Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΙΣ
Β. ΈΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΎ ΕΟΡΤΟΛΟΓΊΟΥ
β. το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 5 Ιανουαρίου)
Από την ημέρα των Χριστουγέννων μέχρι τα Φώτα, οι μέρες ονομάζονταν «Άρτζι-βούρτσι». Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, επικράτησε και στα Σούρμεια η κοινή ονομασία «Καλαντόφωτα».
Τις μέρες αυτές δεν γινόταν γάμος. Ακόμη δεν κάνανε δουλειές τη νύχτα και απέφευγαν να βγαίνουν έξω από το σπίτι. «Τη νύχτα οξούκα’ κ’ εβγαίναμε. Δωδεκαήμερο ως να περάν, κανείς κ’ βγαίναμε έξω, φοβούμασταν και την ημέρα μαζευκούμασταν εποίηαμε τα δουλείας ότι εποίηαμε και μαζευκούμασταν, άλλο τη νύχτα κανείς κ’ έβγαινε. Φοβούμασταν.»
Στα Σούρμεια τους καλικάντζαρους τους αποκαλούσαμε «κοντζολόζ’» και «αγροπαπάδες». Φοβερίζαμε τα παιδιά με τη φράση: «Μ’ εβγαίνητε οξιουκά’ να παίρει σας ο αγρόπαπας.»
Αυτά ήταν τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνεια. Τα Θεοφάνεια ο αγιασμός όλους τους εξαφανίζει. Εμείς έξω δεν βγαίναμε, νερό δεν χύναμε τα βράδια. Αυτοί τα Χριστούγεννα εμφανίζονταν. Από την παραμονή ως τα Φώτα. Φοβόμουν.
ΚΑΛΑΝΤΑ
Τα κάλαντα ξεκινούσαν να τα ψέλνουν το βράδυ της παραμονής. Βέβαια, δεν κάναμε εξαίρεση και στα σπίτια των κλωστών. Και στα παιδιά δίνανε : «τσίρα, λεφτοκάρα, μήλα, χουρμάδες, κολοκύθα, φελία, παράδες δεν είχαμε. Ο πατέρα μ’ έδιν’ νε παράδες. Έβαλ’ νεν ατ’ς κι απέσ’».
ΣΤΑΥΡΩΜΑ ΦΩΤΙΑΣ
Σταύρωναν με κλωναράκια καρύδας. Ο νοικοκύρης έριχνε σταυροειδώς κρασί στο τζάκι. «Τα παιδιά έριχναν σαλιωμένα κομμένα φύλλα ελιάς και έλεγαν : Φυσ’φυτήρα κι έλα έξω».
Βάζαμε κάτι στο νου μας. Αν η φωτιά πετούσε προς τα έξω το φύλλο ήταν καλό σημάδι, αν το κρατούσε και καιγόταν ήταν κακό σημάδι, δεν θα πραγματοποιόταν η επιθυμία.
Μετά το σταύρωμα της φωτιάς στρώναμε το τραπέζι με νόστιμα φαγητά και με πολλά φρούτα. Υπήρχε επίσης έθιμο να βράζουμε καλαμπόκι. Ακόμη βράζαμε μελοκολόκυθα που ήταν πολύ νόστιμα και τρώγονταν μαζί με πετιμέζι.
ΚΌΨΙΜΟ ΒΑΣΙΛΌΠΙΤΑΣ
Με την είσοδο του νέου χρόνου κόβαμε τη βασιλόπιτα μέσα στην οποία κρυβόταν πάντα ένα νόμισμα για τον τυχερό. Το πρώτο κομμάτι προοριζόταν για την εικόνα (και το βάζαμε στο εικονοστάσι) και κατόπιν τα υπόλοιπα κομμάτια για τα μέλη της οικογένειας κατά ιεραρχική τάξη.
Στη βασιλόπιτα ο πατέρας μου δεν έβαζε λίρα, αλλά γρόσια. Ο πατέρας μου έκοβε την πίτα. Σταύρωνε με το μαχαίρι και έλεγε την ευχή, έκοβε και ο καθένας έπαιρνε το κομμάτι του. Φυσικά παίζαμε και τυχερά παιχνίδια.
ΠΟΔΑΡΙΚΌ
Προσέχαμε πολύ το ποδαρικό. Σκοπίμως, ένα μέλος κάθε οικογένειας, πήγαινε από την παραμονή το βράδυ και κοιμόταν σε συγγενικό σπίτι, κατά προτίμηση στου παππού ή του θείου, συνήθως μικρό, αναμάρτητο, όπως λέγαμε.
Όταν ξημέρωνε, πριν βγει ακόμη ο ήλιος, το παιδί με τη συνοδεία κάποιου συγγενικού του προσώπου πήγαινε στο σπίτι του για ποδαρικό. Οι δικοί του, του άνοιγαν την πόρτα και του έδιναν σπόρους καλαμποκιού στο δεξί χέρι. Το παιδί έβαζε το δεξί του πόδι, διάβαινε το κατώφλι του σπιτιού, πετούσε τους σπόρους και καλαντούσε. Αμέσως φιλοδωρούνταν με χρήματα και φρούτα. Αν η χρονιά πήγαινε καλά, συνέχιζε το ποδαρικό ο ίδιος και τον άλλο χρόνο.
Ακόμη βγάζαμε το χτήνον (την αγελάδα) και το βάζαμε στο κατώι να κάνει ποδαρικό.
γ. Γιορτές Φεβρουαρίου
15 Φεβρουαρίου (Αγίου Βλασίου)
Θεωρούσαμε ότι ήταν ανάποδη μέρα. Δεν δουλεύαμε. Φοβόμασταν. Αν ράβεις, θα κοπείς. Αν η αγελάδα σου είναι γκαστρωμένη και δούλεψες εκείνη την μέρα, το μοσχαράκι θα ψοφήσει. Ούτε ψωμί ζυμώναμε, ούτε σκουπίζαμε.
ε. Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα
Είναι περίοδος νηστείας. Ο εκκλησιασμός, η παρακολούθηση και η προμήθεια του Μεγάλου Αγιασμού προϋποθέτουν ανάλογη ψυχική και σωματική προετοιμασία. Έτσι και η νηστεία εκείνη είναι απαραίτητη.
Η προμήθεια αγιασμού και η διατήρησή του όλο το χρόνο είναι πανορθόδοξο έθιμο. Έτσι άλλοι με μαστραπάδες, άλλοι με κουκουλότα, άλλοι με μπουκαλάκια έτρεχαν στην εκκλησία από τα χαράματα για να πάρουν αγιασμό για μία ώρα ανάγκης. Χρησιμοποιείται σε ομματόπονο, αχπάραγμα σε λεχώνες, σε αρρώστους, αλλά και στους ετοιμοθάνατους αντί Θείας Κοινωνίας.
Μετά την ακολουθία του Αγιασμού της παραμονής και την απόλυση, βιαστικά-βιαστικά ο παπάς έβγαινε στα σπίτια και στα μαγαζιά της ενορίας του για να φωτίσει. Φορούσε ένα πετραχήλι, έπαιρνε μαζί του ένα σταυρό, την αγιαστούρα και τον βοηθό του, που κρατούσε το παρχάτσ’ με τον αγιασμό. Στο χάλκινο σκεύος με τον αγιασμό έριχναν τον οβολό τους οι χριστιανοί σε κέρματα.
Το βράδυ της παραμονής των Φώτων έβαζαν στο τζάκι ένα χοντρό κούτσουρο, το σταύρωναν με κλαδιά ροδάφικου και έριχναν στη φωτιά του τζακιού κρασί σταυροειδώς. Έτσι πίστευαν ότι εξασφαλίζεται υγεία και ευτυχία και εξουδετερώνονται τα κακά πνεύματα που κατά τη λαϊκή φαντασία έμπαιναν στα σπίτια από την καπνοδόχο.
Επίσης υπήρχε το έθιμο να περιφέρουν το Σταυρό σε ενορίες και εκτός της δικής τους.
Πάσχα
Σάββατο Λαζάρου
Το Σάββατο του Λαζάρου επισκέπτονταν τα σπίτια ψάλλοντας το τροπάριο «Την κοινήν Ανάσταση» ‘εβαϊζαν όπως λέγαμε. Έπαιρναν ως φιλοδώρημα κέρματα και αυγά που τα έβαζαν σε ένα καλάθι λέγοντας : «Θεία, Θεία δώσε στο Λάζαρο αυγά και στο Χριστό θυμίαμα». Τα παλαιότερα χρόνια σε κάθε σπίτι έκαναν και πέντε πίτες.
Κυριακή Βαΐων
Μόνο τ’ αγουροπαίδα εβγαίνανε και εγύριζαν κ’εψάλνανε. Τα κορίτσια δεν επιτρεπότανε. Εψένανε τα κολογύθα τα καστανίτσας. Επήγαιναν δύο τρία αγούρα να ψάλλουνε. Επήγαν σ’ ένα γραία, κακέσα γραία έσονε, αφορισμέν’ σα. Επήγαν εκεί να ψάλλουνε, ατέ πα’ είχε ένα κολογκύθ’ άγλυκο, άνοστο! Έβρασεν α’ κ’ εδώκεν τα μωρά από ‘κείνο, από ΄να φελί, δώδεκα μωρά έσανε. Εκείνα τα μωρά τρώγουνε, τέρουν, άγλυκα, έκλωσταν και περπάτ’ την πόρταν. Φώναζ’ σ’ κούτε, πάει, λέει του παππού μ’.
Μεγάλη Πέμπτη
(Βάψιμο αυγών – παράδοση)
Μεγάλη Πέφτ’ λέγαμε τη μέρα εκείνη. Από νωρίς το πρωί νηστικοί να μεταλάβουμε. Όταν γυρίσαμε σπίτι, μετά την απόλυση της εκκλησίας, βάφαμε τα αυγά.
Για το βάψιμο των αυγών χρησιμοποιούσαμε κρεμμυδόφυλλα. Μερικά αυγά τα βάφαμε με μελάνι μωβ και πηγαίναν στο νεκροταφείο την Κυριακή του Θωμά. Για το έθιμο της βαφής των αυγών διασώθηκε η παρακάτω παράδοση : Ήταν μία Εβραιοπούλα που είχε στην ποδιά της αυγά. Καθώς πήγαινε να τα πουλήσει στο παζάρι συναντάει στο δρόμο μιαν άλλη Εβραιοπούλα. Της λέει αυτή : «Ανέστη ο Χριστός» «Δεν το πιστεύω», της απαντά. «Τότε μόνο θα πιστέψω αν κοκκινίσουν τα αυγά» κι έτσι πείστηκε. Από εκεί βάφουν κόκκινα τα αυγά.
Κερκέλλα - Τσουρέκια
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης φτιάχναμε και τα Κέρκελλα (ζυμωτά με αυγά και μαγιά). Δίναμε σε αυτά σχήμα πλεξούδας και γύρω-γύρω κάναμε από το ίδιο ζυμάρι αλυσίδα. Βάζαμε και από πάνω έξι – εφτά αυγά για στολίδι. Ακόμη ετοιμάζαμε τα τσουρέκια με τα ίδια υλικά. Του νιόγαμπρου το τσουρέκι συνοδευόταν από σαράντα αυγά, ενώ της νύφης από είκοσι αυγά. Υπήρχε το έθιμο να μοιράζεται ο γαμπρός το τσουρέκι του με τους φίλους του, ως μεζέ ούζου. Έθιμο ήταν να δώσει και η νύφη από ένα κομμάτι στις φίλες της. Επίσης τα βαπτιστικά δώριζαν τσουρέκι με πέντε αυγά.
Το βράδυ πηγαίναμε να ακούσουμε στην εκκλησία τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Παίρναμε μαζί μας και το καλαθάκι όπου είχαμε τοποθετήσει τόσα κόκκινα αυγά όσα και τα μέλη της οικογένειας. Βάζαμε δύο αυγά παραπάνω, ένα της Παναγίας και ένα του φτωχού. Στο ίδιο βάζαμε και λίγο αλάτι και λίγο βαμβάκι. Το καλαθάκι το τοποθετούσε ο ιερέας στο ιερό της εκκλησίας, κάτω από την Αγία Τράπεζα. Έμεναν εκεί μέχρι την Ανάσταση. Καθένας έγραφε σε ένα χαρτάκι το όνομά του για να μη μπερδευτούν τα καλαθάκια.
Μεγάλη Παρασκευή
Μέρα μεγάλου πένθους ήταν η Μεγάλη Παρασκευή. Έμεναν κλειστά τα μαγαζιά και τα εργαστήρια, δε δούλευε κανείς ήταν αμαρτία. Από το πρωί άρχιζε η εκκλησία, χτυπούσαν οι καμπάνες πένθιμα. Την ώρα που διάβαζε ο παπάς, τα κορίτσια στόλιζαν τον Επιτάφιο με διάφορα λουλούδια.
Το μεσημέρι πήγαινε ο κόσμος νηστικός για να προσκυνήσει. Οι μάνες έβαζαν τα παιδιά τους να περάσουν τρεις φορές κάτω από τον Επιτάφιο. Πίστευαν πως έτσι θα ήταν υγιή.
Μετά η περιφορά του Επιταφίου γινόταν νωρίς τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου. Γινόταν στην αυλή της εκκλησίας και οι πιστοί κρατούσαν αναμμένα κεριά. Στην εκκλησία γινόταν αγρυπνία μέχρι το πρωί.
Μεγάλο Σάββατο
Τα παιδιά προμηθεύονταν πιστολάκια και καψούλια. Επίσης έφτιαχναν βαρελότα για να ρίξουν στην Ανάσταση, ενώ οι μεγάλοι λάδωναν τα όπλα τους για να είναι έτοιμοι να ρίξουν μόλις θα άκουγαν το «Χριστός Ανέστη».
Η λειτουργία της Ανάστασης γινόταν με το ξημέρωμα της Κυριακής. Όλοι κρατούσαν με σχολαστικότητα τη νηστεία. Μετά την απόλυση της εκκλησίας, η κάθε οικογένεια έπαιρνε από το χέρι του παπά το καλαθάκι της. Όταν γύριζαν στο σπίτι και αφού τσούγκριζαν, έτρωγε ο καθένας το διαβασμένο αυγό του. Το «αβόν» της Παναγίας το βάζανε στο εικονοστάσι. Το αλάτι το έριχναν στο αποπλύμ’ (τροφή ζώων). Το διαβασμένο βαμβάκι το φύλαγαν στο εικονοστάσι. Έφτιαχναν μ’ αυτό «αποκάπνισμα» όταν αρρώσταινε κάποιο παιδί.
Τα φαγητά που τρώγαμε το Πάσχα ήταν κυρίως γαλακτοκομικά λόγω της νηστείας που είχαμε κρατήσει. Κρέας τρώγαμε τη Δευτέρα. Δεν υπήρχε το έθιμο της σούβλας του αρνιού.
στ. Ακίνητες εορτές την άνοιξη
9 Μαρτίου (Αη-Σαράντων)
«Μαζεύαμε εκείνη την ημέρα σαράντα ειδών χόρτα. Τρώγαμε σαράντα μπουκιές φαΐ. Φυτεύαμε σαράντα φυτά. Όταν μεγάλωναν, το πιο ζωηρό το κόβαμε, δεν ξέρω γιατί. Σπέρναμε ιδίως σαράντα κολοκυθόσπορους. Λέγαμε ότι κάνει Πάσχα ο λύκος. Βγαίνει από τη φωλιά του, λούζεται, λιάζεται, βλέπει τον καιρό. Αν είχε καλό καιρό έλεγε «να κάνετε καλό Πάσχα». Αν είχε κακιά μέρα έλεγε «να κάνετε κακό Πάσχα». Προσέχαμε πολύ τι καιρό θα κάνει στις 9 Μαρτίου, τον ίδιο καιρό είχε και το Πάσχα.»
5 Απριλίου (ανάποδη μέρα)
Ήταν σημαδιακή μέρα για το κρύο. Λέγαμε «μη φοβάσαι από το κρύο του χειμώνα, να φοβάσαι από τις 5 Απριλίου.» Εκείνη τη μέρα έκανε μεγάλη φουρτούνα, έριχνε πολύ χιόνι.
Όλες οι πληροφορίες από : Σοφία Κωνσταντινίδου,
Μιλτιάδη Αθανασιάδη