Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Α. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου.
Τις μέρες των Χριστουγέννων έρχονται στο μυαλό κ στη σκέψη οι εικόνες που
κυριαρχούσαν στη διάρκεια του Δωδεκαημέρου κι κυρίως τα Χριστούγεννα. Ήθη, έθιμα κ
κυρίως τα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που εδώ στην Ορεστιάδα ήταν πολλά. Κάθε χωριό
είχε τα δικά του τραγούδια, διαφορετικά και ξεχωριστά. Πολλά επίσης είναι και τα έθιμα
τόσο στον θρησκευτικό κύκλο όσο από τον κύκλο των μεταμφιέσεων. Ο Έβρος κατέχει
δικαιολογημένα την πρωτιά στον μεγάλο αριθμό Χριστουγεννιάτικων τραγουδιών.
Τα παιδιά για πολλές βδομάδες μπροστά κι σαν έμπαινε η Σαρακοστή για τα Χριστούγεννα
άρχιζαν να ετοιμάζονται τα κόλιαντα (κάλαντα), κάνοντας πρόβες, φωνάζοντας στις
γειτονιές κάθε βράδυ σχεδόν. Έτσι το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, πανέτοιμα
πλέον, με τις ομάδες τους ξεχύνονταν στα θεοσκότεινα σοκάκια του χωριού, κρατώντας
στα χέρια τους χοντρά και μακρυά ξύλα, τις τσουμάκες. Τα ξύλα αυτά τα είχαν για να
προστατεύονται από τα ζώα και κυριώς τα σκυλιά.
Τα παιδάκια για να πουν τα κάλαντα φώναζαν μέσα στη νύχτα:
«Κόλιαντα, κόλιαντα μπάμπου τσικ, τσικ, τσικ».

Τα κάλαντα που έλεγαν τα παιδάκια ήταν τα εξής:
«Πόψε ο Χριστός γεννήθηκε κι ο κόσμος δεν το νιώθει
Κι ο κόσμος κ τα οικούμενα και ο βασιλιά Ηρώδης κι εκεί που ακούμπησε ο Χριστός, χρυσό
δεντράκι βγήκε χρυσό δεντρί, χρυσό κλωνί, χρυσό μαργαριτάρι.
Το δέντρο ήταν ο Χριστός, τα κλώνια οι αποστόλοι.
Και τα γαρουφαλλάκια του ήταν οι προφητάδες που προφητούσαν και έλεγαν για του
Χριστού τα πάθη.
Κι εμείς Χριστόν εψάλλαμε, Χριστός να μας φυλάει.
Οσ’ άστρα έχει ο ουρανός κι φύλλα τα δεντράκια
Τόσα κιλά να δωσ’ η θιος σ’ αυτό το νοικοκύρη.
Φυσικά και τα παλικάρια γυρνούσαν την άλλη μέρα το πρωί κ’ έλεγαν τα κάλαντα ανά
ομάδες των 4 ατόμων.
Στο δρόμο λέγανε τραγούδια του δρόμου και μέσα στο σπίτι το:
«Σαράντα μέρες έχουμι Χριστό που καρτερούμε…»
Ή το εξής:
«Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο,
Χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια.
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,
Η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε,
Τους αρχαγγέλους τους ιεράρχες.
Σεις αρχάγγελοι και ιεράρχες
Στη Σμύρνη πάνε μαμμές να φέρουν.

Όσο να πάνε κ όσο να έρθουν
Η Παναγιά μας ηλυτυρώθει.
Στην κούνια το βάλαν κι το κουνούσαν
Κ το κουνούσαν το τραγουδούσαν
Σαν ήλιος λάμπει σα νιο φεγγάρι
Σα νιο φεγγάρι, το παλικάρι
Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη, με τα καλά του
Με τα παιδιά του, με την καλή νοικοκυρά του…»
Τα Ρουγκάτσια, δηλαδή οι παρέες των παλικαριών, όταν έμπαιναν στο σπίτι καθόταν, όπου
τους έβαζαν οι νοικοκύρηδες και τραγουδούσαν πότε ο ένας πότε ό άλλος. Κι αυτό γινόταν
γιατί το τραγούδι ήταν μεγάλο και έπρεπε κάπως να ξεκουράζονται. Όταν θα ΄ρχόνταν τα
Ρουγκάτσι έπρεπε όλα τα μέλη της οικογένειας να ήταν εκεί. Σπίτι κλειστό τα Ρουγκάτσια
δεν έπρεπε να βρουν. Το χαν σαν κάτι κακό. Κάθονταν, τραγουδούσαν, έπαιρναν το
κέρασμά τους, το φιλοδώρημα τους και πήγαιναν σε άλλο σπίτι.
Ένα άλλο έθιμο που γινόταν εκείνη την εποχή ήταν να φτιάχνουν τη Χριστοκλούρα, η οποία
είναι κεντημένη. Τα κεντήματα στη Χριστοκλούρα αναπαριστούν τα πρόβατα, άλογα, τη
στάνη, τη στρούγκα και άλλα στοιχεία του παλαιού καθημερινού τους βίου. Τη
Χριστοκλούτα την τρώνε όλοι μαζί με μέλι, περιμένοντας τη γέννησή του Χριστού. Στο
τραπέζι βρίσκονταν εννέα διαφορετικά τρόφιμα που το καθένα συμβόλιζε στιγμές της
καθημερινότητας. Προτού φάνε από αυτά τα εννέα φαγητά, τα μέλη της οικογένειας
έπαιρναν το ψωμί που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι κι το έσπαγαν. Μετά το φαγητό η
νοικοκυρά μάζευε το τραπέζι κι ξαναμαζευόνταν όλοι μαζί πάνω από το τραπέζι κι σήκωναν
το τραπεζομάντηλο τρεις φορές προς τα πάνω φωνάζοντας:
«Άξιος κι Τίμιος»
Ένα άλλο έθιμο που γινόταν τότε ήταν το έθιμο του Χριστόξυλου. Ο νοικοκύρης πήγαινε στα
χωράφια του και έψαχνε το πιο όμορφο , γερό και χοντρό ξύλο από πεύκο και το πήγαινε
στο σπίτι του. Αυτό το έθιμο ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο
το δωδεκαήμερο των γιορτών στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο νοικοκύρης φέρει το
Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φρόντιζε να έχει καθαρό το σπίτι κ ιδιαίτερα το τζάκι, ώστε να
μην υπάρχει ίχνος παλιάς στάχτης. Καθάριζαν ακόμη και τον καπνοδόχο, για να μη
κατέβουν οι καλικάντζαροι. Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η
οικογένεια θα ήταν μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού άναβε την
καινούργια φωτιά κι έμπαινε στην πυροστιά το Χριστόξυλο.
Ένα ακόμη έθιμο που έκαναν οι γυναίκες της Ορεσιάδας ήταν να φτιάχνουν παραμονή
Χριστουγέννων το Χριστόψωμο. Πρόκειται για ψωμί που το έκοβαν την ημέρα των
Χριστουγέννων. Οι νοικοκυρές αφού θυμιάτιζαν κόβουν το Χριστόψωμο επάνω στο κεφάλι
των παιδιών αφού πρώτα το σταυρώσουν. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι επάνω στη ζύνη
ζωγράφιζαν το χέρι της Παναγιάς.
Τέλος, ένα έθιμο που γιόρταζαν και πίστευαν εκείνη την εποχή ήταν το έθιμο των
Καλικαντζάρων. Ο μυλωνάς και τα καλικαντζαράκια. Λένε ότι το δωδεκαήμερο κάθε νύχτα
κυκλοφορούν οι καλικάντζαροι στους δρόμους κ στα σπίτια. Είναι αερικά όπως έλεγαν οι
γιαγιάδες. Στην αντίληψη των ανθρώπων ήταν μαυριδερά, ψηλά και ξερακιανά όντα που
χόρευαν κι σαλταπηδούσαν. Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω απ΄τη γη, στον κάτω κόσμο και
ζήλευαν πολύ τον επάνω.
Μετά από τα Χρίστούγεννα και την Πρωτοχρονιά είναι τα Θεοφάνια με τον εορτασμό τους
κλείνει το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Τα Θεοφάνια δεν έκαναν κάποιο ιδιαίτερο έθιμο. Τα παιδάκια έβγαιναν από νωρίς για να πουν τα κάλαντα τα οποία είναι τα
παρακάτω:
«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός
Η χαρά μεγάλη κι ο Αγιασμός.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,
Κάθετ’ η ώρα μας η Παναγιά.
Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,
Και τον Άι Γιάννη παρακαλεί
Άη Γιάννη αφέντη και βαπτιστή
Βάπτισε και εμένα θεού παιδί
Να ανέβω επάνω στον ουρανό
Να μαζέψω ρόδα και λίβανο.
Καλημέρα, καλημέρα
Καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά»
Το μόνο που μπορεί να θεωρηθεί ως έθιμο για τα Θεοφάνια είναι το μεσημεριανό φαγητό
που ήταν πάντοτε το γιουβέτσι με λουκάνικα.
Το έθιμο της μπάμπως (Γυναικοκρατία)
Η ημέρα της Μπάμπως λέγεται διαφορετικά γυναικοκρατία η μέρα της Γριάς. Οι πρόσφυγες
από την Τουρκία δηλαδή οι κάτοικοι της Ορεστιάδας το έλεγαν «Μπάμπου Γκιουνού». Το
έθιμο αυτό τελείται στις 8 Ιανουαρίου και στόχο έχει την απόδοση τιμής στο πρόσωπο της
γιαγιάς, η οποία συνέβαλε στη γέννα των παιδιών. Η γιαγιά στην αρχαιότητα λεγόταν
μαμμή και ως έμπειρη στην ζωή, ήταν αυτή που με τη σοφία και την πείρα της βοηθούσε
τις έγκυες στη γέννα. Φυσικά σήμερα δεν υπάρχουν πια μαίες στα χωριά. Η συγκεκριμένη
εκδήλωση γινόταν με την εξής λειτουργικότητα.
Το πρωί της 8 ης Ιανουαρίου, η κάθε γυναίκα του χωριού που είχε γεννήσει τη χρονιά που
πέρασε, επισκεπτόταν την μπάμπω στο σπίτι της, φέρνοντας της δώρα, πετσέτα και
παπούτσια για να μπορεί να σκουπίζεται και να τρέχει στα σπίτια όσων την είχαν ανάγκη.
Εκείνη με τη σειρά της φορούσε τα καλά της και ανταπέδιδε με διάφορα κεράσματα και
ευχές. Όταν συγκεντρωθούν όλες οι γυναίκες, φέρνουν τη Μπάμπω με πομπή πάνω στο
κάρο ως τη βρύση του χωριού, όπου κάθε γυναίκα της έπλενε τελετουργικά τα χέρια. Τέλος
ακολουθεί διασκέδαση μόνο των γυναικών με τη Μπάμπω σ’ ένα καφενείο του χωριού.

Β. Έθιμο Μπέη
Η ημέρα που γιορτάζονταν ο Μπέης ήταν η Καθαρά Δευτέρα. Ο χαρακτήρας του εθίμου
είχε ρίζες και συγγένεια στη Διονυσιακή Λατρεία, γιατί το κρασί κατέχει σημαντική θέση
στην όλη τελετουργία.
Ο Μπέης συνοδευόμενος από την ακολουθία του, που αποτελείται από : Δύο γκάιντες,
μερικά χανουμάκια, κουρουτζήδες (= δες αγροφύλακες), τον γιατρό, τη νοσοκόμα, το
γύφτο και τη γύφτισσα με το μωρό της, όλα τα παιδιά του χωριού καθώς και όσους ήθελαν
να περιοδεύσουν μέσα στο χωριό από σοκάκι σε σοκάκι μαζεύοντας χρήματα και στάρι
(=σιτάρι). Σε κάθε αυλή η νοικοκυρά κερνάει όλη τη συνοδεία με κρασί, μεζέδες και γλυκά
ενώ ο νοικοκύρης πρόσφερε τα χρήματα και το στάρι.
Αφού δοθεί στον Μπέη το δοχείο με το στάρι εύχεται
«Καλή σοδειά και καλή προκοπή»

Και συνεχίζεται το γύρισμα του χωριού. Στη διάρκεια της περιφοράς, όποιος πείραζε το
μωρό της γύφτισσας, πιάνεται από τους κουρουτζήδες και καλιβώνεται (πεταλώνεται)
συμβολικά του κάρφωναν το πόδι, τον πετάλωναν και ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει
φόρο ως αποζημίωση.
Κατά το μεσημέρι αφού είχε τελειώσει η περιοδεία, το άρμα του Μπέη πήγαινε στην πλατεία
που ήταν κατάμεστη από κόσμο που μαζευόταν από την γύρω περιοχή. Στην κεντρική
πλατεία του χωριού στη συνέχεια χόρευαν. Ο Μπέης με τους επιτελείς του μετρά το
χωράφι για να κόψει καπάκι. Μετά έβαζε στο ζυγό του ξύλινου αλετριού, το γύφτο και την
γύφτισσα. Το όργωμα είχε ήδη αρχίσει. Ο γύφτος και η γύφτισσα έκαναν νούμερα,
λιποθυμούσαν, ξέφευγαν και έτρεχαν για να αποφύγουν το μαρτύριο. Έπειτα ακολουθούσε
η σπορά. Το έθιμο όριζε πως κάποιος έπρεπε να προσπαθήσει να κλέψει το δοχείο που είχε
μέσα το στάρι και να το πετάξει ψηλά. Αν το δοχείο αναποδογυριζόταν κατά την πτώση του
τότε η χρονιά θα ήταν ανάποδη, αν όμως έπεφτε κανονικά τότε η σοδειά θα πήγαινε καλά.
Μετά από την σπορά είχε σειρά το θέρος. Το θέρισμα γινόταν με δρεπάνια από τους
κουρουτζήδες ενώ στο τέλος ξαπλωνόταν ο ένας πάνω στον άλλον και σχημάτιζαν την
θυμωνιά (στίβα από δεμάτια). Αφού είχε θεριστεί το στάρι ακολουθούσε το αλώνισμα με
τον παραδοσιακό πάντα τρόπο. Το αλώνισμα γίνονταν με την ντουκάνα (ξύλινο εργαλείο
που είχε πάνω του καρφωμένες χιλιάδες πετρούλες και όταν το έσερνα στ΄αλώνι ξεχώριζε
το στάρι απ΄τα στάχυα). Η ντουκάνα σερνόταν απ’ τα ζώα, στο έθιμο όμως από τον γύφτο
και τη γύφτισσα. Έτσι τέλειωναν τα έθιμα σε σχέση με το χωράφι.
Έπειτα ακολουθούσε η παραδοσιακή παλαίστρα . Συνοδευόταν από μουσική ζουρνά και
νταουλιού, που παίζονταν ρυθμικά σύμφωνα με τις κινήσεις των παλαιστών.
Τέλος οι κάτοικοι άλλων χωριών για να παρακολουθήσουν αυτό το έθιμο πλήρωναν.

Γ. Έθιμο καμήλας ή Τζιαμάλας
Πρόκειται για ένα έθιμο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Οι νέοι έφτιαχναν ένα σκελετό με ξύλο
και τον έντυναν με κουρέλια και δέρματα ώστε να πάρει τη μορφή της καμήλας. Έπειτα δύο
παλικάρια έμπαιναν από κάτω και αποτελούσαν τα πόδια της καμήλας.
Την καμήλα οδηγούσαν ο καμηλιέρης σε όλα τα σπίτια του χωριού με συνοδεία φλογέρας
και νταουλιού. Η μουσική ήταν στον ρυθμό της μπαιντούσκας. Οι νοικοκυραίοι έδινα στην
καμήλα λουκάνικα και χρήματα. Τότε η καμήλα γονάτιζε και τους φιλούσε το χέρι. Στη
διάρκεια της περιφοράς έτρεχε η καμήλα και πολλές φορές ξέφευγε από τον καμηλιέρη.
Τότε έτρεχαν όλοι για να την πιάσουν και έπειτα την χτυπούσαν. Ο συμβολισμός με την
κακοπάθεια του ζώου έδειχνε τις περιπέτειες του ανθρώπου μέσα στη ζωή και το χρόνο.
Τέλος κάποιες εικασίες συμβόλιζαν τον Δούρειο Ίππο της Τροίας, οι οποίες δεν μπόρεσαν
να επαληθευτούν λόγω έλλειψης βιβλιογραφίας.

Δ. Άγιος Αθανάσιος
Ο Άγιος Αθανάσιος γιορταζόταν όπως και σήμερα στις 18 Ιανουαρίου. Γιορτάζεται από τους
κτηνοτρόφους και γινόταν ως ζωοθυσία στη Μαίστρο και το Κάραγατς.

Ε. Πασχαλινά έθιμα
Τα Πασχαλινά έθιμα σε σχέση με τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα είναι πιο λίγα. Συγκεκριμένα
στην Ορεστιάδα οι κάτοικοι γιόρταζαν τα παρακάτω έθιμα:
Κυριακή των Βαίων
Το πρωί των Βαίων πήγαιναν όλοι στην εκκλησία για να πάρουν βάγια, τα οποία είχαν πάει
στην εκκλησία οι νιόπαντροι. Οι νοικοκυρές με την σειρά τους όταν επέστρεφαν στο σπίτι
γύρισαν στα δωμάτια του σπιτιού, κουνώντας τις βάγιες και λέγοντας «μέσα βάγιες και
χαρές». Μετά έκαναν ένα στεφάνι από βάγια, το έβαζαν στο εικονοστάσι και είχαν όλο το
χρόνο για το ξεμάτιασμα.

ΣΤ. Μεγάλη Βδομάδα

Τα κορίτσια νηστεύουν τις τρεις πρώτες μέρες. Έκλεβαν από τρία σπίτια αλεύρι, αλάτι και
νερό χωρίς να μιλάνε. Το βράδυ έβαζαν την μισή αλμυροκουλούρα στο μαξιλάρι τους και
τη μισή την έτρωγαν. Όποιον έβλεπαν στον ύπνο τους να τους φέρνει νερό να πιούν,
πίστευαν πως θα τον παντρευόταν.
Σάββατο του Λαζάρου
Σκέπαζαν ένα αγόρι με λάπατα και μαζί με άλλα παιδιά γύριζαν τα σπίτια και
τραγουδούσαν:
«Ηρτ’ ο Λάζαρης, ήρταν τα βάγια
Ήρτ’ η Κυριακή που τρων΄ τα ψάρια.
Οι κοτίτσες μας αυγά γεννούνε
Κι οι φωλίτσες μας δεν τα χωρούνε».
Του Λαζάρου, τα μικρά κοριτσάκια μάζευαν λουλούδια από τους αγρούς, στόλιζαν μ΄ αυτά
τα καλαθάκια τους και γύριζαν από σπίτι τραγουδώντας διάφορα τραγούδια ανάλογα με
την οικογένεια.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2442
Έτος καταγραφής
2011-12
Επώνυμο
Καραθανάση
Όνομα
Χριστίνα
Εικόνες