Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΑΛΕΠΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΝΤΛΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΗΣ ΑΤΟΜΑ:
Αντωνιάδης Απόστολος Ιερέας Ετών 69
Λαμπούδης Δημήτριος Αγρότης Ετών 78
Λαμπούδη Βασιλική Οικιακά Ετών 81
Πελεκανούδη Σουλτάνα Πρ. Συλλόγου Ετών 68
Αντωνούδη Βενετία Μελισσουργός Ετών 68
Βουζίνα Ευαγγελία Υφάντρια Ετών 54
Λαμπούδη Μαρία Δασκάλα Ετών 57
Λαμπούδη Ευαγγελία Οικιακά Ετών 52
Δουλούδη Μαρία Φιλόλογος Ετών 41

Α. Έθιμα του λαικού εορτολογίου
Χριστούγεννα
Παραμονή Χριστουγέννων οι άνδρες έκοβαν τα γουρούνια σε κάθε σπίτι και οι νοικοκυρές
ετοίμαζαν το Χριστόψωμο, τα γλυκά και τα κουλουράκια για τα παιδάκα.
Τα παιδάκια γυρνούσαν από το σπίτι, φωνάζοντας «κόλιαντα» και τα έδιναν κουλουράκια,
καρύδια, σταφίδες, σύκα και ξυλοκέρατα. Το απόγευμα έπρεπε να ετοιμάσουν κατσαρόλες
και τσουκάλια. Όταν ήταν έτοιμα, σε κάθε γειτονιά άναβαν τους παραδοσιακούς
φούρνους για να τα βάλουν να ψηθούν, όλο το βράδυ. Μετά περίμεναν να περάσουν τα
παλικάρια με συνοδεία γκάιντας να πουν τα κάλαντα.
Χριστός γεννάται χαρά στον κόσμο
Χαρά στου κόσμου τα παλικάρια
Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες
Και η Παναγιά κοιλοπονούσε
Κοιλοπονούσε παρακαλούσε
Τους Αι πουστόλους τους Αρχαγγέλους
Σεις Αι πουστόλοι για μύρο τρέξτι
Σεις Αρχάγγελοι μαμές γυρέψτι
Κι οι Αι πουστόλοι για μύρο τρέχουν
Κι οι Αρχαγγέλοι μαμές γυρεύουν
Κι όσοι να πάνε κοι όσοι να έρθουν
Η Παναγιά μας ξιλιυθιρώθκι
Μέσα στις δάφνες στα κυπαρίσσια
Χριστός γεννάται χαρά στον κόσμου
Σαν ήλιος λάμπει σαν φέγγος φέγγει
Φέγγει και αυτόνα τον νοικοκύρη
Φέγγει κι αυτόνα τον νοικοκύρη
Με τη φαλίμια του με τα παιδιά του
Με τη φαμίλια του με τα παιδιά του
Με την καλή τη νοικοκυρά του.

Την παραμονή το βράδυ ετοίμαζαν το τραπέζι με τα «εννιά φαγητά» που ήταν εννιά
νηστίσιμα φαγητά και το Χριστόψωμο. Ο νοικοκύρης θύμιαζε όλο το σπίτι και έλεγε ευχές.
Το πρωί μετά την εκκλησία οι γυναίκες άνοιγαν τους φούρνους και έβγαζαν τα μυρωδάτα
φαγητά. Μετά το φαγητό γινόταν γλέντι στην πλατεία του Χωριού.
Την δεύτερη μέρα, ετοίμαζαν τους καβρουμάδες, τις τσιγαρίδες και την μπάμπο, καθώς και
τα λουκάνικα για την πρωτοχρονιά και τα Φώτα.
Την παραμονή Πρωτοχρονιάς οι φωνούλες των παιδιών γέμιζαν όλο το χωριό φωνάζοντας
«σούρβαλα». Έβγαιναν οι νοικοκυρές από τα σπίτια και τους έδιναν ένα μικρό λουκάνικο ή
ένα κομμάτι παστό που το κρεμούσαν πάνω σε μια σούβλα (διχαλωτή βέργα από κρανιά).
Την μέρα δε της πρωτοχρονιάς γέμιζαν ξανά οι δρόμοι από παιδάκια, κρατώντας τη
σουρβάκα (κλαδί από κρανιά) και χτυπώντας στην πλάτη όποιον έβρισκαν και έλεγαν:
«Σούρβα, σούρβα και Αι Βασίλη
γερό κορμί, γερό σταυρό
Υγεία και δύναμη και του
χρόνου καλύτερα».
Και έτσι μάζευαν λεφτά. Οι γυναίκες πριν την εκκλησία ετοίμαζαν τη βασιλόπιτα. Ήταν πίτα
με τυρί, που έβαζαν μέσα μια λίρα, ένα κλωναράκι κρανιάς, ένα μουριάς, στάχυ, καλαμπόκι
και ότι άλλον ήθελαν. Όποιος έπαιρνε τη λίρα θα γινόταν πλούσιος, την κρανιά γερός, το
στάχυ και το καλαμπόκι θα είχα καλή σοδειά.
Την ημέρα των Φώτων όλα τα σπίτια είχαν ανοιχτές τις πόρτες τους για να περάσει ο παπάς
και να τους αγιάσει. Ετοίμαζαν τη μπάμπω, ενώ τα παιδάκια γυρνούσαν και έλεγαν
κάλαντα.

Απόκριες
Την απόκρια όποια κοπέλα ήταν αρραβωνιασμένη έπρεπε να ετοιμάσει τον μπακλαβά και
τα δώρα για το γαμπρό, ενώ η πεθερά την πήγαινε χαλβά και φλουριά. Την ημέρα της
Αποκριάς γινόταν και ο Μπέης (καρναβάλι). Ντυνόταν κάποιος με πουτούρια, έβαψε μαύρο
το πρόσωπό του και με άλλους μασκαράδες γυρνούσαν όλο το χωριό. Τέλος κατέληγαν
στην πλατεία, όπου γινόταν μεγάλο γλέντι.
Το βράδυ ήταν τα Συγχώρια. Το ανδρόγυνο με τα παιδιά του πήγαιναν στους γονείς τους,
στο νονό και στους συγγενείς να ζητήσουν συγχώρεση και με τις ευχές τους ξεκινούσαν την
νηστεία της πεντηκοστής. Οι νοικοκυρές έπρεπε μέχρι το Πάσχα να μαζεύουν τα αβγά από
τα κοτέτσια τους για να κάνουν τσουρέκια.

Σάββατο του Λαζάρου
Τα κοριτσάκια ανά τέσσερα με τα καλά τους και με ένα αγόρι στην παρέα, για να κρατάει
ένα καλάθι για να βάζουν τα αβγά που θα τους έδιναν, τραγουδούσαν τον Λάζαρο.
Ξεκινούσαν από το σπίτι του Παπά, μετά του δασκάλου και μετά σε όλα τα άλλα σπίτια. Σε
κάθε σπίτι που πήγαιναν έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:
«Καλησπέρα σας, καλή βραδιά σας
Σας ήρθε Λαζαρής μα δε κοιμάστε.
Τώρα Λαζαρής τώρα λάλησε πουλί
Κ’ αηδόνι μέσα στην αυλή σας.
Τούτεις τις αυλές, σ’ αυτά τα σπίτια,
Έχει τ’ αγόρι, έχει και κόρη,
Κι απ’ τον έφεραν κ’ από την πόλη».
Εάν είχε κορίτσι έλεγαν:
«Μάνα που έχει την θυγατέρα
Την πολύ την κανακάρου
Την έλουζε την χτένιζε

Κ΄στο σχολειό την στέλνει,
Κ’ ο δάσκαλος την ρούδιαζε
Με την χρυσή την βέργα».
Για το αγόρι:
«Πούνε γιε μου τα γράμματα
Πούνε γιε μου ο νους σου.
Τα γράμματα είναι στο χαρτί
Και ο νους μου πέρα-πέρα
Πέρα στις μαυρομάτες».
Για τους αρραβωνιασμένους (άνδρες):
«Ένας νιος, νιούτσικος
Πααίνει να αρραβωνιάσει
Και εκεί στα αρραβωνιάσματα
Και εκεί που αρραβωνιάζουν
Με τετρακόσιες όμορφες
Με χίλια παλικάρια».
Για τις αρραβωνιασμένες (κοπέλες):
«Γιώργη μ’ την προίκας που ετοίμασες
Γιώργη μ’ την ‘τοιμασίας
Που εγώ την προίκαμ ‘ τοίμασα
Που εγώ την ‘τοιμασία μου
Τα μαξιλάρια δώδεκα
Συμπεθεριό να κάτσει».
Για τα νεογέννητα:
«Ένα Μικρό- μικρούτσικο
Σάββατο γεννημένο
Την Κυριακή βαπτισμένο
Και τη Δευτέρα το πρωί
Βγήκε η μάνα του και το παινούσε
Τ’ άκουσε κ’ ο βασιλιάς και λέει
Εάν είναι κορίτσι θα το κάνω νυφούδα
Εάν είναι αγόρι θα το κάνω γαμπρός».
Για τον Παπά:
«Σήκου μου παπά αφέντη μου
Πέντε φουρές αφέντη
Κ’ πάρει το χρυσό λυένι
Κ’ τ’ ασημένιο μπρίκι
Κ’ αρχίζει πλένει του πρόσωπου
Κ’ πάρει του μαντήλι σου του χρυσοκεντημένο
Κ’ αρχίζει σφουγγίζει
Το πρόσωπο
Του δεύτερου τα χέρια.
Αφέντη μ, αφεντάκι μου πέντε φορές αφέντη
Αφέντη μου στην ντάμπλα σου χρυσή καντήλα έχει.
Να βάλεις λάδι κι κερί κι φέγγ’ τη φαμέλια σου
Να βάλεις περισσότερο να φέγγ’ τη γειτονιά σου».

Για τα κορίτσια:
«Κουράσιο από τα λείβαδα
Γιφαίνει κι τραγουδάει
Στους ουρανούς του γειδιάζει
Στους κάμπους του τυλίγει
Βάλε χρυσέ μ’ τα ‘μτάρια σου
Του χτενίσ’ κουκαλένια
Κι τη σαΐτα που ριχνε
Λιάνο μαργαριτάρι».

Πάσχα
Η Μεγάλη Εβδομάδα άρχιζε με νηστεία και εκκλησιασμό. Τη Μεγάλη Τετάρτη η νοικοκυρά
έβγαζε το ριζάρι (ρίζα από χόρτο), το έβραζε με τρία αβγά, για να θυμίζει το Χριστό που
εκείνη τη μέρα τον λόγχησαν και αιμορραγούσε. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν όλα τα αβγά
και έβγαζαν στη πόρτα ένα κόκκινο πανί για να δείξουν ότι είναι σπίτι χριστιανού.
Εάν είχαν βαφτιστήρι έπρεπε να το ντύσουν με καινούργια ρούχα και οι γονείς του παιδιού
την ημέρα του Πάσχα έπρεπε να πάνε στη νονά ένα κατσίκι, ένα τσουρέκι και δώρα.
Την Μεγάλη Παρασκευή στόλιζαν τον επιτάφιο, ενώ το Μ. Σάββατο ζύμωναν το ψωμί, που
ήταν κουλούρες και πασχαλιές, καθώς έσφαζαν και το αρνί.
Την ημέρα της Λαμπρής, μετά την εκκλησιά, έβαζαν σε μια μισάλα (υφαντό
τραπεζομάντηλο) την Πασχαλιά, μια κουλούρα με τρία κόκκινα αβγά. Τα τύλιγαν και τα
πήγαινε η νύφη πρώτα στη νονά και μετά στους γονείς της. Μετά το τραπέζι γινόταν γλέντι
στην πλατεία του χωριού για τρεις μέρες.
Τραγούδι 1 η μέρα Πασχαλιά
«Νερ ένα κουντός νιος γενίτσαρος
Πολύ κουντός δεν ήταν βαρύ δόσινμου
Πουλάει χωράφια αθέριστα
Μαζί με τις θιριστάδες
Πουλάει και τ’ αζίβγαρια του μαζί με τους εργάτες
Πουλάει αμπέλια ατρύγητα
Μαζί με τους τρυγιστάδες ,
Μόνο η καλούδα έμινε και εκείνην την
παζαρεύει κι απ’ του χέρι την έπαιρνε
κι στου παζάρ την πάει
ένας κουντός γενίτσαρος πολύ την τριγυρνάει
πόσο την δίνεις αφέντη μου
πόσο την παζαρεύεις
το ένα το μάτι της εκατό
κι του άλλου τρεις χιλιάδες
κι του κορμί της το λιγνό
ξαγορασμό δεν έχει».
Τραγούδι Πασχαλιάς
Ανήμερα την Πασχαλιά
Κι τον καλό τον λόγο
Μαλτούδα κουπιλούδα
Πήρε μαλτούδα την Πασχαλιά
Στον παππούτ να την πάει
Μαλτούδα κουπιλούδα

Δεν πάει μακρά δεν πάει
Στην μεσ’ του σταυρουδρόμι
Μαλτούδα κουπιλούδα
Τρία παιδιά αντάμωνε
Μέσα στο σταυροδρόμι
Καλημέρα Μαλτούδα μου
Καλώς τα παλικάρια
Μαλτούδα κουπιλούδα
Σα’ που θα πας Μαλτούδα μου
Στον παππούμ’ Πασχαλούδα
Μαλτούδα κουπιλούδα
Κι η μάνα της αγνάντευε
Που πάνω απ’ το παραθύρι
Μαλτούδα κουπιλούδα
Αφήστε την καλά παιδιά
Στον παππούτς για να πάει
Μαλτούδα κουπιλούδα.

Ζωοδόχου Πηγής
Την πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα γιόρταζαν της Ζωοδόχου Πηγής. Την ημέρα της
Ζωοδόχου πηγής γινόταν ένα μικρό πανηγύρι. Όλο το χωριό πήγαινε στο εκκλησάκι της
Αγίας Παρασκευής για να εκκλησιαστεί και να γιορτάσει την ημέρα αυτή. Οι γυναίκες
πήγαιναν κόκκινα αβγά και τα βάζανε σε ένα καλάθι που ήταν μπροστά στην εικόνα της
Αγίας Παρασκευής. Αφού τελείωνε η θεία λειτουργία άρχιζε στον εξωτερικό χώρο το
πανηγύρι. Ψήνανε αρνιά, τραγουδούσαν και χορεύανε. Έθιμο της ημέρας ήτανε οι άντρες
να βγάζουν σε δημοπρασία τα αρνιά που φέρνανε, ως τάμα, οι βοσκοί του χωριού και οι
γυναίκες να αγοράζουν τα αβγά που πηγαίνανε το πρωί καθώς και πετσέτες, κεντήματα και
μαντήλια που προσφέρανε σαν δώρο το Πάσχα στη σταύρωση του Χριστού. Το γλέντι
συνεχιζόταν μέχρι το βράδυ, ενώ το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι της ημέρας αυτής ήταν το
ακόλουθο.
Τραγούδι Μες την Αγιά Παρασκευή
Μες στην Αγιά μητέρα καλέ
Μες στην Αγιά Παρασκευή
Κοιμάται κόρη μοναχή.
Κοιμάται κι μητέρα καλέ
Κοιμάται κι ονειρεύειτει
Και βλέπει πως παντρέυητει
Και το πρωί μητέρα καλέ
Και το πρωί σηκώνεται
Τη μάνα της το έλεγε.
Εμείς είδα μητέρα καλέ
Εμείς είδα ένα όνειρο

Παπάδες μι στεφάνουσαν
Παπάδες μι μητέρα καλέ,
Παπάδες μι, στεφάνουσαν
Εξήγα μα, μητέρα καλέ
Εξήγα μάνα τα’ όνειρο
Τα δυο ποτάμια με νερό
Τα δυο ποτάμια μητέρα καλέ
Τα δυο ποτάμια με νερό
Θα είναι το συμπεθεριό.

Κοίμηση της Θεοτόκου
Στις 23 Αυγούστου γιορτάζει η Κοίμηση της Θεοτόκου, όπου γινόταν και συνεχίζεται να
γίνεται ακόμα κάθε χρόνο μεγάλο πανηγύρι. Παλιά έπρεπε οι νοικοκυρές να έχουν βράσει
σε καζάνι τη λαχανιά με κρέας προβάτου και να περιμένουν συγγενείς και φίλους από
διπλανά χωριά για να τους φιλέψουν. Το απόγευμα άρχιζε μεγάλο γλέντι με χορό και
τραγούδι. Σήμερα βέβαια γίνεται ακόμη μεγάλο πανηγύρι, με διάφορες εκδηλώσεις, ενώ
έρχονται όλοι οι καταγόμενοι από το χωριό, είτε αυτοί που βρίσκονται στο εσωτερικό της
χώρας είτε αυτοί που είναι μετανάστες στο εξωτερικό.

Γιάγιαννος
Στις 23 Ιουνίου γιορτάζεται ο Γιάγιαννος. Το έθιμο του Γιάγιαννου έχει μεγάλη σημασία
κυρίως για τους αγρότες γιατί τους θύμιζε ότι έφτασε το καλοκαίρι στα μισά και από δω και
πέρα σταματάνε τα σπαρτά. Με το χάραμα πήγαιναν στα χωράφια του απ’ όπου έφευγαν
μόνο το απόγευμα. Οι κοπέλες μάζευαν το γιάγιαννο (αγριολούλουδο με μωβ άνθη) και η
κάθε μία έκανε ένα μπουκέτο. Έγραφε το όνομά της, το έβαζε μέσα σε ένα μπακίρι με νερό,
χόρευαν και τραγουδούσαν γύρω γύρω. Στο τέλος έκαναν μια ευχή, το έπαιρναν και το
έβαζαν στο μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν. Το τραγούδι που τραγουδούσαν
και χόρευαν ήταν ο Γιάγιαννος.
Γιάγγιανος πρώτο
Ο Γιάγιαννος κι ο σύναρος
Του Γιάννη το βοτάνι
Τα δύο βοτάνια μάλωναν ποιο
Θα μυρίσει κάλλιο.
Μυρίζει το αγιοβότανο
Μυρίζει που μυρίζει
Μυρίζει και τα αγιόκλημα
Που ξέφκει από το κλήμα.

Μυρίζει κι ο βασιλικός

που τον πυκνοποτίζει
μυρίζει το τριαντάφυλλο
που ξέφκει από το αγκάθι
μυρίζει και το γιάγιαννο
που ξέφκει από τη γή του.
Κόρη ξανθή τον μάζωνε
πλέγοντας το γαϊτάνι
πλέγοντας και μαζώνοντας
και φιλοτραγουδιόντας.
Στην μέση πλέον το Χριστό
Στην άκρη το Ευαγγέλιο
Και στα στριφογυρίσματα
Πλέουν τον Αι-Γιάννη.

Γιάγιανος δεύτερο.
Ο Γιάγιοαννος κι όχ αμάν αμάν.
Ο Γιάγιαννος και ο Βασιλικός
Και το Μακεδονήσι.
Λυτά τα τρί κι όχ αμάν αμάν.
Λυτά τα τρία μάλωναν.
Ποιο θα μυρίσει η Κάλλιο
Πετιέται το κι όχ αμάν αμάν.
Πετιεται το τριαντάφυλλο
το μυρωμένο ρόιδο.
Σταθήτε βρώ κι όχ αμάν αμάν
Σταθήτε βρωμολούλουδα
Του κάμπου πρασινάδες

Εγώ είμαι το κι όχ αμάν αμάν
Εγώ είμαι το ομορφότερο
Το μυρωμένο ρόιδο.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2633
Έτος καταγραφής
2012-13
Επώνυμο
Αραμπατζής
Όνομα
Μιχαήλ
Εικόνες