Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, ΚΑΛΑΜΩΝΟΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

«Τα ήθη και τα έθιμα γενικά των Ποντίων, όχι μόνο εδώ στον Καλαμώνα, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον· τόσο των μεγάλων γιορτών, όσο και διαφόρων γεγονότων που χαρακτηρίζουν τη ζωή και δίνουν περιεχόμενο στην κοινωνία. Κυριακές και μεγάλες γιορτές, Δωδεκάορτο και Πάσχα δεν γινότανε χωρίς τακτικό εκκλησιασμό, χωρίς επισκέψεις, χωρίς λύρα και χορούς, χωρίς σταύρωμα του τζακιού και άναμμα κεριών για τους πεθαμένους, χωρίς καλαντόνερον και καλαντίαμαν, χωρίς Μέγαν Αγιασμόν και ράντισμαν, χωρίς μωμοέρια και γλέντια.

Η τιμή στους νεκρούς και τα ψυχοσάββατα δεν γινότανε χωρίς μνημόσυνα και «ψαλμόν», χωρίς σαρανταλείτουργο και κόλλυβα, χωρίς τρισάγιο και κολόθια  (ψωμάκια).

Λαμπρή χωρίς ασπασμούς και τσουγκρίσματα, χωρίς λαμπάδες και πιστολιές, χωρίς σβήσιμο της αναμμένης λαμπάδας σε αλάτι, νερό, αλεύρι και μέλι, χωρίς φούστρου και ‘ξύγαλαν, χωρίς χορούς, φαγοπότια και επισκέψεις, χωρίς συγχωρέματα, δεν ήταν Λαμπρή.

Η χαρά των Χριστουγέννων και του Πάσχα ήταν κουτσουρεμένη για εκείνον που δεν νήστευε και δεν κοινωνούσε. Εκείνοι που δεν συγχωρούσαν και δεν αγαπιόντουσαν με τους συγχωριανούς τους, θεωρούνταν «αποδιοπομπαίοι», ανάξια μέλη Χριστιανικής κοινωνίας. Θεωρούνταν ασυγχώρητοι σύμφωνα με το λόγο του Θεού: «Εάν μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών.»

«Θεία Ευσεβεία, ετών 66»

«Κατά την ημέρα του Αγίου Πνεύματος όλες οι οικογένειες, πλούσιες ή φτωχές, αναλόγως, έφτιαχναν διάφορα φαγητά όπως φούστορον (ομελέτα), σουτλάσ’ (ρυζόγαλο), ιβριστόν (χειροποίητο μακαρόνι), πισία (πίτες), βραστά ωβά (βραστά αυγά), τσιριχτά (λαλαγγίτες), ξύγαλαν (γιαούρτι) και ένα από τα φαγητά που αγαπούσε ιδιαίτερα ο μακαρίτης ή η μακαρίτισσα και σε αρκετή ποσότητα, τα οποία έβαζαν σε σιρποσλούγια (χάλκινα - σκεπασμένα πιάτα), όλα μαζί τοποθετημένα στο σινί (δίσκος χάλκινος). Τα πήγαιναν όλα αυτά, λοιπόν, στον οικογενειακό τάφο.

Μετά την απόλυση της εκκλησίας ο παπάς, ντυμένος όλη την ιερατική στολή, έβγαινε στην αυλή του Ιερού Ναού όπου ήταν το νεκροταφείο και έψελνε το τρισάγιο πάνω σε κάθε τάφο όπου βρισκόταν το σίνι. Μετά το τρισάγιο παρακαλούσαν τον παπά να καθίσει να φάει με τους συγγενείς, αλλά αυτός τους ευχαριστούσε και δεν δεχόταν να κάτσει, γιατί περίμεναν κι άλλοι συγγενείς για τρισάγιο. Γι’ αυτό, αφού έπαιρνε τα χρήματα που ήταν πάνω στο τραπέζι, συνήθως μια ή δυο δεκάρες και πολύ σπάνια ένα γρόσι, κανένα φούστορον (ομελέτα) και βρασμένα αυγά, πήγαινε σε άλλο τάφο μέχρι να τελειώσει όλους τους τάφους. Μετά το τρισάγιο οι συγγενείς καθόντουσαν γύρω από το τραπέζι που ήταν τοποθετημένο στον τάφο του νεκρού και έτρωγαν συζητώντας για τις αρετές του νεκρού ή για διάφορα περιστατικά της ζωής του.  Αν ερχόντουσαν ξένοι από τα διπλανά χωριά, προσπαθούσαν ποιος θα τους πρωτοπάρει στο τραπέζι του. Τα τραπέζια δεν είχαν καμία σχέση με τα κόλλυβα του Ψυχοσάββατο. Γιατί κατά το Ψυχοσάββατο για τους νεκρούς έψηναν κόλλυβα και φετίραι (πίτες) τα οποία μετά το τέλος του τρισάγιου, μοίραζαν σε μικρούς και μεγάλους, ενώ τη μέρα του Αγίου Πνεύματος δεν μοίραζαν τέτοια εκτός από τα φαγητά που σου είπα πριν, βέβαια. Με λίγα λόγια η μέρα του Αγίου Πνεύματος ήταν μέρα χαράς και όχι λύπης.’

«Θεία Παρθένα, ετών 75»

«Εμείς από τότε που ζούσαμε στον Πόντο και μετά που ήρθαμε εδώ κρατήσαμε το έθιμο της νηστείας γενικώς, αλλά και το έθιμο της νηστείας των Θεοφανείων.

Εδώ στο χωριό, στον Καλαμώνα και στα γύρω χωριά, βέβαια, την μέρα της παραμονής σχεδόν σε όλα τα σπίτια έτρωγαν νερόβραστα φαγητά. Έτρωγαν για παράδειγμα καρτόφαι (πατάτες), φασόλια, φακές, (μαρτσιμιάκαι), πατίτσαι (ξεραμένα φασολάκια), χόρτα, μαυρολάχανα και διάφορα στύπα (τουρσιά). Υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι που δεν έτρωγαν τίποτα όλη τη μέρα. Αν τύχαινε να φάει κάποιος σε μέρες νηστείας έλεγαν : «εμαντσίρτσεν ο  αθεόφοβον!!!»

Το ότι παίρναμε αγιασμό και τον διατηρούσαμε όλο το χρόνο και που ακόμη και σήμερα το κάνουμε φυσικά είναι ένα πανορθόδοξο έθιμο. Γι’ αυτό είναι σίγουρο ότι κάθε ποντιακή οικογένεια έχει στο σπίτι της αγιασμό.  Δηλαδή δεν είναι δυνατό να βρει κανείς ποντιακή οικογένεια που να μην πάρει αγιασμό την παραμονή ή την μέρα των Θεοφανείων.  Και στον Πόντο και εδώ φυσικά, άλλοι με μαστραπάδες, άλλοι με κουκουμόπα (είδος χάλκινης κανάτας),  άλλοι με κανατόπια, άλλοι με ποτήρια, άλλοι με μπουκαλάκια έτρεχαν και τρέχουν στην εκκλησία από τα χαράματα κιόλας για να πάρουν αγιασμό για ώρα ανάγκης. Το λέω αυτό γιατί σε μία ώρα ανάγκης, ο αγιασμός χρησιμοποιείται ως φαρμακόλυτρο γιατί ο λαός μας πιστεύει στην ιαματική και αγιαστική δύναμη του αγιασμού. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται σε ομματόπονον, σε αχπάραγμαν (τρόμαγμα), μαϊσσομέντζ (που βλάφτηκαν από μάγισσες), σε λεχώνες, σε αρρώστους, στους ετοιμοθάνατους αντί να λάβουν τη Θεία Κοινωνία.

Τον αγιασμό που τον κρατάμε για μια ώρα ανάγκης, τον φυλάμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας και σ’ όσους δεν δίνουν σημασία στο έθιμο αυτό, πολύ απλά τους κάνουμε την ερώτηση : «Πώς είναι δυνατόν τότε το νερό αυτό να διατηρείται όλο το χρόνο και να μην παθαίνει, στην κυριολεξία, τίποτα;» 

Επίσης την παραμονή ή ανήμερα των Θεοφανείων ράντιζαν σ’ όλο το χωριό τα χωράφια, τους κήπους, τα λιβάδια, τις μάντρες, τις αχερώνες, τα ζώα, τα σπίτια, τα εργαλεία και τα τρόφιμα.

Με τον αγιασμό των υδάτων και το ράντισμα, φεύγουν τα κακά πνεύματα. Έτσι μου έλεγε η γιαγιά μου και η μαμά μου.  Και εδώ στον Καλαμώνα, όπως και στον Πόντο, μετά την ακολουθία του αγιασμού της παραμονής και την απόλυση, ο παπάς βιαστικά - βιαστικά έβγαινε στα σπίτια και στα μαγαζιά της ενορίας του για να φωτίσει. Φορούσε ένα πετραχήλι, έπαιρνε μαζί του ένα σταυρό, την αγιαστούρα και το βοηθό του, που κρατούσε το παρχάτσ με τον αγιασμό. Στο χάλκινο εκείνο μικρό σκεύος με τον αγιασμό (σο παρχάτσ απές) έριχναν μερικά χρήματα οι χριστιανοί.

Όταν φώτιζε και γενικά μέχρι σήμερα που φωτίζει τα σπίτια, τους ανθρώπους ψάλλει  : «Εν Ιορδάνη…»  ή  «Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη…»

Κάτι που ξέχασα να πω είναι ότι κάθε φορά που είναι η γιορτή των Θεοφανίων είναι απαραίτητη η κατάδυση του Σταυρού. Εδώ στον Καλαμώνα επειδή πολύ παλιά είχε πολλούς βάλτους, τους καθάριζαν και έριχναν εκεί το Σταυρό. Σήμερα δεν συνηθίζεται αυτό.  Σήμερα την κατάδυση του Σταυρού την κάνουν στην εκκλησία, μέσα σε ένα μεγάλο δοχείο, όπου εκεί μέσα γίνεται ο αγιασμός.»

«Θεία Ευσεβεία, ετών 66»


 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2044
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Μακρίδου
Όνομα
Ευσεβεία