Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΝΕΑΣ ΚΑΡΒΑΛΗΣ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

Πιο συγκεκριμένα τα έθιμα των Καππαδοκών ήταν τα παρακάτω: τα Χριστούγεννα τα έλεγαν οι Καππαδόκες Μικρό Πάσχα. Από την παραμονή 24 Δεκεμβρίου αρχίζουν οι προετοιμασίες. Έσφαζαν κοτόπουλα η μεγαλύτερα ζώα που τα μοιράζονταν περισσότερες οικογένειες. Σε όλα τα σπίτια ζύμωναν με αλεύρι, γάλα. Αυγά ζάχαρη και βούτυρο. Οι γυναίκες πήγαιναν στους σταθερούς όπου ανάβουν κεριά κοντά στα ζώα και θυμιάτιζαν. Την νύχτα της παραμονής περασμένα μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας. Αν δεν υπήρχαν καμπάνες χρησιμοποιούσαν σήμαντρα ή ακόμα και συνεργείο από ιερουργούς που διαβαίνουν το χωριό από άκρη σε άκρη και προειδοποιούσαν τους πιστούς πως ήρθε η ώρα της εκκλησίας χτυπώντας τις πόρτες τους. Οι άνδρες φορούσαν γιορτινά και οι γυναίκες τους κεντημένες φορεσιές από τσόχα. Πήγαιναν όλοι μαζί οι γείτονες και για να βλέπουν στο σκοτάδι κρατούσαν πυρσούς. Η λειτουργίας τελειώνει πριν ξημερώσει και γύριζαν στα σπίτια τους, ασπάζονταν οι μικρότεροι τα χέρια των μεγαλυτέρων και ευχόταν «Χριστός γεννάται», «αληθώς γεννάται», «χρόνια πολλά» κ.α. Έστρωναν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που περιελάμβανε σούπα, τραχανά και γιουβαρλάκια. Απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει στο τραπέζι την ημέρα αυτή και το χερσέ πιλάφι από ψιλοκομμένο στάρι που είχε βράσει σε ζωμό από κόκκαλα. Το φαγητό αυτό το έδωσαν και στην Παναγιά να φάει όταν ήταν λεχώνα. Δεν είχε ξημερώσει και οι περισσότεροι έπεφταν πάλι να κοιμηθούν, όλες τις μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι του Αη Βασίλη, γιόρταζαν, συγκεντρώνονταν σε σπίτια, διασκέδαζαν, χορεύοντας χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα σε ομάδες, συνήθως από 6 αγόρια και κάθε μία σκορπίζονταν στο χωριό. Τα τρία παιδιά από την κάθε ομάδα ανέβαιναν στο δωμάτιο των σπιτιών και από το φεγγίτη κρατούσαν με σκοινί ένα φανάρι δικής τους κατασκευής και το άφηναν να ανέβει μέσα στο σπίτι. Ανεβοκατέβαζαν μέσα στο σωμάτιο του σπιτιού το φανάρι τους και έψαλλαν το τροπάριο του Αγίου Βασιλείου. Την ίδια στιγμή άλλα τρία παιδιά είχαν μπει μέσα στο σπίτι για να πάρουν τα δώρα που τους προσφέρουν: αυγά, πλιγούρι, βούτυρο, ξηρούς καρπούς. Την νύχτα εκείνη γινόταν από πολλούς προσκύνημα στα λαξευτά παρεκκλήσια του Αϊ Βασίλη και των 40 μαρτύρων. Πίστευαν πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ανοίγει ο ουρανός. Αν την νύχτα της Παραμονής γεννιόνταν παιδιά, ήταν τυχερά. Αν ήταν αγόρια τους έδιναν στη βάπτιση το όνομα ‘Βασίλης’. Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έτρεχαν στη βρύση να φέρουν νερό στον Αϊ Βασίλη. Γέμιζε η κάθε μία την στάμνα της και κρατούσε ύστερα από κάτω από την βρύση, σακούλα μικρή με νομίσματα για να βρέξει μέσα το νερό και να πολλαπλασιαστούν τα νομίσματα. Το μεσημέρι, ακολουθούσε και πάλι τραπέζι πάνω στο οποίο κοβόταν η βασιλόπιτα.
Οι απόκριες, γιορτάζονταν με χορούς και μεταμφιέσεις. Τα παιδιά γίνονταν μασκαράδες. Σπάνια ντύνονταν οι μεγάλοι. Είχαν δύο Κυριακές αποκριάς που ονομάζονταν Κυριάτ Κρεισή. Την πρώτη έτρωγαν κρέατα, την δεύτερη αυγά και τυριά. Όταν ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα, μέσα στα σπίτια πάνω στους τοίχους έκαναν σκίτσα καμήλα με αλεύρι, το είχανε για καλό αυτό. Αν τα παιδιά ήθελαν να φάνε κρέας το διάστημα της Σαρακοστής τα φοβέριζαν με την φράση «Παπάς κόφτα τα αφτιά σου». Όταν υπήρχε αρραβωνιασμένη στο σπίτι μαζεύονταν συγγενείς του αρραβωνιαστικού και έτρωγαν  όλοι μαζί. 
Την Μ. εβδομάδα νήστευαν και πήγαιναν κάθε μέρα στην εκκλησία. Την Μ Τετάρτη σταματούσαν τις δουλειές των χωραφιών. Την Μ. Πέμπτη, έβαφαν κόκκινα αυγά με κρεμμυδόφλουδες και το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία από ένα αυγό κάθε μέλος της οικογένειας. Ημέρα του μεγαλύτερου πένθους ήταν η Μ. Παρασκευή. Ήταν όλα κλειστά. Θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία να πιάσει κανείς σφυρί ή καρφί αυτή τη μέρα. Οι γυναίκες στόλιζαν τον επιτάφιο με γκρι ζουμπούλια και σουσάμια. Όλοι προσκυνούσαν τον επιτάφιο, περνούσαν και 3 φορές από κάτω για να είναι γεροί. Το βράδυ, ο δάσκαλος με τα παιδιά διάβαζαν τον επιτάφιο θρήνο, έψελναν τα εγκώμια και μετά περιέφεραν τον επιτάφιο με κατάνυξη στους δρόμους κρατώντας κεριά αναμμένα ψάλλοντας το «Κύριε ελέησον». Το Μ. Σάββατο ήταν η μέρα των πεθαμένων. Πήγαιναν στα νεκροταφεία, άναβαν κεριά και καντήλια και έκαναν τρισάγιο. Την νύχτα αυτή μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού και άναβαν φωτιά. Μαζεύονταν γύρω και γελούσαν, φώναζαν κάποιον να χτυπήσει η καμπάνα για την Ανάσταση. Συμβόλιζε η φωτιά που είχαν ανάψει οι Απόστολοι και ζέσταιναν όταν ενέκριναν τον Χριστό. Μόλις ο παπάς έλεγε το Χριστός ανέστη, τσούγκριζαν τα αυγά και τα έτρωγαν. Με αυγό άνοιγαν την νηστεία και με αυγό την έκλειναν. Μετά την ανάσταση πήγαιναν το άγιο φως στο σπίτι και έτρωγαν όλοι μαζί.
Μεγάλη γιορτή ήταν του Αϊ Γιώργη στις 23 Απριλίου ή όποτε έπεφτε η γιορτή, οδηγού και προστάτη των ταξιδιωτών και των ζώων. Συντεχνία των γεωργών έκανε λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου. Αυτές ήταν ο γιορτές που γιόρταζαν και γιορτάζουν οι Καρβαλιώτες κάνοντας τόσες πολλές προετοιμασίες.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2038
Έτος καταγραφής
2008-09
Επώνυμο
Αδαμίδου
Όνομα
Ευτυχία