Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, ΠΟΛΥΣΙΤΟΥ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 5 Ιανουαρίου)

Δύο από τα σημαντικότερα γεγονότα της παραμονής των Χριστουγέννων, ήταν τα
κάλαντα και το σφάξιμο των γουρουνιών. Από το καλοκαίρι, κάθε οικογένεια
φρόντιζε να προμηθευτεί ένα ή δύο μικρά γουρουνάκια, τα οποία εκτρέφονταν με
σκοπό να σφαχτούν την παραμονή των Χριστουγέννων. Όταν λοιπόν έφτανε η
μέρα της σφαγής, όλοι η οικογένεια μαζευόταν στην αυλή και περίμενε την ώρα
που θα ερχόταν ο σφάχτης ( σε κάθε χωριό υπήρχαν τέσσερις-πέντε που έσφαζαν
γουρούνια την παραμονή των Χριστουγέννων). Η νοικοκυρά άναβε στην αυλή
φωτιά και έβαζε στο καζάνι να βράσει νερό.Μόλις ο σφάχτης έσφαζε το γουρούνι,
η νοικοκυρά το θύμιαζε και το έρανε με καρύδια και κάστανα, για να είναι
ευλογημένο και νόστιμο. Όποιο παιδί φιλούσε πρώτο τον πισινό του σφάγιου,
έπαιρνε σαν δώρο την «φούσκα» (ουροδόχο κύστη) του ζώου, την οποία αφού την
έπλενε καλά, την άφηνε στην στάχτη για δυο-τρεις μέρες και φουσκώνοντας την
με καλάμι την έκανε μπάλα. Αμέσως μετά το σφάξιμο, η σπιτονοικοκυρά μοιράζει
κρέας στην γειτονιά, για να μην μείνει κανένα σπίτι δίχως κρέας τις Άγιες μέρες
των Χριστουγέννων. Πάντως τίποτε δεν πήγαινε χαμένο από το σφαγμένο ζώο. Τα
πρώτα χρόνια, το δέρμα το κρατούσανε για να το κάνουν τσαρούχια η ασκούς για
τη μεταφορά υγρών και τα έντερα για να κάνουν τα λουκάνικα και τη μπάμπω (
παραδοσιακό φαγητό από κομμάτια κρέατος και συκωτιού μαζί με πλιγούρι και
μπαχαρικά, τοποθετημένα μέσα στο έντερο του χοιρινού). Το στομάχι αφού το
έπλεναν καλά, το γέμιζαν με κομμάτια κρέατος και έκαναν καβουρμά, το κεφάλι και
τα πόδια τα έκανα πατσά και το λίπος λαρδί, είτε για τηγάνισμα αντί για λάδι, είτε
παστό για το μαγείρεμα. Το κρέας αφού κρατούσαν όσο χρειαζόταν για την
περίοδο των γιορτών του δωδεκαημέρου, το έκαναν παστό και το αποθήκευαν. Τα
φαγητά που περιλάμβανε το γιορτινό τραπέζι ήταν η μπάμπω, οι μπριζόλες και τα
λουκάνικα. Τα ποτά που συνόδευαν τα εδέσματα, ήταν το κόκκινο κρασί, γλυκό ή
ξηρό, η ρετσίνα, το τσίπουρο και το ούζο.
Όσα θυμάμαι όταν ήμασταν παιδιά ετοιμαζόμασταν για τα κάλαντα τουλάχιστον 20
μέρες μπροστά από τα Χριστούγεννα. Ετοιμάζαμε τις βέργες μας για να
φυλαγόμαστε από τα σκυλιά γιατί το κάθε σπίτι τότε είχε και τον σκύλο του με ότι
άλλα ζώα είχε. Φτιάχναμε πρόβες, πως θα τα λέμε, και όταν ερχόταν η παραμονή
πήγαινε η κάθε παρέα να πει τα κάλαντα τα οποία ήταν τα εξής:
Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο
Χαρά στον κόσμο στους αρχαγγέλους.
Στους αρχαγγέλους στους Αποστόλους, σους Αποστόλους
ώσπου να πάει.
Ώσπου να πάει και να γυρίσει, γεννήθι αφέντης σαν νιο φεγγάρι.
Σαν ήλιος φέγγει σαν νιο φεγγάρι.
Σαν νιο φεγγάρι σαν παλικάρι

Εκεί π' ακούμπησε ο Χριστός χρυσό δεντρί εβγήκε
χρυσό δεντρί χρυσό κλωνί κι' αργυροφουντωμένο.
Ν' απλώνουν τα κλωνάρια του σ' Ανατολή και Δύση
Και τα περικλωνάρια του σ' όλη την οικουμένη.
Και μες πολυχρονούμενος τον Άξιο νοικοκύρη
να ζήσει χρόνια περρισσά και πάντα να περάσει
κι από τα χίλια κι' ύστερα ν' ασπίσει και να γεράσει. Και του χρόνου.
Όποιο σπίτι έιχε μοναχογιό λέγαμε:
Η μάνα που έχει το γιό τον έναν τον μονάχο
τον έλουζε τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει
Να πα να μάθει γράμματα να πα να μάθει γνώση
Στο δρόμο που επήγαινε βρίσκει παιδιά να παίζουν
Έκατσε να δοκιμαστεί να ρίξει το δοκίμι
Κόβετ' η φούντα τέσσερα και το γαϊτάνι πέντε
Τρέχει και πάει στη μάνα του με δάκρυα στα μάτια.
Ιγιέμ που  ́ναι τα γράμματα ιγιέμ που 'ναι η γνώση
τα γράμματα είναι στο χαρί κι η γνώση πέρα τρέχει
Πέρα στις μαυρομάτησες τις γαϊτανοφρυδούσες
Πόχουν το μάτι σαν ελιά το φρύδι σαν γαϊτάνι
Πόχουν το ματοτσίμπερο σαν της ελιάς το φύλλο.
Και μεις πολυχρονούμενοι το άξιο παλικάρι
Να ζήσει χρόνια περισσά και πάντα να περάσει
κι απ' τα χίλια κι ύστερα ν' ασπίσει να γεράσει.
Για την μοναχοκόρη λέγαμε:
Κυράμ τη θυγατέρα σου κυράμ την ακριβή σου
Γραμματικός τη ζήτησε και ψάλτης θα την πάρει
Μα κείνος ο Γραμματικός πολλά προικιά θα φέρει
θα φέρει τ' άστρα πρόβατα και το φεγγάρι προίκα
θα φέρει τον Αυγερινό διαμάντι δαχτυλίδι
Το δαχτυλίδι πέρασε πέρα για να περάσει
Πέρα στις μαυρομάτησες της γαϊτανοφρυδούσες
....
Και μεις πολυχρονούμενοι τ' άξιο σας το κοράσι.
....
Άμα ο νοικοκύρης του σπιτιού μας ικανοποιούσε με τον οβολό του λέγαμε:
Σ' ένα σε πρέπ' αφέντη μου να γίνεις Καπετάνιος
Να κοσκινίζεις τα φλουριά να δρεμονίζει τ' άστρα.
Και τ' αποκοσκινίδια του δωσ ́τα στα παλικάρια
Θεν ας τα φαν, θες ας τα πιουν, θεν ας τα τραγουδίσουν
Και μεις πολυχρονούμενοι τον άξιο νοικοκύρη
.........
Άμα όμως σε κάποιον που τραγουδούσαμε δεν μας έδινε τίποτα και μας έδιωχνε
λέγαμε:

Σένα σε πρέπ' αφέντη μου ντουρμπά και δεκανίκι
Να σε τραβούνε τα σκυλιά και δεκαπέντε λύκοι.
Αν πάλι σε κάνα σπίτι του νοικοκύρη του έλειπε κανένα χέρι λέγαμε:
Αγούρος (κουλός) πέτρα πελεκά με τ' όνα του το χέρι
Κυρά ξανθή τον ρώτησε ψηλά 'π το παραθύρι.
Αγούρεμ τ' έχ το χέρι σου και πελεκά με τ' όνα;
Εννιά κοπέλες φίλησα και μου 'κοψαν το χέρι.
Ας σε φιλούσα σε ξανθή κι ας μου 'κοβαν και τ' άλλο.
Όταν το σπιτικό είχε Κωνσταντίνο λέγαμε:
Ο Κωνσταντής παινεύτηκε στη θάλασσα να πλεύσει
Κι ο Βασιλιάς σαν τ' άκουσε γαμπρό θε να τον κάνει.
Εσύ σαν πλεύσεις Κωνσταντή γαμπρό θε να σε κάνω
Γαμπρό στην εξαδέρφη μου γαμπρό στην αδερφή μου
Γαμπρό στη θυγατέρα μου τη νύχτα γεννημένη
όπου γεννηθεί σκοτεινά κι έφεξε ο κόσμος όλος.
Κι ο Κωνσταντής σαν τ' άκουσε τη θάλασσα πετιέται
Κάνει τα χέρια του κουπί, το στήθος του καράβι
και τη δεξιά του τη μεριά αρμένι κι αρμενίζει.
Κι η θάλασσα σαν τ' άκουσε αγρίεωε το κύμα
θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα.
Όλοι σε λένε θάλασσα, μα εγώ σε λέω ανθούσα.
Πόσες φορές σε πέρασα με γέλια με τραγούδια
και τώρα με το στοίχημα βάλθηκες να με χάσεις.
Κι η θάλασσα σαν τ' άκουσε γαλήνεψε το κύμα.
Να πλεύσε πλεύσε Κωνσταντή πέρα για να περάσεις
πέρα στις μαυρομάτησες τις γαϊτανοφρυδούσες.
Το σούρουπο της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά, μικρά και μεγάλα,
έβγαιναν και έλεγαν τα κάλαντα του Άι Βασίλη. Σε αντίθεση με τις άλλες μέρες την
Παραμονή της Πρωτοχρονιάς παιδιά και μεγάλοι μαζεύονταν σχετικά νωρίς στο
σπίτι μιας και το δείπνο της παραμονής το θεωρούσαν σημαντικό. Το μενού είχε
κόκορα, γλυκά και φρούτα. Το τραπέζι έμενε στρωμένο μέχρι την άλλη μέρα. Η
αφθονία των φαγητών συμβόλιζε και την αφθονία της παραγωγής που περίμεναν
από τα χωράφια τους. Μετά το δείπνο η νοικοκυρά ζύμωνε τη βασιλόπιτα στην
οποία έβαζε ένα νόμισμα, λίγο σιτάρι, ένα κλαδί κρανιάς και την έψηνε. Με την
αλλαγή του χρόνου τα μεσάνυχτα στα πρώτα χρόνια και την άλλη μέρα το πρωί
εμείς τα παιδιά παίρναμε ένα κλαδί από κρανιά το οποίο το κόβαμε μπροστά από
δύο - τρεις μέρες και από τα χαράματα πηγαίναμε σε συγγενικά σπίτια για να
σουρβήσουμε το θείο και τη θεία. Το παιδί που θα πήγαινε πρώτο να σουρβίσει, η
νοικοκυρά έριχνε τη σκούπα κάτω όπου έβαζε τα λεφτά και αφού τους χτυπούσε
με τη βεργούλα απαλά στον πισινό τους έλεγε:
Σούρβα, σούρβα για χαρά, για σταφίδα, για παρά γερό κορμί, γερό καρδί, όλο γεια
και δύναμη, και του χρον γερολι και καλό καρδί.

Η νοικοκυρά μας έβαζε να καθίσουμε πάνω στη σκούπα, μας κερνούσε γλυκό,
μετά σηκωνόμασταν από τη σκούπα σηκώναμε και τη σκούπα κι ότι είχε βάλει από
κάτω τα παίρναμε, λέγαμε καλή χρονιά, χρόνια πολλά ευχαριστώ και πηγαίναμε
αλλού. Άμα τύχαινε η χρονιά αυτή να τους πήγαινε καλά, την άλλη χρονιά
φωνάζανε το παιδί αυτό να τους κάνει ποδαρικό. Άμα όμως τους πήγαινε ανάποδα
και τύχαινε να πήγαινε το ίδιο παιδί δεν του άνοιγαν.
Από το πρωί της παραμονής των Φώτων, γύριζε ο παπάς σ' όλα τα σπίτια του
χωριού και φώτιζε για να πάει καλά η χρονιά. Τότε έβγαιναν και τα παιδιά να πούνε
τα κάλαντα:
Σήμερα τα Φώτα και φωτισμοί
και χαρές μεγάλες και αγιασμοί
σήμερα τα άστρα φωτίζονται
κι όλα τα νερά καθαρίζονται
Κάτω στον Ιορδάνη τον Ποταμό
κάθεται η Κυρά μας η Παναγιά
σπάργανα βαστάει, κερί κρατεί
και τον Άι - Γιάννη παρακαλεί
Άι Γιάννη αφέντη και Πρόδρομε
βάφτισε το Γιο μου, μονογενή
Πώς να τον βαφτίσω, Θεού παιδί;
Ν' ανέβουμε πάνω στους ουρανούς
να πάρω λάδι και λίβανο (δις)
για να σωτηριάσουνε τα νερά (δις)
για να πάψουνε τα δαιμονικά
Κάτω στην Άγια Τράπεζα
χρυσή καντήλα φέγγει
χωρίς αλυσίδα κρέμεται
χωρίς αέρα σείεται
Αν βάλεις λάδι και κερί
φέγγει τον κόσμο όλο
αν βάλεις λάδι μοναχό
φέγγει την αφεντιά της
Και μεις πολυχρονούμενοι τον άξιο νοικοκύρη...
Με τα χρόνια, οι τρεις τελευταίες στροφές δε λεγόντουσαν, αλλά είχε μπει μια
καινούρια σαν πέμπτη στροφή που έλεγε:
Σφάξαμε τον πετεινό
βρήκαμε τα φώτα
δώσε θεία το μαξίσ'

να πάμε σ' άλλη πόστα.
Την άλλη των Φώτων πηγαίναμε όλη η οικογένεια στην εκκλησία μετά από τη Θεία
Λειτουργία όλοι οι κάτοικοι του χωριού με τον παπά και τα εξαπτέργια πηγαίναμε
στο ποτάμι να ρίξουν το Σταυρό. Στο ποτάμι μπαίναμε μία παρέα παλικάρια και
όποιος έπιανε το Σταυρό ο παπάς του χάριζε ένα χρυσό σταυρουδάκι, χαιρετούσε
όλη η παρέα το Σταυρό, φώτιζε το πλήθος όλο εκεί και επιστρέφαμε πάλι στην
εκκλησία. Ο παπάς ευλογούσε το πλήθος, αντάλλαζαν ευχές μεταξύ τους και
γύριζε η κάθε οικογένεια στο σπίτι για μεσημεριανό γεύμα.

δ. Απόκριες

Οι Απόκριες ήταν και είναι συνώνυμες με τη χαρά, τη διασκέδαση και τα
μασκαρέματα. Μικροί και μεγάλοι συμμετείχαν και συμμετέχουν ακόμη και στις
μέρες μας, μεταμφιεσμένοι. Κάποιοι ντύνονταν καλόγεροι, καλύπτοντας με
δέρματα και κουδούνια το σώμα τους και με έκαναν όσο το δυνατόν περισσότερο
θόρυβο, καθώς κουνιόντουσαν και χτυπούσαν τα κουδούνια. Άλλοι πάλι ντύνονταν
αρκούδες και άλλοι έκαναν την καμήλα. Την καμήλα την αποτελούσαν τρία άτομα
που ήταν κάτω από ύφασμα και έκαναν το δέρμα του ζώου. Άλλος έκανε τον
καμηλιέρη, αυτόν δηλαδή που κρατούσε το γάιδαρο που ήταν φορτωμένος με
δώρα, αυτόν που κράταγε το καλάθι για τα δώρα και τους συνοδούς της καμήλας.
Αυτές τις μέρες, τα τραγούδια και οι μεταμφιέσεις, ήταν αυστηρώς ακατάλληλα για
ανηλίκους. Το τραγούδι που αναφέρεται στον τρόπο που έτριβαν το πιπέρι και ο
χορός με τα σκήπτρα στο χέρι. Άλλο ένα δρώμενο που γινόταν την περίοδο της
αποκριάς ήταν η μίμηση του οργώματος. Είναι ένα έθιμο που οι ρίζες του χάνονται
στα βάθη των αιώνων. Κατά την αναπαράστασή του, δύο νέοι ντύνονταν γυναίκες
και αφού ζεύονταν το ξύλινο άροτρο, συνοδευόμενοι και από άλλους χωριανούς,
πήγαιναν στα χωράφια. Της ομάδας αυτή προπορευόταν ένας από τους
γεροντότερους της συντροφιάς, κρατώντας το σινιάκο (τον τενεκέ με το σπόρο). Ο
προπορευόμενος έριχνε σπόρο και οι νέοι που ήταν ζεμένοι στο άροτρο όργωναν.
Όταν τελείωνε ο σπόρος, πετούσαν ψηλά το σινιάκο και αν έπεφτε ανάσκελα, αυτό
σήμαινε ότι θα είχαμε καλή σοδειά το καλοκαίρι που ερχόταν, αν όμως έπεφτε
μπρούμυτα, τότε οι οιωνοί ήταν κακοί. Από την Κυριακή των Αποκριών, μέχρι την
Κυριακή της Τυρινής, μασκαράδες επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού μας
αστειευόμενοι με τους νοικοκυραίους.
Τη Καθαρή Δευτέρα, είχαμε την αποκορύφωση της διασκέδασης. Γινόταν μερικοί
καρναβάλια χωρίς να σκεπάζουν τα πρόσωπά τους, αλλά τα μουτζούρωναν με
μαύρη μπογιά από κάρβουνο, ακόμη παίρνανε μουτζούρα από τον πάτο
χωμάτινης κατσαρόλας ή από καζάνι, είχαν και τα χέρια του μουτζουρωμένα και
όποιος πήγαινε κοντά τους αυτοί τους μουτζούρωναν στο πρόσωπο.
Άλλοι πάλι μάζευαν τα αδέσποτα σκυλιά και τις γάτες του χωριού και τα
κρεμούσαν (είχαν ένα σκοινί δεμένο σε δύο μακριά ξύλα, το έστριβαν στη μέση,
περνούσαν τα ζώα στη θηλιά και με το τράβηγμα των ξύλων σε αντίθετη μεταξύ
τους κατεύθυνση, αυτά στροβιλίζονταν και εκτινάσσονταν ψηλά). Έλεγαν ότι το
έκαναν για να φύγουν οι ψύλλοι και τα ζωύφια από τα ζώα πράγμα που σταμάτησε
πριν καλά καλά αρχίσει, από τα πρώτα χρόνια του. Είχαμε και άρματα φτιαγμένα
από εμάς τους ίδιους.

ε. Κινητές εορτές

Πάσχα

Οι πρώτες μέρες της μεγαλοβδομάδας είναι αφιερωμένες στην καθαριότητα και το
βάψιμο του σπιτιού και των αυλόγυρων. Τη Μεγάλη Πέμπτη, οι γυναίκες
φροντίζουν να βάψουν τ' αυγά, που με κόπο είχαν καταφέρει να μαζέψουν, μιας
και όλοι στο σπίτι έτρεφαν και τρέφουν ιδιαίτερη αδυναμία γι' αυτά. Το βράδυ όλη η
οικογένεια παρακολουθούσε την Ακολουθία του Νυμφίου. Όταν έβγαινε ο σταυρός
με το Χριστό άφηναν λουλούδια, στεφάνια, πετσέτες και κάλτσες, αλλά και ότι άλλο
είχαν τάξει ότι θα φέρουν.
Όλο το βράδυ μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή τα ξημερώματα στολίζουμε όλοι μαζί
τον Επιτάφιο και ψάλουμε εγκώμια. Το πρωί γίνεται η αποκαθήλωση και το βράδυ
η περιφορά του επιταφίου σε όλο το χωριό, αλλά και στα νεκροταφεία όπου
διαβάζονται από τον ιερέα τα ονόματα των νεκρών και στη διαδρομή των
ζωντανών του χωριού.
Το Μεγάλο Σάββατο ετοιμάζουν οι νοικοκυρές το τραπέζι του μεσονυχτίου και της
Κυριακής της Ανάστασης. Την Κυριακή όλο το σόι είναι μαζεμένο και γιορτάζει την
Ανάσταση.

ζ. Γιορτές του καλοκαιριού

Οι κάτοικοι του χωριού μας πίστευαν και πιστεύουν ότι ο Αϊ Γιάννης ο Πρόδρομος
φέρνει τύχες, γι' αυτό και την παραμονή της γενεθλίον ημέρας του Αγίου, στις 24
Ιουνίου, οι νέες του χωριού κατέφευγαν στο έθιμο του Κλήδονα, σε μία
προσπάθεια να μάθουν τα μελλούμενα. Την προετοιμασία την αναλάμβαναν δύο
ανύπαντρα κορίτσια, τα οποία την παραμονή έφερναν μέσα σε μία μπακίρα το
αμίλητο νερό, στο οποίο έβαζαν μέσα και βασιλικό. Γέμιζαν σιωπηλά τη μπακίρα,
χωρίς ν' ανταλλάξουν κουβέντα όση ώρα τη γέμιζαν και όση ώρα την
κουβαλούσαν. Τα κορίτσια έριχναν μέσα στη μπακίρα δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και
άλλα αντικείμενα, που είχαν το ρόλο του σημαδιού. Κατόπιν τη σκέπαζαν και την
άφηναν όλη τη νύχτα κάτω από ένα δέντρο. Το πρωί, αφού μαζεύονταν όλα τα
κορίτσια γύρω από τη μπακίρα, έλεγαν το τετράστιχο:
Σήμερα είναι τ' Αϊ Γιαννιού
τ' Αϊ Γιαννιού η χάρις
π' ανοίγουμε τον κλήδονα,
να βγει ο ριζικάρης.
Μετά από κάθε βγάλσιμο ενός αντικειμένου από το νερό, απαγγελόταν από τη
χωροδία ένα στιχάκι (π.χ. Όταν σε πρωταγάπησα, ήταν ο νους μου νέος, και
φύτρωσε με την καρδιά ένας κοντσές ωραίος. Πίστευαν ότι όποιον δουν στον ύπνο
τους εκείνον θα παντρευτούν.
Τα αγόρια εκείνη τη μέρα μάζευαν ξύλα, για να ανάψουν τη φωτιά σε κάθε γειτονιά
του χωριού μας. Εκεί έκαιγαν και τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς και πηδούσαν
πάνω από τη φωτιά για το καλό.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2900
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ
Όνομα
ΓΕΩΡΓΙΑ