Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΠΕΤΡΑΔΩΝ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ


Η γιορτή που κυριαρχεί την εποχή του χειμώνα είναι αυτή των Χριστουγέννων και τις
Πρωτοχρονιάς αλλά και των φώτων. Οι προετοιμασίες αρχίζουν με την σαρανταήμερη
νηστεία. Δεύτερος σταθμός ήταν οι γιορτές οι "Βαρβάρες" στις 4-5-6Δεκεμβρίου. Την γιορτή
της Αγίας Βαρβάρας φτιάχνεται μια γλυκειά σαν σούπα η βαρβάρα. Είναι βρασμένο
κοπανισμένο σιτάρι. Μέσα βράζουν επίσης σταφίδες, σύκα, μήλα, καλαμπόκι, ρεβίθια κ.α.
Όταν βράσουν όλα αυτά διαλύονται σε νερό με καβουρδισμένο κοπανισμένο σουσάμι και
ζάχαρη. Τις μέρες αυτές λεγόταν το εξής τρίστιχο που μάλλον έχει μεταφορική σημασία και
σήμαινε το χιόνι που έπεφτε
Βαρβάρα βαρβαρών
Σάββας σαβανών
Αι – Νικόλας παραχών
Του αγίου Σπυρίδρομου (Σπυρίδωνα) έλεγαν πως η μέρα μεγαλώνει κατά ένα σπυρί κάθε
μέρα κορίτσια και αγόρια γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού φωνάζοντας τσιου – τσιου
μπάμπω. Τότε έβγαινε η νοικοκυρά και έριχνε κάτω αμύγδαλα και καρύδια τα οποία
μάζευαν τα παιδιά. Το έθιμο αυτό μάλλον αποτελεί αναπαράσταση του ταΐσματος των
πουλερικών μιας και τα αμύγδαλα και τα καρύδια δεν δίνονταν στο χέρι αλλά σκορπίζονται
κάτω και τα παιδιά μιμούμενα το μάζεμα όταν τρώνε τους σπόρους τα πουλερικά, τα
μαζεύουν. Γίνεται λοιπόν για την καλή παραγωγή πουλερικών. Οι νοικοκυρές μάλιστα
ήθελαν και αγόρια και κορίτσια για να βγάλουν οι κλώσες και πουλάδες και κοκόρια.
Παραμονή Χριστουγέννων ήταν μέρα σφαγής των γουρουνιών. Όλο το χρόνο η οικογένεια
συντηρούσε χοιρινό για να το σφάξει την μέρα αυτή. Έσφαζαν τα γουρούνια και το χωριό
αντηχούσε από τις στρίγγλες των θυσιαζόμενων χοίρων. Οι δρόμοι γέμιζαν αίματα και
μαζωμένα νερά που έριχνες από τις αυλές προς το σοκάκι και μετά στο δρόμο. Από τη
σπλήνα, φούσκα του ζώου προέβλεπαν αν ο χειμώνας θα ήταν πιο βαρύς αργότερα ή αν
πέρασαν τα κρύα ανάλογα με το που θα ήταν το μεγαλύτερο φούσκωμα της σπλήνας, μπρος
ή πίσω. Εν τω μεταξύ οι νοικοκυρές ετοιμάζουν και κείνες. Το γουρούνι ολόκληρο γδαρμένο
και καθαρισμένο με ένα τσιατάλ , στήριγμα, το έβαζαν κοντά στο τζάκι για να το χαρεί ο
Χριστός όπως έλεγαν. Ύστερα οι γυναίκες με τους μπαλτάδες έκοβαν κρέας σε μικρά
κομμάτια, κιμά για να φτιάξουν το γέμισμα της μπάμπως. Μπάμπω ήταν χοντρό λουκάνικο
από έντερο χοίρου γεμισμένο με κιμά ή ψιλοκομμένο κρέας, ρύζι και μπαχαρικά. Στη σούπα
αυτή κατά το βράσιμο πρόσθεταν μικρά κομμάτια από εντόσθια και κρέας. Το βράδυ της
παραμονής στρώνουν τραπέζι με εννιά φαγητά, όλα νηστίσιμα, συνήθως κολοκύθι, τουρσί
λάχανο, πιπεριές κτλ. Όλη τη νύχτα το τζάκι δεν σβήνει.
Τα χαράματα όλοι πηγαίνουν στην εκκλησία. Όταν γυρίζουν τρώνε τη μπάμπω και πίνουν
κρασί γιατί πιστεύουν πως όσο κρασί πιείς εκείνη τη μέρα γίνεται αίμα. Κατόπιν μοιράζουν
μπάμπω και κρέας σε σπίτια που δεν έχουν. Η μπάμπω είναι το πρώτο μη νηστήσιμο
φαγητό μετά από σαράντα μέρες νηστείας. Γλυκό ήταν συνήθως το κανταΐφι και το
σαραγλί. Αυτή τη μέρα παρέες παλικάρια, αρραβωνιασμένοι ακόμα και νιόπαντροι λένε τα
κάλαντα στα σπίτια βαστώντας χιιμπέδες και μάζευαν εκεί ότι τους έδιναν κρέας , καρύδια
κτλ. Η νοικοκυρά τους κερνούσε κρασί, τσίπουρο και τσιγαρίδες. Βγαίνοντας από το ένα
σπίτι να πάνε στο άλλο τραγουδούσαν το εξής: « από αρχοντοσπίτι βγήκαμε σ’ αρχοντικό
θα πάμε». Τα κάλαντα που λέγονταν στους Πετράδες ήταν τα εξής:

Σαράντα μέρες έχουμει Χριστό που καρτιρούμει κι απ’ τα σαράντα κι ύστηρα Χριστός τώρα
γεννιέται κι αναθρέφεται με μέλι και με γάλα. Το μέλι τρων οι άρχοντες το γάλα οι
αφεντάδες και το μελισσοβότανο να λούζονται οι κυράδες. Κυρά καλή, κυρά χρυσή, κυρά μ’
ευτυχισμένη κυρά μου τον γιόκα σου και τον πρωτότοκό σου έλουσε τον και χτένισέ τον και
στείλε τον στο σχολείο του να τον εδείρει ο δάσκαλος με δύο κλωνάρια μόσχο.
- Τι έχεις κυρά μου Παναγιά και στέκεις πικραμένη;
- Και τι καλό να θυμηθώ να κρίνω να γελάσω; Μάνις μι τα πολλά πιδιά τ’ς κι όλες
παρηγορίενται και γω τον Χρηστό μοναχό και κείνον το σκεντζευάν. Τον
σκεντζευάν, τον παίδευαν κακούργοι οι Εβραίοι.
- Βάλε στο ποτίρ’ λίγο κρασί κι ένα φιλάκ’ ψωμάκι φώναξε τρις γειτόνισσες να σε
παρηγορήσουν.
- Και τι παρηγοριά έχω εγώ να με παρηγορήσουν; Παρηγοριά έχει ο θάνατος,
παρηγοριά έχ’ ο χάρος.
Εν τω μεταξύ ο χορός στην πλατεία «στο Αμπάρι» ήταν κιόλας έτοιμος. Έφταναν
γκάιντες, ζουρνάδες και νταούλια και το κέφι άναβε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που για
την διεκδίκηση της πρωτιάς του χορού δέρνουνταν οι άντρες και οι πιο οξύθυμοι
τραβούσαν και μαχαίρια.
Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων γίνονταν το έθιμο των μπαμπουσιαραίων.
Παλικάρια μεταμφιέζονταν, φορούσαν στο πρόσωπο μια νεροκολοκύθα (γκαρτσούνι)
με δύο τρύπες για μάτια και δόντια. Ακόμα φορούσαν και προβιές παλιά μουχαέρια (;) και
πολλά κουδούνια. Ύστερα τριγύριζαν το χωριό τρομοκρατώντας τα μικρά παιδιά και τις
κοπέλες. Είχαν μαζί τους και ξύλινα σπαθιά και μ’ αυτά τρυπούσαν τους
φοβητσιάρηδες. Συνήθως γινόταν ένας άντρας και μια γυναίκα. Τους συνόδευε όχλος
άλλων παλικαριών με χιιμπέδες. Οι νοικοκυραίοι έδιναν κρέας, ψωμί, κρασί, ότι είχαν.
Ο μπαμπούσιαρος που ήταν μεταμφιεσμένος γυναίκα του φιλούσε το χέρι. Ύστερα
συνέχιζαν το ακατάπαυστο κούνημα, τα κουδούνια να ηχούν και να φοβίζουν τον
κόσμο. Το έθιμο αυτό λέγεται πως έχει πολύ βαθιές ρίζες, κρατάει από την αντίληψη
πως το διάστημα αυτό ψυχές νεκρών ανεβαίνουν στη Γή μαζί με τους καλικάντζαρους
(τα καρκαντζέλια). Την Πρωτοχρονιά όταν έχει χιόνι λένε ότι η χρονιά θα πάει καλά για
όλους, οι σοδειές θα είναι καλές και ο κόσμος θα είναι γερός. Στις δώδεκα που αλλάζει
ο χρόνος όλοι είναι όρθιοι και περιμένουν το νέο έτος για να είναι όλοι στο πόδι όλο το
χρόνο, ακόμα και τους αρρώστους τη στιγμή εκείνη τους σηκώνουν όρθιους. Με την
είσοδο του νέου χρόνου όλοι στην οικογένεια ανταλλάσσουν ευχές. Ακολουθεί το
κόψιμο της βασιλόπιτας που δεν έχει μόνο το φλουρί, όπως συνήθως ξέρουμε, αλλά
έχει τα σ’ μάδια. Δηλαδή στο πλάσιμο η νοικοκυρά βάζει στην πίτα διάφορα σύμβολα
που το καθένα αντιπροσωπεύει κάποιο περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας. Όποιος
στο κομμάτι της πίτας του βρει ένα από τα σημάδια αυτά π.χ. τη γαλάζια χάντρα που
συμβολίζει τα άλογα, την νέα χρονιά θα είναι υπεύθυνος όλο το χρόνο για τα άλογα της
οικογένειας.
Τα σημάδια αυτά είναι τα ακόλουθα και συμβολίζουν αντίστοιχα : τσιατάλα ( διχάλα
μικρή ), το σπίτι, φλουρί, την κισιά ( το ταμείο του σπιτιού ), κάρβουνο τα βουβάλια,
μπλε χάντρα – τα άλογα, καλαμπόκι – τις κότες, κομμάτι κλήμα- το αμπέλι, άχυρο-τα
χωράφια.
Έτσι όλοι στην οικογένεια βρίσκουν από κάτι και όλοι είναι ευχαριστημένοι μιας και
όλοι έχουν κάτι για τον νέο χρόνο. Πίνουν κρασί και ανταλλάσσουν ευχές.
Το πρωί όλοι θα πάνε στην εκκλησία. Όταν γυρίσουν είναι ήδη έτοιμος ο πατσάς από το
χοιρινό, σούπα. Ακολουθεί χορός στην πλατεία ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος. Την μέρα
αυτή επίσης δεν ξεχνάνε να κάνουν μια μικρή δουλειά για να έχουν απασχόληση όλο το
χρόνο.
Τα Θεοφάνεια είναι η τελευταία μέρα του Δωδεκαήμερου, ο παπάς με το σταυρό
κυνηγάει τα καρκαντζέλια. Την παραμονή των φώτων ο παπάς πρωί πρωί γυρνάει τα

σπίτια και τα φωτίζει. Πιστεύουν πως αν εκείνη τη μέρα κάνει τόσο κρύο που το νερό
είναι μέσα ο σταυρός παγώσει, τότε θα υπάρχει υγεία όλο το χρόνο.
Τα χαράματα πηγαίνουν πηγαίνουν στην εκκλησία, και ακολουθεί ο αγιασμός των
νερών στο καλό π’ γιάδι. Η παπαδιά είχε μαζί της περιστέρια και την ώρα που αγιάζουν
τα νερά τα αφήνει να πετάξουν αν πετάξουν δεξιά όλα θα πάνε καλά το νέο χρόνο ενώ
αν πετάξουν αριστερά η χρονιά δεν θα είναι τόσο καλή. Μετά όλο το εκκλησίασμα
κάνει ένα μικρό γύρο του χωριού, απ’ το πηγάδι ως την εκκλησία, φωνάζοντας Κύριε
ελέησον. Έτσι πιστεύουν ότι διώχνουν τους καλικάντζαρους. Όταν επιστρέψουν στην
εκκλησία βγάζουν σε δημοπρασία το εικονίσματα του ναού. Σπίτι προσπαθεί να
αγοράσει κάποιο, συνήθως ενός αγίου που το όνομά του το έχει κάποιο μέλος της
οικογένειας. Το εικόνισμα βέβαια παραμένει στην εκκλησία, είναι όμως προστάτης, ο
άγιος της οικογένειας που έδωσε τα πιο πολλά χρήματα και το πήρε. Όλοι παίρνουν
λίγο νερό από κείνο που διάβασε ο παπάς και όταν γυρίζουν σπίτι πίνουν όλοι από τρείς
γουλιές. Λίγο, το κρατούν στο εικονοστάσι για γιατρικό. Λίγο επίσης θα βάλουν στο
νερό με το οποίο θα λουστούν. Οι νοικοκυρές θυμιατίζουν όλο το σπίτι και ξορκίζουν τα
καρκαντζέλια.
Το κύριο φαγητό την ημέρα αυτή είναι κοτόπουλο και συνήθως σφάζουν τον μεγάλο
κόκορα του σπιτιού.
Οι γιορτές του Αγίου Αντωνίου και του Αθανασίου θεωρούνταν από τις πιο σημαντικές
και τις γιορτάζουν με πολλή ευλάβεια. Πολύ πιο παλιά όπως λένε στη γιορτή του Αγίου
Αθανασίου γινόταν κουρμπάνι στο χωριό, έσφαζαν ένα μοσχάρι στην πλατεία και όλο
το χωριό έτρωγε από αυτό.
Ο άγιος Ευθύμιος έλεγαν πως έχει κουτσό άλογο γι’ αυτό και έρχεται τελευταίος μετά
απ’ όλους τους αγίους του Ιανουαρίου. Γι ‘αυτό όταν κάποιος αργοπορεί τον λένε Σαν
τον Αι- Θύμο τελευταίος έρθεις.
Των Αγίων Τρύφωνα και Συμεών οι έγκυες και οι λεχώνες δεν κάνουν καμία δουλεία για
να μη βγει το παιδί τους σημαδεμένο. Τιμούν τους δύο αγίους με αποχή από κάθε
δουλεία. Λένε μάλιστα το εξής : κάποτε ήταν ένα ζευγάρι ο Συμεών και η γυναίκα του.
Μια μέρα ο Συμεών πήγε στο αμπέλι. Η γυναίκα του καθόταν σπίτι και είδε την
Παναγία έγκυο να περνάει από εκεί και είπε πως είναι όλες οι γυναίκες έγκυες αλλά
έχουν και άντρα ενώ αυτή… Η Παναγία κατάλαβε το συλλογισμό της, δεν της είπε
τίποτα, μόνο της είπε να πάει στο αμπέλι να πάρει και λίγο πιπέρι να βάλει στον άντρα
της γιατί έκοψε την μύτη του. Πηγαίνει τρέχοντας, και η γυναίκα στο αμπέλι με το
πιπέρι βρίσκει τον άντρα της γέρο, θύμωσε και είπε στον Συμεών ότι την κορόιδεψε η
Παναγία, τη στιγμή εκείνη όμως πράγματι ο Συμεών έκοψε την μύτη του. Το κατάλαβε
και είπε στην γυναίκα του τι κακό είπε σ’ αυτήν την αγία γυναίκα και η γυναίκα του
εξομολογήθηκε το κρίμα της. Τότε πέρασε από εκεί ο Τρύφωνας που πίστευε στην
Παναγία, κόλλησε στη θέση της την μύτη του Συμεών και όλοι πίστεψαν πια στο θεό και
στην Παναγία από τότε.
Οι ανοιξιάτικες γιορτές ξεκινούν με το άνοιγμα του Τριωδίου είναι η περίοδος που οι
διασκεδάσεις και τα φαγοπότια επιτρέπονται.
Η κοσμική Αποκριά χαρακτηρίζεται από τις κάθε λογίων μεταμφιέσεις, το χορό και τα
φαγοπότια. Στους Πετράδες καρναβάλια ντύνονταν μόνο οι άντρες, φορούσαν παλιά
ρούχα ή γυναικεία, κάλυπταν το πρόσωπο και τριγύριζαν στο χωριό, πειράζοντας τις
γυναίκες και τα παιδιά. Κάποιος ανέφερε ότι παλαιότερα στις αποκριές και
συγκεκριμένα της Τυροφάγου γινόταν ένα έθιμο, μια παράσταση. Κάποιος άντρας
μεταμφιεσμένος σε έγκυο γυναίκα στο Αμπάρι (πλατεία του χωριού) έκαμνε πως
κοιλοπονά για να γεννήσει. Τότε ένας όμιλος μεταμφιεσμένων πήγαιναν να φέρουν την
μαμή να βοηθήσει να λευτερωθεί. Όταν ερχόταν η μαμή βοηθούσε, με διάφορες
κωμικές κινήσεις τη γέννηση, σκορπίζοντας το γέλιο στους παρευρισκόμενους.

Ακολουθούσε ο χορός και το τραγούδι. Χαρακτηριστική η μεγάλη ποικιλία και η
σατυρική διάθεση των αποκριάτικων τραγουδιών. Ειδικά στον αποκριάτικο χορό
έπρεπε να συμμετέχουν όλοι γιατί έλεγαν πως όποιος δε χόρευε τις Αποκριές δεν θα
γινόταν βαμβάκι που θα έσπερνε.
Φανερή η πανάρχαια Διονυσιακή επίδραση, σχετικά με σκοπό των μεταμφιέσεων των
χωρών, των εθίμων: η βλάστηση και η καρποφορία της γης από την οποία εξαρτιόνταν
σχεδόν ολοκληρωτικά, όλοι.
Το βράδυ της Τυρινής που τελείωσε η Αποκριά και άρχιζε η Σαρακοστή, μετά το χορό οι
γεροντότεροι αραδιάζουν και περνούσαν οι νεότεροι, τα νέα ζευγάρια, οι
αρραβωνιασμένοι και ζητούσαν συγχώρεση για να αρχίσουν ψυχικά ανάλαφροι την
νηστεία της Σαρακοστής, «σχωρνιόνταν» όπως έλεγαν. Ακόμη επισκέπτονταν σπίτια
συγγενών γεροντότερων όπου υπήρχε στρωμένο τραπέζι και τριλεύονταν. Και οι γέροι
με τη σειρά τους έδιναν τις ευχές τους: καλή πασκαλιά να μας βρει, καλά μπιρικέτια και
άλλες ευχές.
Την καθαρή Δευτέρα άρχιζε η νηστεία. Δεν έτρωγαν ούτε λάδι τη μέρα αυτή. Πολλοί
κρατούσαν ¨τριήμερο¨ δηλαδή τριήμερη καθολική νηστεία χωρίς νερό ακόμα, το μόνο
που έτρωγαν όσοι κρατούσαν το ¨τριήμερο¨ ήταν αντίδωρο από τον παπά. Επειδή όμως
ήταν πολύ δύσκολη αυτή η νηστεία πολλοί κρατούσαν …..με το αντίδωρο ….δεν
επέτρεπε τίποτα παρ΄ όλα αυτά πολλοί ήταν εκείνοι που το τηρούσαν άντρες και
γυναίκες χωρίς μάλιστα να δείξουν κατάπτωση ή να βαρυγκωμήσουν γιατί το
θεωρούσαν αμαρτία. Η Σαρακοστή βέβαια τηρούνταν ολόκληρη απ΄ όλους. Τις
Κυριακές έβγαιναν οι νέοι και οι νέες στα σοκάκια και τα παιδιά έπαιζαν διάφορα
παιχνίδια.
Την πρώτη μέρα του Μαρτίου οι νοικοκυραίοι ξυπνούν πρωί και ανάβουν φωτιές για να
«καπνίσουν» τον Μάρτη όπως λένε. Οι γιαγιάδες φτιάχνουν τον «Μάρτη», κόκκινη και
άσπρη κλωστή μαζί και μετά το κάνουν δαχτυλίδια, βραχιόλια, κολιέ για τα κορίτσια για
να μη μαυρίσουν από τον πρωινό ήλιο του Μαρτίου. Τον «Μάρτη» αυτόν θα τον
δώσουν στο πρώτο αποδημητικό πουλί που θα δουν. Τις πρώτες μέρες το πρωί τρώνε
οπωσδήποτε για να μη τους «τσακίσει» το λάλημα των αποδημητικών και κυρίως το
τάκα-τάκα του λέλεκα. Τα παιδιά βλέπουν τα πουλιά να έρχονται και να φέρνουν μαζί
τους την άνοιξη και τραγουδάνε «Τούρνις κουπέλις, κάηκαν τα σπιτάκια σας κλαίνε τα
γκζανάκια σας».
«Τ’ αβαγγελισμού» το απόγευμα τα παιδιά κάνοντας θόρυβο και φασαρία χτυπώντας
τενεκέδες…
«Όξω φίδια και γκαγκουστέρις» έτσι πιστεύουν ότι διώχνουν τα ερπετά από τα σπίτια
τα τρομάζουν για να φύγουν να πάνε στα χωράφια.
Μεγάλη σημασία και προσοχή δίνουν στα Ψυχοσάββατα. Υπάρχει μάλιστα για αυτό το
εξής:
Ανάθεμα τον που εδούλεψε
Τα δύο τα Ψυχοσάββατα
Του τρίτου τα’ Αι – Θοδωρή
Κάνουν τα «σνια» για τους νεκρούς, διαβάζουν τα ονόματά τους, επισκέπτονταν τα
νεκροταφεία για να τους εξευμενίσουν μιας και οι ζωντανοί ξεφάντωναν αρκετά στις
Απόκριες. Στη γιορτή των Αγίων Σαράντα έφτιαχναν λαλαγκίτες και έλεγαν για τη μέρα
αυτή: «Σαράντα να φας, σαράντα να πιεις, σαράντα να μοιρά’ εις, σαράντα δέντρα να
σπείρ’ς, σαράντα να βγάλει σαράντα προκοπές να δεις». Η μεγάλη βδομάδα είμαι ίσως
η μικρότερη βδομάδα του χρόνου για τον λαό μας. Το Σάββατο του Λαζάρου παιδιά
κατά ομάδες γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας, ήταν οι Λάζαροι όπως τα
έλεγαν και φορούσαν μακριά φορέματα. Την Κυριακή τω Βαΐων συνηθίζουν να τρώνε
ψάρι. Στην εκκλησία μοίραζαν βάγια τα οποία όταν επέστρεφαν στο σπίτι τα έβαζαν

στο εικονοστάσι. Τη Μ. Τετάρτη γίνεται το ευχέλαιο. Την Μ. Πέμπτη πριν χτυπήσει ο
εσπερινός έβαζαν να βάψουν μερικά αυγά στον ¨ασήμανρο¨ όπως έλεγαν. Για το
βάψιμο των αβγών χρησιμοποιούσαν φυτικές βαφές: φύλλα αμυγδαλιάς (κίτρινο),
φύλλα καρυδιάς (σκούρο), φύλλα κρεμμυδιού και αρκετά άλλα φύλλα. Την νύχτα οι
γυναίκες ξενυχτάνε στην εκκλησία του σταυρωμένου Χριστού τραγουδώντας
θρησκευτικά τραγούδια. Τη Μ. Παρασκευή δεν ανάβουν φωτιά να μαγειρέψουν ούτε
στρώνουν τραπέζι, ντύνονται με σκούρα ρούχα και δεν καρφώνουν. Το πρωί τα
κορίτσια στολίζουν τον επιτάφιο. Ύστερα αρχίζει το προσκύνημα, πολλοί περνάνε τρεις
φορές κάτω από τον επιτάφιο και κυρίως τα παιδιά για ¨γιροσύνη¨. Όλη την μέρα
φιλάνε τον επιτάφιο. Το βράδυ γίνεται η περιφορά του στο χωριό, ο παπάς ψέλνει στα
σταυροδρόμια. Με την επιστροφή στην εκκλησία μπροστά στην πόρτα κρατάνε ψηλά
τον επιτάφιο και ο κόσμος περνάει από κάτω, επίσης παίρνουν λουλούδια από τον
επιτάφιο και μ’ αυτά καπνίζονται οι ματιασμένοι και όσοι έχουν πονοκέφαλο. Πριν
αρχίσει η περιφορά του επιταφίου γινόταν δημοπρασία για το σταυρό. Όποιος έδινε τα
πιο πολλά χρήματα του σήκωνε κατά την περιφορά του επιταφίου. Το Μ. Σάββατο το
πρωί μεταλαμβάνουν και ζυμώνουν τα τσουρέκια και τις ¨πασχαλιές¨ ειδικές
κουλούρες με σταυρό στη μέση και κόκκινο αυγό. Ακόμα ήταν διακοσμημένες με
σταφίδες και σχήματα που έκαναν με το χτένι. Κατά τη διάρκεια την Μεγαλοβδομάδας
πήγαιναν στο κάστρο για να ψωνίσουν για το Πάσχα. Αγόραζαν σουργκούτσια και άλλα
είδη και γίνονταν πολλές προξενιές και συμπεθεριάσματα, γιατί κατέβαιναν από όλα τα
χωριά γύρω, αγόρια και κορίτσια. Ακόμη συνήθιζαν την Μ. Πέμπτη οι ¨νουνές¨ να
ντύνουν τα βαφτιστικά τους. Τους αγόραζαν και τους χάριζαν ¨ αλλάζοντας με τα ίδια
τους τα χέρια από εσώρουχα μέχρι παπούτσια. Η οικογένεια φίλευε την νονά και της
δώριζε κάποιο δώρο. Το βράδυ του Μ. Σαββάτου ο παπάς έλεγε το ¨Χριστός Ανέστη¨
Χριστός Ανέστη λέγεται ¨καλός λόγιος¨. Μόλις το έλεγε ο παπάς συνηθιζόταν να
τσουγκρίζουν το πρώτο κόκκινο αυγό στη σιδερένια πόρτα της εκκλησίας για να είναι
γεροί, σαν σίδερο. Μετά την ….. σπίτι μεταφέροντας με την λαμπριατική λαμπάδα νέο
φώς στο σπίτι και άναβαν το καντήλι στο εικονοστάσι. Το Πάσχα όσοι ήθελαν πήγαιναν
στη Δεύτερη ανάσταση. Για φαγητό έτρωγαν αρνί στη σούβλα ή γιουβέτσι, πίτες, αυγά,
τσουρέκια κ.τ.λ. μετά κοιμόταν λίγο « αγόραζαν τον ύπνο ως τον Άι – Γιώργη που τον
πουλούσε» πήγαιναν στα μνήματα και θυμιάτιζαν γιατί πίστευαν ότι οι πεθαμένοι
ξυπνούν μαζί με το Χριστό για σαράντα μέρες και βρίσκονται κοντά στους ζωντανούς σε
μορφή εντόμων. Αφήνουν στους τάφους κόκκινα αυγά τα οποία μάζευαν μετά από λίγο
τα παιδιά. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της γιορτής του Πάσχα που έδινε μια ξεχωριστή
οντότητα, ήταν ο χορός και τα τραγούδια. Για καμιά άλλη γιορτή δεν υπάρχουν τόσα
πολλά τραγούδια. Ενώ ακόμη γινόταν η δεύτερη ανάσταση τα κορίτσια ξεκινούσαν να
χορεύουν. Μέρες πριν έφτιαχναν και ετοίμαζαν τα καλύτερα ρούχα και στολίδια για τον
πασχαλιάτικο χορό. Σιγά – σιγά έφτανε όλο το χωριό και ο χορός γενικευόταν. Οι
ηλικιωμένες μέσα στους κόρφους τους είχαν πασχαλινά αβγά τα οποία έδιναν στα
παιδιά. Μερικές φορές για το χορό της λαμπρής φρόντιζαν να έχουν κάποιο
οργανοπαίχτη συνήθως γκαιτανζη για να τους συνοδεύει. Ο λαός μας πιστεύει ότι οι
ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στη γη μαζί με τον αναστημένο Χριστό. Ζουν μεταξύ των
ζωντανών για πενήντα ημέρες. Όλο αυτό το διάστημα δεν αφήνουν έξω το βράδυ
ασπρόρουχα γιατί πιστεύουν ότι θαμπώνονται οι νεκροί. Λένε πως οι ψυχές
εμφανίζονται ως έντομα στα σπίτια γι’ αυτό δεν σκοτώνουν έντομα αυτή την περιόδο.
Την ημέρα της αναλήψεως έπαιρναν έναν ¨καθρέφτη νυφιάτικο¨ και πήγαιναν στα
πηγάδια. Εκεί σκεπάζονταν με ένα πανί, κόκκινο συνήθως, και φώναζαν το όνομα ενός
πεθαμένου και έβλεπαν το πρόσωπό του στο πάτο του πηγαδιού όπως και πολλές
άλλες ψυχές που ήταν στο δρόμο του γυρισμού στον Άδη. Ακόμα αποφεύγουν να
σκάβουν και να κοιμούνται την ημέρα αυτή γιατί και τα δύο αυτά θεωρούνται πως
εμποδίζουν, κατά κάποιο τρόπο, τις ψυχές να γυρίσουν πίσω. Το Σάββατο της

Πεντηκοστής έκαμναν κόλλυβα και ψωμί που διαβάζει ο παπάς. Καθαρίζουν τους
τάφους και θυμιατίζουν. Την μέρα αυτή συνηθίζουν να βάζουν τα μαρμαροσταύρια
στους τάφους των νεκρών. Την Κυριακή της Πεντηκοστής γονατίζουν στην εκκλησία
τρεις φορές πάνω σε καρυδόφυλλα και ρίχνουν νερό για να πιουν οι νεκροί. Τα φύλλα
της καρυδιάς τα έβαζαν μετά στο σεντούκι τους για να μη φάει ο ¨κόλτσος¨ . σκώρος τα
μάλλινα. Ξακουστό πανηγύρι της γιορτής ήταν το Καλέ – Παναίρι του Διδυμότειχου. Απ’
όλα τα γύρω χωριά κατέβαινε πολύς κόσμος, στήνονταν χοροί στα ¨τσιαίρια¨ και
γίνονταν πολλά νυφοδιαλέγματα και συμπεθέριαζαν τα χωριά. Οι πανηγυριστές έπιναν
¨μπουζά¨ και έτρωγαν κεράσια. Πήγαιναν επισκέψεις σε φιλικά σπίτια και έτρωγαν τα
γκιουβέτσια του πανηγυριού.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2343
Έτος καταγραφής
2010-11
Επώνυμο
Καραγιάννη
Όνομα
Μαρίνα-Αθανασία