Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Το Δωδεκαήμερο
Δωδεκαήμερο είναι η περίοδος που αρχίζει από την παραμονή των Χριστουγέννων ως τα
Θεοφάνεια κατά τη περίοδο αυτή «τα νερά είναι αβάφτιστα». Έτσι τις μέρες αυτές στον
κόσμο κυριαρχούνε οι καλικάντζαροι, δαιμόνια και ζούζουλα που έρχονται αυτές τις μέρες
για «να πειράζουν τον άνθρωπο». Οι καλικάντζαροι είναι μικρόσωμα τέρατα, μαύρα,
τριχωτά με πόδια και κεφάλι τράγου ή άλλων ζώων. Έχουν μάτια κόκκινα, χέρια μαϊμούς,
είναι στραβοί, κουτσοί, μονοπόδαροι και τραγοπόδαροι. Καμιά φορά φορούν σιδερένια
παπούτσια. Τη νύχτα περιφέρονται στους δρόμους για να κάνουν όποιο κακό μπορούν
στους ανύποπτους διαβάτες. Στα σπίτια μπαίνουν από τις καμινάδες, κλέβουν ότι βρουν και
μαγαρίζουν τα πάντα, γλυκά και φαγητά. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εξευμενίσουν
τους καλικάντζαρους με τηγανίτες και γλυκά. Αλλά η πιο σίγουρη μέθοδος είναι η φωτιά
που αγνίζει και καθαιρεί τα πάντα. Επιπλέον είναι και αποτρεπτική αφού καίει το δαιμόνιο.
Αλλά και η στάχτη που τη μαζεύανε μετά τη γιορτή των φώτων, ήταν «για καλό», τη
σκορπούσαν στα χωράφια και τα αμπέλια τους οι χωρικοί για να τους εξασφαλίσει καλό
μαξούλι.
Εκτός από τη φωτιά, αποτρεπτικό της επήρτιας των δαιμόνων σε όλο το διάστημα του
Δωδεκαήμερου ήταν και τα κουδούνια. Όταν έβγαιναν τη νύχτα έξω καλό ήταν να κρατάνε
φανάρια ή να βροντολογάνε κάτω κάπου μερικά κουδούνια για να διώχνουν τα δαιμόνια.
Παλιά συνήθεια ήταν και ….. αυτή την εποχή. Τους μεταμφιεσμένους τους αποκαλούσαν
ραγκάτσια. Οι προβιές των ζώων ήταν συνηθισμένη περιβολή τους, αλλά δεν αποκλειόταν
και μια άλλη μορφή αγριάνθρωπων που ζούσαν στη ζούγκλα. Θα κορυβαντιούσαν
χορεύοντας έξαλλους χορούς, θα τραγουδούσαν το ίδιο, θα μάλωναν μεταξύ τους και
ύστερα θα συμφιλιώνονταν μπροστά σε μια μπουκάλα κρασί.
Οι Αποκριές
Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι κι εδώ οι Αποκριές ήταν μια περίοδος χαράς και
διασκέδασης, ένα διάλλειμα. Οι Χριστιανοί προτού μπουν στην μεγάλη περίοδο της
νηστείας για να γευτούν στο τέλος το μεγάλο μήνυμα του ευαγγελισμού του Κυρίου που
είναι η αγάπη, με το άγιο Πάσχα, ένιωθαν την ανάγκη σαν αδύναμοι και αμαρτωλοί που
ήταν να το ρίξουν λίγο έξω. Αυτές τις μέρες φυσικά ούτε γάμοι γίνονται ούτε γλέντια ούτε
χοροί και πανηγύρια. Έτσι και η αρχή του Τριωδίου ανοίγει με έξαλλο θόρυβο και τυμπανοκρουσίες.
Η περίφημη Αποκριά, διαρκεί τρεις εβδομάδες. Την πρώτη την έλεγαν Προφωνή, γιατί
«εξήγγειλε» στον κόσμο τον ερχομό της. Τότε έπρεπε όλοι να προμηθευτούν ένα σφαχτό. Η
δεύτερη λεγόταν κρεατινή και η Τρίτη Τυρινή ή μακαρονού γιατί έτρωγαν τυρί και
μακαρόνια. Την εποχή αυτή έδιναν και έπαιρναν οι μεταμφιέσεις. Ομάδες χαροκόπων σχηματίζουν
πομπές σα νυφοστόλι. Εδώ έχουμε έξω από το γαμπρό και τη νύφη και ένα άλλο
πολυθόρυβο μασκοφορεμένο πλήθος σε τσιγγάνους, οβριούς, Αρβανίτες, Αράπηδες,
φουστανελοφόρους, λιμοκοντόροι, και τους περίφημους «καβάσιδες», τους
σωματοφύλακες του ζευγαριού. Ανάμεσά τους ήταν και ο «Σταχάτης» ένας φουστανελάς με
κουδούνια που είχε μια σακούλα γεμάτη στάχτη που την εκσφενδονούσε πάνω στους
άλλους.
Οι ερασιτέχνες αυτοί ηθοποιοί έδιναν αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις σατίριζαν και
διαβουκολούσαν (;) την τουρκική δικαιοσύνη με τους καντήδες και την αιώνια ρουσφετολογική
απονομή δικαίου όπου καταδίκαζαν τους αθώους και αθώωναν τους πραγματικούς
ενόχους. Όλα αυτά συνέβαιναν παράλληλα με άλλες εκδηλώσεις όπως ο «φασουλής», το
αλογάκι, η καμήλα που χόρευε, το γουρουνάκι, τα ρόπαλα και άλλα θεάματα.
Μπάμπιν – ντεν
Η ογδόη Ιανουαρίου είναι αφιερωμένη στις γυναίκες και ιδιαίτερα σ’ αυτές που είναι
μητέρες. Είναι η γιορτή της ¨μπάμπως¨, της μαμής. Τη μέρα οι παντρεμένες γυναίκες και
κυρίως αυτές που είχαν γίνει ή επρόκειτο σύντομα να γίνουν μητέρες, επισκέπτονταν τη μπάμπω
και της έδιναν δώρα. Της πρόσφεραν μια πίτα φαί και ένα τσεμπέρι. Απαραίτητο ήταν όμως
να κρατούν πετσέτα και σαπούνι που θα τα χάριζαν στη μπάμπω για να πλύνει και να
σαπουνίσει τα χέρια της. Μετά της φιλούσαν το χέρι σε ένδειξη σεβασμού. Αυτή κερνούσε
στις γυναίκες κρασί και γλυκά και καμιά φορά τις φίλευε κιόλας. Και τότε τραγουδούσαν
όλες μαζί και γλεντούσαν.
Μπέης
Η γιορτή αυτή πραγματοποιούνταν μια Δευτέρα πριν από την καθαρά Δευτέρα και
αποτελούσε την γιορτή της σποράς.
Ο Μπέης κάθε περιοχής κατά την Τουρκοκρατία λειτουργούσε ως φοροεισπράκτορας. Οι
Χριστιανοί κάτοικοι βρήκαν έναν τρόπο από την μία να τον τιμούν και από την άλλη να τον
διακωμωδούν.
Ο Μπέης καθισμένος πάνω σε σκαλισμένο κάρο γύριζε από σπίτι σε σπίτι για να εισπράξει
τον καθιερωμένο φόρο. Έριχνε μια χούφτα σπόρους στην αυλή κάθε σπιτιού, λέγοντας την
ευχή: ¨πλούδια, μπιμπύδια κι απ’ όλα τα μπιρικιτούδια¨. Τα παλικάρια που τον συνόδευαν
κερνούσαν ούζο ή κονιάκ σταφίδες και στραγάλια. Και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά
βραστά, λουκάνικα, ψωμί για μεζέ.
Αφού τελείωνε το κάλεσμα μαζεύονταν συνήθως σε ένα καφενείο και εκεί έτρωγαν και
έπιναν με την παρουσία ξακουστών ζουρνατζήδων και νταουλτζίδων. Έξω ήταν
αραδιασμένα τα ιντίλια (δώρα) πανώ σε ένα ξύλο που είχε σχήμα σταυρού. Ο Μπέης έκοβε
την πίτα και μοίραζε τα κομμάτια στους παρευρισκόμενους άνδρες για να δουν σε ποιον θα
πέσει η δραχμή για να γίνει ο Μπέης της ερχόμενης χρονιάς. Ύστερα σχηματίζονταν μια
πομπή με τον Μπέη να προπορεύεται καθισμένος καμαρωτά πάνω σε κάρο, τους
ζουρνατζήδες και τους νταουλτζήδες να τον συνοδεύουν και πλήθος κόσμου να τον ακολουθεί, κι όλοι μαζί κατευθύνονταν σ’ ένα μεγάλο μεϊντάνι για να γίνει η καθιερωμένη αναπαράσταση της σποράς.
Δύο νέα παλικάρια ελεύθερα ή αρραβωνιασμένα, έσερναν το ζυγό και ο μπέης κρατώντας
τον ¨πλούχο¨ (αλέτρι) προσπαθούσε να οργώσει. Στα χέρια του κρατούσε τον ¨κάτοινο¨
(ξύλινο μυτερό ραβδί) και φοβέριζε τους ….. που έκανα επανειλημμένες προσπάθειες να
ξεφύγουν. Κάποια στιγμή όμως το κατάφερναν και έτρεχαν μακριά. Ο Μπέης κρατώντας
τον τενεκέ με τα σπόρια στο ένα χέρι προσπαθούσε να σπείρει. Οι νεαροί ξαναζύγωναν και
προσπαθούσαν να τον ρίξουν κάτω στο χώμα. Μετά από αρκετές προσπάθειες τα
κατάφερναν.
Η όλη διαδικασία ήταν συμβολική. Δήλωνε τον αγώνα των ελεύθερων αρχικά Ελλήνων και
κατόπιν σκλαβωμένων στους Τούρκους να απελευθερωθούν από τα¨ ζυγό¨ και να
αποτρέψουν τον κατακτητή.
Αη Σαράντς
Στις 9 Μαρτίου γιορτάζεται η γιορτή των Σαράντα μαρτύρων, ο λεγόμενος Αη Σαράντς.
Εκείνη την ημέρα επικρατεί το έθιμο να φτιάχνουν οι γυναίκες ¨ακ’ τμάδη¨ (κρέπες) και να
τις γαρνίρουν με ζάχαρη ή μέλι με κανέλα ή καρύδια.
Παλαιότερα στην τοποθεσία ¨Αη-Νικόλας¨ κοντά στον Άρδα ποταμό υπάρχει ένα μικρό
εκκλησάκι. Εκεί μαζεύονταν και έκαναν γλέντι. Οι άνδρες έτρωγαν και έπιναν πάνω στο
¨γιομάτσι¨ (ύψωμα) ενώ οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν κάτω στο ¨μεϊντάνι¨
(άδειο δημόσιο μέρος). Τα μικρά παιδιά με χαρές και γέλια, έκαναν τούμπες στο φρέσκο
ψιλό χορταράκι που προσπαθούσε να βγει δειλά δειλά.
Τα μεγαλύτερα παιδιά έκαναν τσουλήθρα από την κορυφή του υψώματος προς τα κάτω,
καθισμένα σ’ ένα τσουβάλι. Έβαζαν στοιχήματα και έκαναν κόντρες ποιος θα κατεβεί πιο
γρήγορα.
Την ίδια μέρα και στο ίδιο σημείο, πολλοί ήταν αυτοί που έπαιρναν μια χούφτα μικρές
πέτρες και καθισμένοι στο ύψωμα πετούσαν μία-μία τις πέτρες πίσω τους λέγοντας τις
φράσεις ¨α’ γορίδα¨, ¨άκορτσίδα¨. Ανάλογα σε ποια φράση πετιόταν η τελευταία πέτρα
πέρα, αυτή σηματοδοτούσε το φύλο ¨κορίτσι ή αγόρι¨ που θα γεννιόταν στο σπιτικό τους.
Κυριακή των Βαΐων
Ήταν ιδιαίτερα σημαντική μέρα κυρίως για τα κορίτσια. Πρωί-πρωί της Κυριακής,
ξεκινούσαν για να γυρίσουν τη Βάια. Ήταν μια αυτοσχέδια κούκλα που την έφτιαχναν με το
¨γλιτίρι¨. Στο σχήμα λάμδα (Λ) του γλιτιριού έβαζαν μια πετσέτα στριφτή και την κάλυπταν
με το ¨μαχραμά¨ (είδος μαντήλας) για να σχηματιστεί το κεφάλι. Ύστερα με ένα μολύβι
ζωγράφιζαν μύτη, στόμα φρύδια και μάτια για να ζωντανέψουν το πρόσωπο της Βάιας.
Λουλούδια από την εκκλησία στόλιζαν το κεφάλι της. Κατόπιν ένα ξύλο δένονταν σφιχτά
στο στρογγυλό ίσιο μέρος του γλιστιριού, κοντά στο κεφάλι, ώστε να σχηματιστεί σχήμα
σταυρού και να γίνουν τα χέρια της Βάιας.

Μέρες πριν τα κορίτσια φρόντιζαν να βρουν φουστάνια από μικρομάνες για ντύσουν την
αυτοσχέδια κούκλα τους. Και η έννοιά τους ήταν μεγάλη να την στολίσουν και να την
ντύσουν όμορφα ώστε να είναι η καλύτερη. Το Σάββατο του Λαζάρου το απόγευμα
μαζεύονταν όλα τα παιδιά σε κάποια σημεία για να δείξουν τη δική τους Βάια και να
παραβγεί από τις άλλες σε ομορφιά. Ύστερα τις έστηναν όρθιες μέσα στο σεντούκι με το
αλεύρι μέχρι τα χαράματα της επόμενης νύχτας.
Νύχτα ακόμη, δύο-τρία κορίτσια μαζί, συνοδευόμενα από ένα μικρό αγόρι, το ¨φυλαχτάρι¨,
έφτιαχναν μια παρέα και ξεκινούσαν να επισκέπτονται τα σπίτια με την Βάια στα χέρια.
Έλεγαν τραγούδια της ημέρας καθώς το έθιμο απαιτούσε: ¨Βάια, Βάια του Βαίου…¨, ¨ένα
μικρό, μικρούτσικο, σαββατογεννημένο¨, ¨ Άρχοντες με την αρχόντισσα..¨ και άλλα πολλά
ανάλογα με την οικογένεια και τα μέλη της.
Οι νοικοκυρές έδιναν στα κορίτσια αυγά, ξερά φρούτα και καμιά φορά λεφτά για το καλό.
Πανηγύρι στο Καρά-τσιόλι
Στις 21 Μαΐου γιορτάζει το εκκλησάκι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην περιοχή
Καρά-τσιολί (μαύρο αγκάθι). Οι γεροντότεροι διηγούνται πως ένα κορίτσι από το χωριό
Βόλιος, ονειρεύτηκε ότι στην συγκεκριμένη τοποθεσία κοντά σε μια πηγή ήταν θαμμένη μια
εικόνα. Η κοπέλα διηγήθηκε το όνειρο στην μητέρα της η οποία δεν έδωσε τη δέουσα
σημασία. Το όνειρο επαληθεύτηκε από μια γυναικεία μορφή και προέτρεψε την κοπέλα να
μιλήσει στον πατέρα της γιατί διαφορετικά θα γινόταν μεγάλο κακό.
Όταν έγινε εκσκαφή, το όνειρο βγήκε αληθινό. Βρέθηκε μια ασημένια εικόνα και στο μέρος
αυτό χτίστηκε ένα εκκλησάκι προς τιμήν των αγίων. Κάθε χρόνο, την ημέρα της γιορτής
συγκεντρώνονταν εκεί και γίνονταν μεγάλο πανηγύρι με φαγοπότι τραγούδια και χορούς.

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2472
Έτος καταγραφής
2011-12
Επώνυμο
Τσακουρίδου
Όνομα
Μαρία-Άννα