Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Δ. ΞΑΝΘΗΣ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ

ΞΑΝΘΗ και ΧΡΥΣΑ

 

Πνευματικός Βίος.

Θρησκεία – Δοξασία. 


Στο Κουρμπάν Μπαϊράμ ο καλός νοικοκύρης αγοράζει από την παραμονή το αρνί και το βάζει με κινά σε τρία σημεία στην πλάτη. Κάποτε το Μωάμεθ τον κυνηγούσαν οι εχθροί του και κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δένδρου. Μια πέρδικα με κόκκινα πόδια πήγε κοντά και φωνάζει: «πιτς κιντή – πιτς κιντή». Έτσι τον έπιασαν οι εχθροί του. Ο Μωάμεθ καταράστηκε την πέρδικα. Έτσι οι γυναίκες πομάκες βάφουν τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών με το κινά. Την Παρασκευή οι Πομάκοι την έχουν όπως εμείς την Κυριακή. Καλύτερα έχουν την Παρασκευή να κυνηγήσουν και να σκοτώσουν πέρδικα παρά να πάνε στο τζαμί για το χοιρινό.

(Χρύσα, Κιραλή Χασάν)

Κουρμπάν Μπαϊράμ.
Σε τι δεν συμφωνούμε με τους Τούρκους; Αυτό το μπαϊράμι που έχουμε σήμερα – τελείωσε παράλληλα – είναι σεκέρ μπαϊράμι. Τι κάνουμε; Ο μπαμπάς μου είναι εδώ δίπλα, είμαστε έξι αδέρφια. Τώρα ο μπαμπάς μου σ΄ αυτό το μπαϊράμι θα πάει να πάρει κρέατα, γλυκά, το ένα, το άλλο, θα μας κάνει τραπέζι, θα μας μαζέψει όλους, νύφες, παιδιά, ξέρω ‘γω. Στο δεύτερο μπαϊράμι μετά από δυόμισι μήνες, το Κουρμπάν Μπαϊράμ θα πάω να πάρω ένα αρνί καλό. Λέει η θρησκεία πρέπει να μην είναι κάτω από δεκαπέντε κιλά κρέας, δε θα είναι, αν είναι το ένα κέρατο σπασμένο ή κομμένο αυτί ή μάτι, σωστό για κουρμπάνι. Θα πάμε στο τζαμί την πρώτη ημέρα, θα βγούμε από το τζαμί θα ΄ρθούμε στο σπίτι, θα σφάξουμε το αρνί. Αφού το πάρουμε το αρνί καθαρά, ωραία θα καθίσω να το κομματιάσω. Έρχεται η γυναίκα, τώρα συνήθως η γυναίκα ξέρει καλύτερα τη γειτονιά. Πάτα – κιούτα, πάτα – κιούτα. Εμείς στο χωριό μας εδώ πέρα είναι τριακόσιες οικογένειες. Είναι κάτι χήρες, είναι κάτι φτωχοί δεν μπορώ να πάω. Μου λέει αυτή τι κάνει μία οικογένεια και κόβω εγώ τις μερίδες, θα βάλω σ΄ ένα ταψί, πάει η γυναίκα ή κανένα παιδί, τα μοιράζουμε. Εμένα το αρνί δεν πάει να είναι πενήντα κιλά, επιτρέπει να αφήσω δυόμισι με τρία κιλά όσο να φάει η οικογένεια, το υπόλοιπο πρέπει να το μοιράσω. Μετά, μ΄ εκείνη τη μέρα με το κουρμπάνι που το κόβουμε, το σφάζουμε και κάνουμε, απαγορεύεται μ΄ εκείνο το κρέας να βάλω πάνω στο τραπέζι, να πίνω και ούζο. Τώρα θέλεις να σφάξω το αρνί, να το μοιράσω. Η θρησκεία λέει δεν θα αφήσεις, αν το μισό το μοιράσω και το μισό το κρατήσω για να το φάω, δεν έχω κάνει τίποτα. Θα αφήσω τρία κιλά, ώστε να φάνε τα παιδιά. Τώρα θέλω περισσότερο, θα πάω να αγοράσω άλλο. Τώρα εγώ τι κάνω συνήθως; Παίρνω ένα αρνί, το σφάζω, το μοιράζω. Παίρνω και ένα μικρούτσικο και λέω τα παιδιά: «Τώρα αυτό θα το σφάξω, κάντε το ψητό, βάλτε το στο φούρνο να φάμε όλοι». Πάει η γυναίκα το βράδυ, πιάνει το αρνί και παίρνει κνά που λέμε και βάζει στις κλειδώσεις του σώματος. Την άλλη μέρα μετά που θα σφάξουμε το αρνί, δεν πάμε στο μαντρί να στείλω το γιο μου να αρπάξει έτσι με νεύρα και να το φέρει, να το ξαπλώσει και να το σφάξει. Θα πάει με το μαλακό διαβάζοντας, το αρνί σιγά – σιγά με το μαλακό θα το φέρουμε. Η γυναίκα θα του δώσει λίγο νεράκι να πιει πριν το ξαπλώσει να το σφάξει. Θα του δώσει λίγο νεράκι με το μαλακό, θα το ξαπλώσω διαβάζοντας, θα το σφάξει, θα το  κρατήσει, τα μάτια θα το σκεπάσει με ένα ειδικό μαντήλι – καινούργιο θα ‘ναι – εκείνο το μαντήλι μετά θάβεται μέσα στη λάκκα και το αίμα που αν το σφάξουμε, δεν το αφήνουμε να το τρώνε τα σκυλιά, να το πατάνε, σκάβουμε μια λάκκα, το αίμα εκεί μέσα και το μαντήλι μετά μέσα, το θάβουμε. Ποια είναι η διαφορά μας; Τώρα οι εντόπιοι θα πάνε να πάρουν ένα μεγάλο αρνί, θα το σφάξει και θα το κάνω σούβλα. Εμείς δεν τα κάνουμε σούβλα. Θα μαζευτούν παρέα, θα δουλέψει τα καπνά σε αποθήκες μεγάλες, θα ανάψουν φωτιά μέσα, ο γείτονας, θα μαζευτούν τρία – τέσσερα άτομα, λες και κάνουν παράδειγμα πρωτομαγιά.  Θα τα βάλουν στη φωτιά, θα πάνε το ούζο όλη την ημέρα. Μετά το κάνει το ψητό, άμα είσαι γείτονας εδώ δίπλα θα σε μία μερίδα, όχι δηλαδή ότι πρέπει, μετά το τρώνε μόνοι τους. Δηλαδή: «Σιγά μωρέ τώρα θα κάνω μπαϊράμι και δεν θα πιω ούζο;». Το κοράνιό μας είναι ένα. Τα ίδια πράγματα λέει και γι’ αυτούς και για μας.

(Χρύσα, Κιραλή Χασάν)

Κουρμπάν Μπαϊράμ.
Το ακιμ μπαϊράμι ας πούμε δεν πάμε, πάμε και σφάζουμε εμείς αρνιά. Κάνουμε κάποιες θυσίες. Από το αρνί τρώμε, αλλά το μοιράζουμε το πιο πολύ και ό,τι μείνει μετά παίρνουμε άλλο. Διαρκεί τέσσερις μέρες. Μάλλον εμείς τέτοιο καιρό, επειδή σφάζουμε ας πούμε σφάγια, τα μικρά τα πουλούσαμε ας πούμε και τέτοιο καιρό πηγαίναμε και κάναμε σούβλα. Ο θείος μου ας πούμε είχε μαντρί, είχε πρόβατα πολλά και μας μάζευε όλους, τα αδέρφια του ας πούμε και πηγαίναμε και έσφαζε ένα, δύο, τρία και τα γυρνούσαμε όλοι μαζί. Την ώρα που τυλίγαμε σε αυτό, κάτι χόρτα είχε, το χόρτο βάζανε, φύλλα από τα δέντρα εκεί που βάζανε το ψητό, κατεβαίναμε στο χωριό, για να το φάμε ζεστό, να μυρίζει.

(Κεχαγιά Αλή Χουσείν)

Σεκέρ Μπαϊράμ.
Το σεκέρ μπαϊράμι διαρκεί τρεις ημέρες. Εκεί μόνο γλυκά έχει. Έτσι πάει ο ένας στον άλλο. Καλά είναι, το μπαϊράμι γίνεται ας πούμε να πάει ο ένας στον άλλο. Το μεγάλο να συναντήσω, αν είναι σε κάποιο συγγενή να πάμε ας πούμε, να ‘ρθούνε ας πούμε. Είναι αυτό πιο πολύ γίνεται. Εμείς, κάνουν πολλοί συγγενείς, δηλαδή δεν μπορείς να πας στον καθένα. Όπου μπορείς πας, όμως ανάλογα με τη δουλειά τι θα έχεις, πώς θα είσαι, πόσο προλαβαίνεις. Πάντα γίνεται ας πούμε τραπέζι. Εμείς θυμάμαι που πηγαίναμε στο χωριό, ήταν πάντα πιο μεγάλος ο αδερφός που να καλέσει τραπέζι, ο θείος μου μας έκανε κάθε παρέα να μας φέρνει το πρωί, γιατί το πρωί μετά πηγαίναμε, όταν δεν είχαμε κουρμπάνι, πηγαίναμε στο βουνό, όταν ήταν κουρμπάνι, πηγαίναμε την άλλη μέρα και μας περίμεναν και μας είχαν τραπέζι. Πάει, έσφαζε ένα κατσικάκι ας πούμε εκεί πέρα, μας έκανε τραπέζι, μαζευόμασταν όλοι και εμείς και οι άλλοι ας πούμε συγγενείς, τα παιδιά. Μετά από κει πέρα ο καθένας όπου ήθελε πήγαινε. Τώρα όμως εδώ και δύο χρόνια ήταν ο πατέρας μου σ΄ εμάς, εμείς δεν πηγαίναμε στο χωριό, εδώ παίρναμε τη γιαγιά μου. Τώρα που γίνανε έτσι, χαμός γίνεται. Τώρα είμαστε σε ένα σπίτι, η μάνα μου καθόταν σ’ άλλο σπίτι, τώρα μένουμε σ’ ένα σπίτι. Στο κάτω μένει ο πατέρας μου, η μάνα μου, στη μέση εμείς και πάνω κάθομαι εγώ. Τα παιδιά όλο στη μάνα μου είναι.

(Κεχαγιά Αλή Χουσείν)

Ραμαζάν Μπαϊράμ.
Στο ραμαζάνι είναι τριάντα ημέρες που κρατάς νηστεία. Εδώ και τρία χρόνια κρατάω ολόκληρο. Νιώθω ωραία, δεν είναι κανένα πρόβλημα, το πρόβλημα είναι ψυχολογικό. Πράγματι και μόνο να πεις ότι ας πούμε αντέχω και αφού πιστεύεις σε κάθε θρησκεία, καλά είναι να το ξεπεράσεις αυτό και σαράντα ημέρες να είναι, δεν είναι τίποτα. Το μόνο που είναι δύσκολο είναι ότι ξυπνάς το πρωί κατά τις πέντε η ώρα. Τρως, όταν τρως το απόγευμα κατά τις επτά η ώρα, τον Αύγουστο η μέρα είναι μικρή, παίζει και αυτό ρόλο, γιατί το καλοκαίρι όμως που είναι μεγάλη μέρα νηστεύεις δεκαεπτά – δεκαοχτώ ώρες, τώρα νηστεύεις δώδεκα ώρες, δεκατρείς ώρες. Τίποτα – τίποτα ούτε τσιγάρο ούτε νερό τίποτα δεν βάζεις στο στόμα σου. Εγώ από την αρχή κρατούσα λίγο – λίγο, τώρα το κρατάω όλο, δεν έχω πρόβλημα. Είναι αργία κανονικά. Είναι αργία όσο διαρκεί το μπαϊράμι. Τρεις μέρες που είναι κάνεις σαν αργία, για να μπορείς να πας στους συγγενείς. Δε δουλεύεις, κάνεις σαν άδεια όσο διαρκεί, μετά δουλεύεις κανονικά. Άλλος δουλεύει και την άλλη μέρα. Είναι ανάλογο με τη δουλειά.

(Κεχαγιά Αλή Χουσείν)

Θρησκεία:

Καθήκοντα – Αντιλήψεις. 
Εμάς η θρησκεία είναι να κάνεις κάθε μέρα, πέντε φορές θα κάνεις την εβδομάδα, δηλαδή τι να σου πω τώρα, να είσαι καθαρός, να πας, να γυρίσεις στη γυναίκα σου, να κάνεις πέντε - δέκα λεπτά, λες κάτι από το κοράνιο εκεί πέρα. Αλλά εγώ δεν το κάνω, γιατί δεν ευκαιρώ με τη δουλειά, δηλαδή είναι λίγο δύσκολο, δεν είναι και εύκολο, πρέπει να βρίσκεις και ώρα ας πούμε, γιατί μία γίνεται έξι η ώρα το πρωί, μία μια – μιάμιση ώρα, μία γίνεται στις πέντε, μία στις επτά και μία γίνεται έντεκα. Έντεκα η ώρα δεν θα κοιμηθείς, πρέπει να κάνεις και μετά να κοιμηθείς. Πάντα πριν κάνουμε προσευχή, πλενόμαστε, πλένουμε τα χέρια μας, τα πόδια μας, το πρόσωπο, τα αυτιά καθαρίζουμε ας πούμε. Δεν κάνεις δηλαδή έτσι όπως δούλευες τακ να γυρίσεις και να κάνεις… πλένεσαι πάντα και μετά εμείς έχουμε άλλα έθιμα, πάμε στο καμπινέ, πλενόμαστε και αυτό ας πούμε… σκουπιζόμαστε με χαρτί αλλά και με οινόπνευμα πλυνόμαστε, άμα δεν είναι καθαροί ας πούμε. Αυτά είναι για όλους και είναι και καλό. Για μας δεν είναι αργία η Παρασκευή, απλώς η Παρασκευή είναι μια μέρα που πρέπει οι άνδρες – όχι οι γυναίκες που πρέπει να χωθούνε στο τζαμί. Είναι σαν υποχρεωτικό δηλαδή. Η δικιά μας θρησκεία έχει μερικά, αυτά που είναι που δεν είναι υποχρεωτικό να το κάνεις, αλλά καλό είναι. Όμως η Παρασκευή καλά είναι τουλάχιστον μία φορά να πας, μία να φύγεις, μία να πας να μην αφήνεις πέντε ή έξι ας πούμε. Αλλά εγώ δεν μπορώ, τώρα δουλεύω πρωί. Θέλω να το κάνω, αλλά δεν μπορώ. Προσπαθώ όσο μπορώ, αλλά γίνεται όταν ξυπνάς από το πρωί. Έχεις τόσο πολλή δουλειά, που πρέπει εγώ τώρα ας πούμε και δω να είμαι, πρέπει εγώ την Παρασκευή να μη δουλεύω καθόλου, για να το κάνω αυτό. Πρέπει αν είναι να πάω μιάμιση η ώρα στο τζαμί – είναι μισή ώρα, δεν είναι πολύ αυτό – πρέπει να πάω σπίτι να αλλάξω, δεν πάω με τα ρούχα της δουλειάς, γιατί μοιράζουνε υγεία και πράματα, όλοι μας πρέπει να χωρέσουμε, να πλυθώ, να ντυθώ, καθαρός να πάω, να πάω εκεί πέρα να κάτσω μισή ώρα και μετά να ξαναπάω στη δουλειά, μιάμιση να πας δύο σχολνάς. Δύο θα φύγεις από τη δουλειά, δεν μπορείς να κάνεις δουλειά, οπότε ή πας ή δεν πας καθόλου.
Οι γυναίκες δεν παίρνουν το βάσανο, συνήθως οι δικές μας γυναίκες χίλιες δουλεύουνε κυρίως στο σπίτι, μπορεί να το κάνει η γυναίκα, είναι πολύ εύκολο. Δεν πάει στο τζαμί. Μόνο στο ραμαζάνι πάει. Στο ραμαζάνι, στην τελευταία προσευχή της ημέρας που γίνεται έντεκα η ώρα, πάνε γυναίκες και αυτό δεν είναι υποχρεωτικό. Την ίδια ώρα πάνε με τους άνδρες, απλώς δεν είναι στο ίδιο μέρος. Είναι ας πούμε δε βλέπονται οι γυναίκες από τους άνδρες, αυτοί πάνε δίπλα ας πούμε σε κάποιο άλλο δωμάτιο και οι γυναίκες σ΄ άλλο δωμάτιο ή συνήθως στο τζαμί έχει πατάρι ας πούμε – στο πατάρι πάνε γυναίκες, κάτω πάνε οι άνδρες – γιατί πάνε πιο πολλοί άνδρες, κάθονται οι άνδρες.
Αυτό είναι ούτε σίγουρο είναι, αλλά αυτό κάποιος μας το έχει περάσει έτσι, απλώς – κοίταξε να δεις – κάθε ένας όπως το θέλει το λέει ας πούμε, εσύ μπορείς να πεις ότι έτσι είναι, άλλος τώρα σου λέει για  να πει ότι το σταυρώνουν το ψωμί, άρα έχουν κάποια σχέση με το χριστιανισμό ας πούμε και δεν είναι… και τα έχουν εξισλαμιστεί που λένε έτσι, το έχουν περάσει αυτό, δεν το σταυρώνουνε.

(Κεχαγιά Αλή Χουσείν)

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Ετήσιος εορτολογικός κύκλος

Αρ. χειρογράφου
43
Έτος καταγραφής
1995-96
Επώνυμο
Ζωγραφόπουλος
Όνομα
Κωνσταντίνος