Τελετουργίες από ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α. Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
Δεν τηρούνται ιδιαίτερα έθιμα, πέρα από την νηστεία.
β. Το δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)
Τρεις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, οι οικογένειες του Καλαμπακίου
έσφαζαν το γουρούνι που έτρεφε η καθεμία. Το γουρούνι, έμενε
ανέπαφο μέχρι την νύχτα των Χριστουγέννων, οπότε το ανοίγανε και το
θυμιατίζανε. Θυμιατίζανε επίσης και όλα τα ζώα. Από το γουρούνι
παρασκευάζανε τον καπαμά, το κυρίως γεύμα των Χριστουγέννων, που
συνοδευότανε από φακή, ρεβίθια και πλιγούρι. Από το ίδιο του
γουρούνι ξεχωρίζανε ένα καλό κομμάτι για να κεράσουν του άνδρες
που θα ‘βγαζαν τον Χριστό.
Το πλέον σημαντικό έθιμο των Χριστουγέννων είναι τα
χριστουγεννιάτικα κάλαντα που λέγονταν από ώριμους άνδρες του
χωριού.
Αμέσως μετά την γιορτή του Αγίου Νικολάου, άρχιζε η προετοιμασία
της χορωδίας των καλάντων. Σ’ αυτήν μπορούσαν να συμμετέχουν
άνδρες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου ή που είχαν ήδη παντρευτεί.
Στο χωριό συγκροτούνταν έξι – επτά ομάδες δέκα περίπου ατόμων.
Κάθε ομάδα χωριζόταν σε δύο υποομάδες, καθεμιά από τις οποίες είχε
έναν επικεφαλή, που ονομαζόταν μάνα. Οι ομάδες χώριζαν το χωριό σε
τμήματα και αναλάμβανε ένα από αυτά κάθε ομάδα.
Την Παραμονή των Χριστουγέννων, οι Μάνες πήγαιναν στο σπίτι του
προέδρου όπου δήλωναν τις ομάδες και τα τμήματα του χωριού που
αντιστοιχούσαν σε κάθεμια. Μόλις έπεφτε η νύχτα οι Καλαντιστές
γυρνούσαν στο χωριό και σε κάθε σπίτι τους περίμενε ούζο και ……
Τα κυρίως κάλαντα ήταν «ο Χριστός»:
Χριστός γεννιέται χαρά ΄ς τον κόσμο
χαρά ΄ς τον κόσμον ΄ς, τον κόσμον όλον
΄Σ τον κόσμον όλον ΄ς τους αρχαγγέλους
΄ς τους αρχαγγέλους, ΄ς τους αποστόλους.
΄Σ τα Σμύρνια να πάσουν μαμή να φέρουν
κι ώστε να πάσουν και να γυρίσουν.
Κυρά αφεντούσα ξελευθερώθει
Ξελευθερώθει Χριστόν Αφέντη.
Χριστόν Αφέντη σαν ήλιος φέγγει
σα νιό φεγγάρι, σαν παλικάρι.
Αν ο νοικοκύρης δεν είχε πένθος οι Καλαντιστές τραγουδούσαν και τον
«Αφέντη»:
Εμείς που είπαμ’ τον Χριστό
να πούμ’ και τον Αφέντη.
Βαριά κοιμάται Αφέντης μας
και πώς να τον ξυπνήσ’με.
Φέρτε νερμήλια δώδεκα
νεράντζια δεκαπέντε
τρία γυαλιά ροδόσταμο
να σ’κώσουμ’ τον Αφέντη.
Σαν ήπιε και ξαγρύπνησε
τον γρήφο ντου γυρεύει
Χίλιοι πήραν τον γρήφον του
χίλιοι τον πλαγινόν του
Ν’ εσένα, αφέντη μ’ δεν σε πρέπ’
΄ς αυτήν την παλιοχώρα
ν’ εσένα, αφέντη μ’ σ’ έπρεπε
ανάμεσα ΄ς την Πόλη.
Να κάθεσαι να τρως να πίν΄ς
΄ς ένα όμορφο τραπέζι
να ν΄ εν΄ ο γύρος μάλαμα
το στήθος ασημένιο.
Κι ανάμεσα ΄ς σ΄ μέσο σπιτιά
καντήλα αναμμένη.
Χωρίς αλ΄σίδα κρέμεται
χωρίς αέρα τρέμει.
Χωρίς αλ΄σίδα κρέμεται
χωρίς αέρα τρέμει
χωρίς το λάδι και κερί
φέγγει την αφεντιά σου.
Κι αν βάλεις λάδι και κερί
φέγγει τη γειτονιά σου
κι αν βάλεις περισσόλαδο
φέγγει τον κόσμον όλον.
Όλα αυτά τα κάλαντα τα τραγουδούσαν έξω από το σπίτι. Όταν ο
οικοδεσπότης άνοιγε την πόρτα οι καλαντιστές μπαίνουν στο σπίτι και
τραγουδούν το τραγούδι ο «Μεγάλος Χριστός».
Χριστούγεννα πρωτούγεννα
πόψα Χριστός γεννιέται
γεννιέται και βαφτίζεται
και ο κόσμος δεν το ξέρει.
κόσμος είν΄ ακούμενος
κι ο βασιλεύς ατός ντο
ν΄ εκεί π΄ ακούμπησ΄ ο Χριστός
χρυσό δεντράκι βγήκε.
Το δέντρο ήταν ο Χριστός
τα κλώνια οι αποστόλοι
και τ΄ αργυροφυλλίτσια του
ήταν οι προφητάδες.
Προφήτευαν και έλεγαν
για του Χριστού τα πάθη
ν΄ εσύ, Χριστέ μ΄ αληθειανέ;
Χριστέ μου σταυρωμένε.
΄Σ το σταυροδρόμ΄ που πάγαινε
΄ς τον Άγιον Τάφον πάει
κι οι Γιοβραίοι σαν τ΄ ακούσαν
τρέχουν και τον γυρεύουν.
Και πήγαν και τον έπιασαν
μέσα ΄ς το σταυροδρόμι
και τον πήραν και τον πάγαιναν
να πάν΄ να τον σκιντζέψουν.
Πολλές σκιντζιές του βάρεσαν
όλες τις παραδέχ΄κε
μόν΄ μια σκιντζιά πικρή σκιντζιά
΄κειν΄να παραδέχ΄κε.
Τον χαλκόν τους παρήγγειλαν
να κόψ΄ τρία πιρούνια
κι εκείνος τα παράκοψε
κι έκοψε κακώς πέντε.
Ν΄ εσύ που τα παράκοψες
ν΄ εσύ να μας ΄μηρνέψεις .
Τα δυο βάλτε ΄ς τα χέρια ντου
τα δυο ΄ς τα γόνατα ντου.
Το πέμιο το φαρμακερό
κάτσ΄ τε το ΄ς την καρδιά του.
Να τρέξει αίμα και νερό
να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι έτρεχε το αίμα
σαν σιγανό ποτάμι
Κι η Παναγιά το σφούγγιζε
μ΄ ένα χρυσό μαντήλι
Ώρες ώρες το σφούγγιζε
ώρες μοιρολογούσε.
-Τ΄ έχετε με το γιόκα μου
τον γιό μου τον αφέντη.
Που ήταν όλος μάλαμα
το στήθος ασημένιο
που είχε το χρυσόστομα
και τη γλυκιά τη γλώσσα;
Τον πήραν και τον έκλεισαν
σε σιδερένιες πόρτες.
Κι η Παναγιά παρακαλεί
κι ανοίξανε μονάχες.
Χάσκει το Νότο το Βοριά
κανένα δε γνωρίζει
γυρίζει χάσκει οπίσω της
τον Πέτρο και τον Γιάννη.
-Πού ΄ναι, Πετρέ μ΄ το τέκνον μου
πού ναι κι ο δάσκαλός σου;
-Γύρ΄σε, νενέ μ΄ και δες κει να
ποιός είναι σταυρωμένος.
-Σώπα Πετρέ μ΄ και μην το λες
θα κόψω τα μαλλιά μου
Φέρτένα αργυροψάλιδο
να κόψω τα μαλλιά μου.
-Σώπα, νενέ μ΄ και μην το κάν΄ς
θα το βρει ο κόσμος όλος.
Βάλε κρασί μέσ΄ το γυαλί
κι αφράτο παξιμάδι.
Βάλε κρασί μέσ΄ το γυαλί
κι αφράτο παξιμάδι
και πιες νενέ μ΄ παρηγοριά
παρηγοριά της χάρης.
Κι όταν σημαίνουν οι εκκλησιές
και ψάλλουν οι παπάδες
τότε να το θαρρής, νενέ μ΄:
πόχουμ΄ χαρές μεγάλες.
Αν ο οικοδεσπότης έχει κόρη «μικρή» θα τραγουδήσουν την
«Περδικούλα», που αρχίζει έτσι:
Μια περδικούλα πλουμιστή
τ΄ αφέντη η θυγατέρα
νεννιά κουδούνια έσερνε
μια χρονικήσια μέρα.
Τα τρία ήτανε χρυσά
τα τρία ασημένια
τα τρία πάνε και έρχονται
΄ς την Πόλ΄ προξενιτάδες
Προξενιτάδες έβγαλαν
΄πο μέσ΄ από την Πόλη
ρωτούνε και ξαναρωτούν
ποιος έχει τέτοια κόρη
Κυρά ξανθή παινέθηκε
πε πάν΄ς το παραθύρι
ν΄ εγώ έχω τέτοια λυγερή
ν΄ εγώ έχω τέτοια κόρη.
Η κόρη μ΄ς το χορό κρατεί
και ΄ς το χορό χορεύει
φορεί παπούτσια κυκλωτά
τερλίκια με το ράμμα.
Φορεί και ΄ς τη μεσίτσαν της
τζιβάν΄ καρσί ζουνάρι.
Κυρά μ΄ , τη θυγατέρα σου
κείνος που θα την πάρει
Θα φέρει τ΄ άστρα πρόβατα
και το φεγγάρι κάπα
θα φέρει και τον αυγερινό
΄ς το χέρι δαχτυλίδι.
Αν ο οικοδεσπότης έχει ανύπαντρη κόρη τραγουδούν το «Κοράσιον»:
Κοράσιον παινέθηκεν
αργά ΄ς το παρακάθι
πως κάμνει τ΄ν εβδομάδα του
σαράντα λίτρες νήμα.
Ψηλό κάμνει ψηλό ΄φαίνει
ψηλό και μασουρίζει
΄ς τα ουρανά το διάζεται
΄ς τους κάμπους το τυλίγει.
Κι ανάμεσα ΄ς τη θάλασσα
θέτει λάκκο και φαίνει
με τετρακόσια κάρολα
κι εξήνταδυο σαΐτες.
Με χίλιες δυο πατήριες
και το βλατί που φαίνει.
και με του λάκκου τη βροντή
του καρολιού την τρίξη.
Σειγίστηκε η θάλασσα
και ΄πόμνε σειγισμένη
το δαχτυλίδι που φορείς
στο τρύχι να περάσει.
Το δαχτυλίδι που φορείς
στο τρύχι να περάσει
κι από τη τρίχα πέρασε
τη σκάλα π΄ ανεβαίνει.
Και με τη σκάλα ανέβηκε
μέσ΄ τον οντά πηγαίνει
βρίσκει την κόρη μοναχή
που στρώνει και πλαγιάζει.
Πέφτουν τα άνθια απάνω της
τα μήλα στη ποδιά της
και στη δεξιά της τη μεριά
κόκκινα τριαντάφυλλα.
Να ζήσ΄ πολύχρονω μηνώ
τ΄ άξιο σας το κοράσι
να ζήσει χρόνια περισσά
και πάντα να περάσει.
Να ζήσει χρόνια περισσά
και πάντα να περάσει.
κι από τα χίλια κ΄ ύστερα
ν΄ ασπρίσει να γεράσει.
Αν ο οικοδεσπότης έχει γιο θα τραγουδήσουν τον «Παλήκαρο», το
οποίο:
Ν΄ εδώ ΄ν΄ ένας παλήκαρος
άξιος κι ανδρειωμένος
φοράει τα γρόσια στην κισσιά
και τα φλουριά ΄ς την τζέπη.
Παγαίν΄ αρραβωνιάζεται
παγαίν΄ να δώσ΄ σημάδι
παγαίν΄ στα βράχια δεν έβρε
και στα ξαδέρφια κι όχι.
Παίρνει το τουφεκάκι του
πάν΄ς τη δεξιά του πλάτη
παίρνει τα πλάγια ανάπλαγα
περδίκια να σκοτώσει.
Ούδε περδίκια σκότωσε
ούδε τράχωμα βρήκε.
Γυρεύει μύλους δώδεκα
μαζί με τ΄ς μυλωνάδες.
Γυρεύ΄ χωράφια αθέριστα
μαζί με τ΄ς θεριστάδες.
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα
μαζί με τ΄ς τρυγητάδες.
Αν ο αφέντης είναι νιόπαντρος τραγουδούν το «Κρατεί ν΄ ο Μάης τη
δροσιά»:
Κρατεί ν΄ ο Μάης τη δροσιά
κρατεί κι ο νιος την κόρη
΄Σ τα γόνατα την κάθισε
και την ψιλορωτάει.
Κόρη μ΄ δεν είσαι κόκκινη
δεν είσαι ξασπρισμένη
δεν είσαι από ψιλή μεριά
κι από γραμματισμένη;
Αν θες να είμαι κόκκινη
να είμαι ξασπρισμένη
να είμαι από αψηλή μεριά
κι από γραμματισμένη.
Να πάμ΄ κάτω ΄ς της Μπαρμπανιές
κάτω ΄ς μεσ΄ Σαλονίκες
να πάρουμ΄ τ΄ ρούσας το βλατί
της Βενετιάς τ΄ ατλάζι.
Με μάνα που την στόλιζε
Σάββατον όλη μέρα
Παρασκευήν τ΄ αρχίνησε
Σάββατο τελειώνει.
Μια Κυριακή και μια Λαμπρή
μια χρονικήσια ημέρα
παίρνει η μάνα της μπροστά
κι εκείν΄ το Καταπόδι.
Γεμίζει ο δρόμος ανθουλιά
κι η εκκλησιά της μόσχο.
Παπάδες σαν την κοίταξαν
χάσαν τα γράμματά τους.
Ψαλτάδες σαν την κοίταξαν
χάσαν την ψαλμουδιά τους.
Ψέλνε, παπά μ΄ καλόψελνε
διάκο μου κανονάρχα
κι εσείς σαλά μωρά παιδιά
βρείτε τα γράμματά σας.
Νε μη σας δώκα αφηλογή
και χάσατε το νου σας;
Νεμένα αυτήν την ομορφιά
θεός με την εδώκει.
Φέρτε σταφύλι ροζακί
Κρυστάλλινο κεράσι
Κι αυτό το νιο τ΄ αντρόγυνο
Να ζήσει να γεράσει.
Και τέλος αν μια οικογένεια έχει ζευγάρι αρραβωνιασμένων λένε αυτό:
Ν΄ ακούς νηγιέμ τι σούμωνε
η αρραβωνιασκή σου
να πάνα πάρεις το φιλί
μη βρέξει μη χιονίσει
Εγώ όντας βρέξει περπατώ
κι΄ όταν χιονίσει τρέχω
κι΄ όταν κατβάσει ο Δούναβης
ο βάθιος μου περνάει
Πέρνα με βάθιε μ΄ πέρνα με
πέρα για να περάσω
να δω τις μαυρομάτησες
τις δουχτουνοφρυδούσες
Πού ΄χουν το μάτι σαν ελιά
το φρύδι σαν γαϊτάνι
που ΄χουν το μάτι τσάμπιρο
σαν της ελιάς το φύλλο.
Το έθιμο τελειώνει με τα «Κάλαντα»:
Χριστούγεννα πρωτούγεννα
΄πόψα Χριστός γεννιέται
΄πόψα οι αγγέλοι χαίρονται
΄Πόψα οι αγγέλοι χαίρονται
και τα δαιμόνια κλαίνε
κι η Δέσποινα η Παναγιά
Κι η Δέσποινα η Παναγιά
η καθαρομαρία
καθότανε και λούζονταν
Καθότανε και λούζονταν
με το καθαριονέρι
Τον άγγελό της φίλευε
Τον άγγελό της φίλευε
και το Χριστό ΄κερνούσε
και τους αγγέλ΄ς παρακαλεί
Και τους αγγέλ΄ς παρακαλεί
και το θεό δοξάζει
για να την δώσει τα κλειδιά
Για να της δώσει τα κλειδιά
κλειδιά του παραδείσου
ν΄ ανοίξει το παράδεισο
Ν΄ ανοίξει το παράδεισο
να τόνε σιργιανίσει
να δει τ΄ς αρχόντους πως περνούν
Να δει τ΄ς αρχόντους πως περνούν
σακούλες βουλωμένες
Να δει και τους καημέν΄ φτωχούς
Να δει και τους καημέν΄ φτωχούς
λαμπάδες αναμμένες
να δει και τα μωρά παιδιά
Να δει και τα μωρά παιδιά
΄πε κάτ΄ς το κυπαρίσι
πως παίζουν το χρυσόμηλο
Πως παίζουν το χρυσόμηλο
και λησμονούν τις μάνες
Κι ας είναι γειά σας, φίλοι μου.
Αν ο οικοδεσπότης έχει πένθος οι Καλαντιστές λένε μόνο το «Χριστό»
και πηγαίνουν στο επόμενο σπίτι.
Ο οικοδεσπότης που δέχεται στο σπίτι του τους Καλαντιστές, τους
προσφέρει κεράσματα (ούζο και χοιρινό) , αλλά και δώρου, που τις
περισσότερες φορές ήταν τρόφιμα.
Ολόκληρο το σπίτι, το γιορτινό τραπέζι … ζώα θυμιατίζονταν την
Παραμονή των Χριστουγέννων, την Πρωτοχρονιά και την ημέρα των
Φώτων. Το έθιμο αυτό των Καλάντων … μέχρι σήμερα στο Καλαμπάκι.
γ. Απόκριες
Οι άνθρωποι γιορτάζουν την Αποκριά με μεταμφιέσεις . Κατ΄ αυτόν τον
τρόπο την Καθαρά Δευτέρα στο Καλαμπάκι τελούνταν «Τα
Καλογέρ΄κα».
Είκοσι με τριάντα ανύπαντροι νέοι συγκεντρώνονταν και επέλεγαν έναν,
ο οποίος θα ήταν ο καλόγερος με δέρματα ζώων και κουδούνια. Αυτός
έβαφε το πρόσωπό του με κάρβουνα και στα χέρια του κρουτούσε δύο
ρόπαλα και οι υπόλοιποι φορώντας ποτούρια γίνονταν οι ακόλουθοι
του καλογέρου.
Ολόκληρη η ομάδα με τη συνοδεία γκάιντας γυρνούσε όλες
ανεξαιρέτως τις γειτονιές του χωριού και δεχόταν φιλοδωρήματα από
τους οικοδεσπότες, δήθεν ως πληρωμή εργασιών και φόρους.
Με τη δύση του ηλίου τελείωνε η περιήγηση στο χωριό και η συνοδεία
του καλόγερου επέλεγε τον καλύτερο οικοδεσπότη, τον οποίο ονόμαζε
βασιλιά. Στην πλατεία του χωριού ερχόταν ένα ξύλινο άροτρο, με το
οποίο ο βασιλιάς όργωνε συμβολικά την πλατεία του χωριού, έχοντας
ως ζώα τους συνοδούς του καλόγερου. Ενώ ο βασιλιάς έριχνε τους
σπόρους στο χώμα έλεγε τα εξής συμβολικά λόγια:
«Φέτος το σταρ΄ 5 γρόσια ·
φέτος το κριθάρ΄ 4 γρόσια ·
το καλαμπόκ΄ 3 γρόσια.
Φέτος τζάμπα το μ…»
Όταν τελείωνε το όργωμα οι κάτοικοι του χωριού, που ήταν μαζεμένοι
στην πλατεία, πετούσαν νερό στους καλόγερους, σαν ένα είδος
βαπτίσματος.
Το έθιμο των καλογέρων τελείται ακόμη και σήμερα κάθε χρόνο στο
Καλαμπάκι.
δ. 18 Ιανουαρίου- Το Κουρμπάνι
Στις 18 Ιανουαρίου τιμάτε η μνήμη του Αγίου Αθανασίου, του προστάτη
του χωριού.
Λίγες μέρες πριν από τη γιορτή οριζόταν η επιτροπή που θα φρόντιζε
για τη διεξαγωγή του εθίμου, που λεγόταν κουρμπάνι. Τα μέλη της
επιτροπής ονομάζονταν κουρμπαντζίδες και το έργο τους άρχιζε με τη
συγκέντρωση χρημάτων από τους κατοίκους του χωριού, Με τα
χρήματα αυτά θα αγόραζαν το ζώο για τη θυσία.
Την ημέρα της γιορτής ο ιερέας ευλογούσε το ζώο κι αφού το έσφαζαν
και το έγδερναν, έριχναν τα κομμάτια του σε μεγάλα καζάνια, που είχαν
τοποθετηθεί την παραμονή της γιορτής στο προαύλιο της εκκλησίας. Το
κρέας ψηνόταν στα καζάνια μαζί με σπασμένο σιτάρι.
Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, οι κάτοικοι του χωριού
συγκεντρώνονταν στο χώρο του κουρμπανιού όπου στηνόταν φαγοπότι.
Οι Καλαμπακιώτες το θεωρούσαν απαραίτητο να φάνε όλοι οι κάτοικοι
κουρμπάνι.
Το απόγευμα συγκεντρώνονταν όλοι στην εκκλησία όπου με την
γκάιντα και το νταούλι στηνόταν γλέντι που διαρκούσε ως το
σούρουπο.
Το ζώο που έσφαζαν (και συνηθίζουν ακόμη και σήμερα να σφάζουν η
Καλαμπακιώτες) ήταν αγελάδα ή ταύρος. Η παράδοση, όμως, θέλει το
θύμα της θυσίας να ήταν παλαιότερα ελάφι και μάλιστα θεόσταλτο.
Συγκεκριμένα υπήρχε η παράδοση του ελαφιού που κάθε χρόνο
έστελνε ο Θεός για τη θυσία. Μια χρονιά όμως οι ανυπόμονη
κουρμπαντζίδες έσφαξαν το ελάφι προτού αυτό ξεκουραστεί. Ο θεός
μετά από αυτό δεν ξανάστειλε ελάφι, οπότε οι Καλαμπακιώτες
αναγκάζονταν να σφάζουν ζώα κατά προτίμηση θηλυκά, γιατί δεν το
θεωρούσαν … να σφάζουν αρσενικά.
ε. Κινητές εορτές
Σαρακοστή, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή
Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής και Πάσχα τηρούνταν νηστεία τη Μ.
Πέμπτη οι νοικοκυρές έβαφαν τα αυγά τους κόκκινα συνήθως, και την
Μ. Παρασκευή γινόταν περιφορά του Επιταφίου.
Όσον αφορά το τραπέζι της Ανάστασης, το κύριο γεύμα ήταν ο
καπαμάς, ο οποίος όμως ήταν τώρα από κρέας αρνιού, κρεμμύδι και
δυόσμο.
Για σαράντα ημέρες από το Πάσχα ο χαιρετισμός ήταν : «Χριστός
Ανέστη» και η απάντηση: «Αληθώς Ανέστη». Σ΄ όλη αυτή την περίοδο
απαγορεύονταν ο δανεισμός φωτιάς.
Την παραμονή της Αναλήψεως του Σωτήρος οι Καλαμπακιώτες άναβαν
φωτιά στο σταυροδρόμι του χωριού και πηδούσαν τρεις φορές από
πάνω της. Πίστευαν έτσι πως το χειμώνα τα πόδια τους δεν θα ΄βγαζαν
χιονίστρες.
στ. Ακίνητες εορτές της Άνοιξης
Την γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου γιόρταζαν με ιδιαίτερη τιμή οι
κάτοικοι του Καλαμπακίου. Την 21 η Μαίου, μετά τη θεία λειτουργία
γινόταν η έξοδος των σίχνων ή … . Οι μητέρες έπαιρναν τις ανύπαντρες
και σε ηλικία γάμου κόρες τους, για να πάνε μαζί στο αγίασμα του
Αγίου Κωνσταντίνου, το οποίο βρισκόταν έξω από το χωριό. Οι κόρες
περίμεναν με αγωνία, αφού είχαν ήδη ετοιμαστεί και στολιστεί με
ιδιαίτερη επιμέλεια, γιατί στο αγίασμα επικρατούσε ένα πραγματικό
νυφοπάζαρο. Εκεί συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο στις 21 Μαίου
ανύπαντροι νέοι από το Καλαμπάκι και από τα γύρω χωριά, ελπίζοντας,
πως θα βρούνε τη σύντροφο της ζωής τους.