυτή την ημέρα. Φτιάχναμε λουκάνικα και καβουρμάδες και έτσι είχαμε ένα ξεχωριστό τραπέζι, πραγματικά γιορτινό. Κάλαντα ακούγονταν σ’ όλο το χωριό. Τα παιδιά ξεκινούσαν νωρίς το πρωί. Αντί για χρήματα, περισσότερο δίναμε καρύδια, αυγά, κολοκυθόπιτες, πορτοκάλια. Ιδιαίτερα ήταν τα κάλαντα των Φώτων. Τα παιδιά με ένα κλαδί ελιάς(στη διάρκεια της νύχτας) έψελναν τα κάλαντα στους γεροντότερους λέγοντας: «Σούρβα-σούρβα γερό κλαδί-γερό κορμί και του χρόνου να σαστε γεροί». Το κλαδί ελιάς το χτυπούσαν ελαφρά στις πλάτες των νοικοκυραίων. Των Φώτων ακόμη τα σπίτια τα οποία είχαν χάσει άτομο και πενθούσαν και δεν είχε κλείσει χρόνος, έπρεπε να έχουν τραπέζι στρωμένο ολημερίς με όσπρια, ελιές και κρασί κόκκινο, όπου περνούσε όλο το χωριό σχεδόν, να φάει από αυτό.
Οι απόκριες ήταν γιορτή που δεν είχε μεγάλη απήχηση. Ντύνονταν μόνο κάποιοι μεγάλοι με αυτοσχέδια δικά του παλιά ρούχα και γύρναγαν τα σπίτια. Δεν μιλούσαν έως ότου να τους καταλάβουν. Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν αυγά από τα οποία φτιάχνονταν οι περίφημες πίτες της αποκριάς.
Στους χαιρετισμούς της Παναγίας έψελναν μόνο μικρά παιδιά, ενώ και κάποιες γυναίκες έφτιαχναν χορωδία. Η ατμόσφαιρα πολύ κατανυκτική. Τη σαρακοστή, οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σπίτια. Ασβέστωναν έξω και έβαφαν μέσα το σπίτι όλο. Τη Μ. εβδομάδα ξεκινούσαν οι προετοιμασίες του Πάσχα. Οι γειτονιές μοσχοβολούσαν τσουρέκια. Ο φούρνος του χωριού δούλευε πυρετωδώς. Την Μ. Πέμπτη βάφονταν τα αυγά. Επειδή δεν υπήρχαν βαφές, ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν τα κρεμμυδόφυλλα. Έβραζαν σε μια κατσαρόλα τα αυγά μαζί με τα κρεμμυδόφυλλα και έπαιρναν ένα ωραίο κόκκινο χρώμα. Το Μ. Σάββατο από νωρίς ξεκίναγε η διαδικασία για το γέμισμα του κατσικιού. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν γέμιση με τ’ αντεράκια, τα συκωτάκια του κατσικιού και ρύζι, το γέμιζαν και πρωί-πρωί το ταψί στέλνονταν στο φούρνο. Έφτιαχναν και μαγειρίτσα ή κοτόσουπα.
Σαράντα μέρες μετά το Πάσχα μέχρι την πεντηκοστή τσούγκριζαν κόκκινα αυγά, ενώ έστρωναν αργά το βράδυ τραπέζι με βαμμένα αυγά και άλλα φαγητά, γιατί πίστευαν ότι οι νεκροί τους επισκέπτονται αυτές τις μέρες τη νύχτα και τρώνε.
Στις 21 Μαΐου ήταν η γιορτή Κωνσταντίνου και Ελένης. Η γιορτή αυτή σήμαινε την έναρξη των γεωργικών ασχολιών, κυρίως του καπνού.
Το καλοκαίρι παρά το γεγονός ότι η δουλειά βρίσκονταν σε μεγάλες φούριες, γιορτάζονταν δεόντως η 26η Ιουλίου, η μέρα της Αγίας Παρασκευής. Όλοι πήγαιναν με τα πόδια από βραδίς στο ξωκλήσι της, άναβαν κεριά και προσκυνούσαν. Έξω από την εκκλησίτσα γίνονταν γιορτή, γλέντι και πανηγύρι. Οι κοπέλες τραγουδούσαν και κερνούσαν πίτες, γλυκά. Μερικές μάλιστα έκοβαν τις πλεξούδες από τα μαλλιά τους(ανύπαντρες κοπέλες) και τις άφηναν μπροστά στην εικόνα της Αγίας για να έχουν καλές τύχες.
Το φθινόπωρο δέσποζε η γιορτή του Αη Δημήτρη. Ο πολιούχος του χωριού γιορταζόταν με όλες τις τιμές. Οι γυναίκες ξενυχτούσαν όλη την νύχτα στο ναό μπροστά στην εικόνα του αγίου, ενώ άλλες ετοίμαζαν φαγητά για το ‘κουρμπάνι’. Του αγίου Δημητρίου κανονιζόταν συνήθως οι αρραβώνες».
Μαρτυρία Τσοκτένογλου Γεωργίας