Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, ΦΥΛΑΚΙΟΥ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
«Νήστευαν απλά τη Σαρακοστή. Την Καθαρά Δευτέρα παίρναμε σουσαμένιο χαλβά και τον δέναμε στη λάμπα και το κουνούσαμε. Τα παιδιά στέκονταν από κάτω με τα χέρια δεμένα πίσω και το στόμα ανοιχτό. Το κουνούσαμε και σε όποιο στόμα έμπαινε και το κρατούσε ήταν ο τυχερός.
Στη Γιορτή του Τρύφωνα την 1η Φεβρουαρίου όλα τα φαγητά τα κόβαμε και τα ετοιμάζαμε τρεις μέρες πριν για να μην χρησιμοποιούμε καθόλου μαχαίρι.
Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς βάζαμε 9 είδη φαγητών και κάναμε μια πίτα στην οποία εκτός από το φλουρί βάζαμε και ξυλάκια, όπου τα ονομάζαμε π.χ. αυτό το ξυλάκι αντιστοιχεί στις κότες. Μερικά από τα φαγητά ήταν ψωμί, τυρί ή και ποτά όπως κρασί. Καθόμασταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι και πριν αρχίσουμε το φαγητό, όρθιοι λέγαμε το “Πάτερ ημών“ . Ο αφέντης, ο νοικοκύρης του σπιτιού έκοβε αρχικά την πίτα, αφού πρώτα τη γύριζε τρεις φορές. Βγάζαμε ένα κομμάτι για την Παναγιά, μετά το νοικοκύρη και τα υπόλοιπα κομμάτια μοιράζονταν ηλικιακά.
Τις Απόκριες δύο άντρες σκεπάζονταν με ξύλα και με κουβέρτες και στο κεφάλι είχε και ένα κολοκύθι. Γυρνούσαμε όλο το χωριό, άνδρες και γυναίκες. Άλλοι έδιναν λεφτά, άλλοι σιτάρι, άλλοι καλαμπόκι. Υπήρχαν και κουδούνια και κάποιοι βάφονταν μαύροι. Μετά πηγαίναμε στην αυλή του σχολείου όλος ο κόσμος. Ο Μπέος και ένας άλλος θα ζευτούν σ’ ένα ζυγό (που οργώνουν) και έχει και αλέτρι. Ο Μπέος έπιανε τα αλέτρι και οι δύο άλλοι μπαίναν δεξιά και αριστερά, σα γαϊδούρια για να παραστήσουν τη σπορά. Ο μπέης έριχνε και σιτάρι με ένα τενεκά. Μετά τον πηδίκλωναν (έριχναν) και έπεφτε κάτω. Του μπέη η γυναίκα έφτιαχνε μια βασιλόπιτα, ένα τσουρέκι και το μοίραζε σε όλους τους άνδρες και όποιος τύχαινε να να βρει το φλουρί γινόταν ο μπέης της επόμενης χρονιάς.
Το Πάσχα νηστεύαμε, δηλαδή για ολόκληρη τη λεγόμενη Σαρακοστή. Τη Μεγάλη Πέμπτη, την κόκκινη Πέμπτη βάφαμε τ’ αυγά και κάναμε τσουρέκι. Πρώτα αφήναμε ένα αυγό για την Παναγία. Το παλιό αυγό που είχαμε αφήσει από την περσινή Μεγάλη Πέμπτη το θάβαμε σ΄ ένα χωράφι.
Την Πρωτομαγιά όλοι έβγαιναν και πήγαιναν και έπαιρναν φαγητά, κρέας, λουκάνικα και έψηναν και έτρωγαν όλοι μαζί».
(Θεοδοσίου Μαρία)
«Την Παραμονή των Χριστουγέννων έσφαζαν ένα γουρούνι, έστρωναν στο βραδινό τραπέζι 9 νηστίσιμα φαγητά, άναβαν το καντήλι με κρασί και λάδι. Μετά θύμιαζαν το τραπέζι, όλους τους χώρους του σπιτιού καθώς επίσης και τα ζώα στους στάβλους. Τα παλικάρια του χωριού ξεκινούσαν από τα μεσάνυχτα και τραγουδούσαν τα τοπικά κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς έφτιαχναν τυρόπιτα και έβαζαν μέσα ξυλαράκια που το καθένα συμβόλιζε διαφορετικό « περιουσιακό» στοιχείο της οικογένειας (χωράφια, ζώα, σπίτια κ.λ.π.). Όταν έκοβαν την πίτα στο βραδινό τραπέζι, αφού πρώτα θύμιαζαν πάλι, ο καθένας έψαχνε να βρει στο κομμάτι τι του έτυχε και από κει και ύστερα σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς είχε την εποπτεία και τη φροντίδα του. Απαραιτήτως στο βραδινό τραπέζι ήταν και ο πατσάς. Τις Απόκριες την τελευταία Κυριακή γυρνούσαν με ένα μπουκάλι κρασί από σπίτι σε σπίτι και ζητούσαν συγχώρεση για τυχόν παρεξηγήσεις (λεγόμενα Συγχωρεμένα)».
(Κεσίδη Θεοδώρα)
«Την Καθαρά Δευτέρα γινόταν το έθιμο του Μπέη. Όλα τα σπίτια του χωριού ευπρέπιζαν τις αυλές τους για να υποδεχτούν το Μπέη. Η ακολουθία του αποτελούνταν από τη γυναίκα με το μωρό, το γύφτο, τους σωματοφύλακες του Μπέη και τον Κρίτη. Ακολουθούσε όλο το χωριό και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι. Σε κάθε αυλή οι αράπηδες ήλεγχαν τα εργαλεία. Οι νοικοκυρές κερνούσαν όλη τη συνοδεία κρασί, μεζέδες και γλυκίσματα ενώ οι άντρες προσέφεραν στο Μπέη σιτάρι ή καλαμπόκι. Στη διάρκεια της περιφοράς όποιος πείραζε το μωρό της γυναίκας που δεν ήταν παρά ένα ξύλο τυλιγμένο με πάνα, πιανόταν από τους φύλακες και αφού πλήρωνε πρόστιμο αφηνόταν ελεύθερο. Το μεσημέρι αφού τελείωνε η περιφορά κατέληγαν όλοι στην πλατεία. Εκεί, ο Μπέης μετρούσε το χωράφι, μετά έζενε στο ζυγό του ξύλινου αλέτριου το γύφτο και τη γύφτισσα. Το όργωμα άρχιζε. Ο Μπέης επέβλεπε και οι φύλακες του τον πρόσεχαν για να μην τον πειράξει κανείς. Κάποιος από το πλήθος προσπαθούσε να ρίξει κάτω τον Μπέη, καθώς αυτός έσπερνε. Αν το δοχείο αναποδογυριζόταν κατά την πτώση του, τότε η χρονιά θα ήταν δύσκολη, αν όμως το δοχείο έπεφτε χωρίς να σκορπίσει ο σπόρος, τότε η σοδειά θα πήγαινε καλά. Γινόταν ακόμη και παλαίστρα και γαϊδαροδρομίες. Μετά ξεκινούσε ο χορός όλων των παρευρισκομένων. Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζεύονταν όλη η οικογένεια γύρω από το σοφρά (χαμηλό, στρόγγυλο τραπέζι) και ο νοικοκύρης, αφού “σταύρωνε” (έκανε με το μαχαίρι ένα σταυρό) την πίτα, την έκοβε. Μόνο που η πρωτοχρονιάτικη πίτα δεν είχε μέσα φλουρί, αλλά τσάκνα (μικρά ξυλάκια). Στο κάθε κλαδάκι αντιστοιχούσε ένα τμήμα του νοικοκυριού. Έτσι άλλος τύχαινε τα χωράφια, άλλος την αποθήκη, άλλος το σπίτι κ.λ.π. και όλοι ήταν υποχρεωμένοι για τον επόμενο χρόνο να ασχολούνται στον τομέα που τους έτυχε».
(Φωτιάδου Σταματία)