Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, ΚΑΛΗΣ ΒΡΥΣΗΣ
ΔΡΩΜΕΝΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ ΒΡΥΣΗ ΔΡΑΜΑΣ
Από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές εκδηλώσεις που συναντούμε στη διάρκεια του χρόνου σε διάφορα μέρη είναι τα δρώμενα στην Καλή Βρύση Δράμας τις ημέρες των Θεοφανείων με κυρίαρχο στοιχείο τα Μπαμπούγερα, παραδοσιακούς μεταμφιεσμένους κατά το τριήμερο 6-8 Ιανουαρίου.
Το εθιμικό πλαισίωμα της θρησκευτικής εορτής αρχίζει το πρωί της παραμονής. Οι γυναίκες παίρνουν στάχτη και την σκορπίζουν με το δεξί χέρι γύρω-γύρω από το σπίτι, προφέροντας εξορκιστικές λέξεις «για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Η στάχτη είναι από το Δωδεκάμερο. Ένα κούτσουρο είναι στο οτζάκι όλο το Δωδεκάμερο και δεν παύει η φωτιά του μέρα-νύχτα. Τώρα αριά και που το βάζουμε, παλιά έτσι όμως ήταν το έθιμο. Τη στάχτη τη ρίχνουμε πριν βγει ο ήλιος, όταν ξημερώνει.
Οι δοξασίες για τα πλάσματα αυτά της νεοελληνικής μυθοπλασίας είναι και εδώ οι γνωστές πανελλήνια.
Την ίδια μέρα γίνεται και στην Καλή Βρύση ο φωτισμός με αγιασμό των σπιτιών από τον ιερέα. Οι νοικοκύρηδες επιπλέον ραντίζουν τα αμπέλια και τα φυτά.
Από το πρωί οι γυναίκες βρίσκονται σε συνεχείς προετοιμασίες. Καθαρίζουν, σκουπίζουν, ετοιμάζουν γλυκίσματα, ζυμώνουν. Με ιδιαίτερη φροντίδα κατασκευάζουν ένα ειδικό ψωμί, το τσουρέκι, στρογγυλό, με το σχήμα του σταυρού στην επιφάνειά του και ένα ολόκληρο καρύδι στη μέση και ακτινωτά γύρω-γύρω ψίχα από τον ίδιο καρπό. Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας τηρείται νηστεία, η οποία σε χρόνους παλαιότερους ήταν αυστηρότερη. Το βράδυ: «Μαζεύεται όλη η οικογένεια και βάζουν στο τραπέζι το τσουρέκι και σ’ ένα πιάτο βάζουν στάρι, καπνό, καλαμπόκι και ό,τι άλλο παράγει το σπίτι και το βάζουν στο τραπέζι μαζί με το τσουρέκι και το φαγητό. Όλη τη μέρα λάδι δεν τρώμε, νηστεύουμε. Το βράδυ τρώμε λάδι. Κάνουμε κολοκυθόπιτες, σαραλί και μπακλαβά. Η οικογένεια στέκει γύρω από το τραπέζι. Θα πάρει ο αρχηγός της οικογένειας το θυμιατό και θα θυμιατίσει όλα τα άτομα και τις εικόνες και όλο το σπίτι. Πρώτα θυμιατίζει το τραπέζι. Μετά πηγαίνει σε όλα τα δωμάτια και ύστερα κατεβαίνει στο αχούρι και θυμιατίζει όλα τα ζώα. Μετά ανεβαίνει πάλι πάνω. Η οικογένεια στέκεται όρθια όλη.
Ο αρχηγός, ο νοικοκύρης, παίρνει το τσουρέκι και όσα άτομα είναι, τόσα κομματάκια θα κόψει από το τσουρέκι από τη μέση και θα τα βάλει μέσα σε ένα ποτήρι που έχει κρασί. Το ποτήρι με το κρασί το βάζουν στο τραπέζι πάνω μαζί με το τσουρέκι και τα’ άλλα. Μετά παίρνει, πρώτα ο αρχηγός, ένα κομμάτι ψωμί και πίνει και μια γουλιά. Μετά εξακολουθεί το ίδιο κατά ηλικία, μέχρι τον τελευταίο μικρότερο. Μετά αρχίζουν και τρώνε. Όμοιο τελετουργικό δείπνο έχει προηγηθεί και τις παραμονές των Χριστουγέννων και του Νέου έτους.
ΥΠΑΡΧΕΙ 1 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Παραμονή Θεοφανείων : τελετουργικό δείπνο (1965).
Την επαύριο (6 Ιανουαρίου), ημέρα των Θεοφανείων, γίνεται ο αγιασμός κατά την εκκλησιαστική τάξη και το εθιμολογικό τυπικό. Ακολουθεί η ανάδειξη του λεγόμενου «κουμπάρου». «Όταν τελειώσει ο αγιασμός, σηκώνει ο παπάς το σταυρό ψηλά και όποιος θέλει να γίνει κουμπάρος λέει μια τιμή. Άλλος λέει πιο πολλά. Γίνεται σαν δημοπρασία. Όποιος δώσει τα πιο πολλά γίνεται κουμπάρος και παίρνει την εικόνα και τη βαστάει μέχρι να περάσει όλος ο κόσμος να χαιρετίσει την εικόνα και του λένε «πάντα άξιος». Όταν τελειώσει όλος ο κόσμος, ο παπάς, ο κουμπάρος και οι ψαλτάδες επιστρέφουν στην εκκλησία και ο παπάς ξεντύνεται και από εκεί πηγαίνουν στου κουμπάρου το σπίτι και του εύχονται χρόνια πολλά. Ο κουμπάρος μέχρι την άλλη μέρα έχει την εικόνα στο σπίτι του και πηγαίνει κόσμος και του επισκέπτεται τον κουμπάρο σαν ονομασία (ονομαστική εορτή).
Κάθε νοικοκύρης επιστρέφονται στο σπίτι του από την εκκλησία έφερνε αναμμένο το κερί που κρατούσε στη διάρκεια του αγιασμού και με τη φλόγα του έκαιγαν τις ουρές των βοδιών «για να μην πιάνουν μύγες το καλοκαίρι». Παλαιότερα υπήρχε και το έθιμο την ημέρα αυτή να προσπαθεί να ρίξει ο ένας τον άλλο σε νερό.
Με το πέρας της τελετής του αγιασμού έχουν ήδη συγκεντρωθεί έξω από την εκκλησία ομάδες από Μπαμπούγερα, δίδοντας με τη θορυβώδη παρουσία τους έναν ιδιαίτερο τόνο στο όλο σκηνικό. Φεύγοντας το εκκλησίασμα, δέχεται τα αθώα πειράγματά τους, με χαρούμενη διάθεση, επιζητώντας τα μάλιστα, «για το καλό».
ΥΠΑΡΧΕΙ 1 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Παραμονή Θεοφανείων : θυμιάτισμα των βοδιών (1965).
Η αμφίεση των Μπαμπούγερων είναι εντυπωσιακή με ζωόμορφη όψη. Αποτελείται από άσπρη περισκελίδα, γυναικείο μαύρο επενδύτη αμανίκωτο, φλοκωτό στην εσωτερική μεριά (που του φορούν συνήθως ανάστροφα, για να δίνει την εντύπωση προβιάς), άσπρο πουκάμισο και πέντε μεγάλα κουδούνια που ζώνονται στη μέση. Η κεφαλή καλύπτεται με προσωπίδα από μάλλινο λευκό ύφασμα του αργαλειού. Με κομμάτι προβιάς σχηματίζουν μουστάκι, μακριά γενειάδα και φρύδια. Κομμάτι επίσης από προβιά τοποθετείται στην απόληξη των κεράτων , που σχηματίζονται ως συνέχεια της προσωπίδας, από το ίδιο υφαντό («σαν διάβολος να φαίνεται»). Στο μέτωπο ράβεται ένα στρογγυλό καθρεπτάκι, ενώ με ρούχα σχηματίζουν μεγάλη καμπούρα στη ράχη του μεταμφιεσμένου. Εντυπωσιακά είναι και τα δόντια από δύο σειρές φασολιών στη θέση του στόματος. Κόκκινα σιρίτια γύρω από τα μάτια, τα ρουθούνια και την απόληξη των κεράτων λειτουργούν ως διακοσμητικό στοιχείο, με όλη την συμβολική και μαγική σημασία που μπορεί να έχει το χρώμα αυτό. Στα χέρια κρατούν μικρό σακούλι με στάχτη μέσα, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, με το οποίο χτυπούσαν όσους συναντούσαν για να φοβερίζουν τα καλακάντζουρα.» Σήμερα, για αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων από τους αμύητους στο τοπικό έθιμο επισκέπτες, επειδή η στάχτη λέρωνε τα ρούχα, το σακίδιο είναι κενό. Παλαιότερα στα πόδια έβαζαν τσαρούχια από δέρμα βοδιού ή αλόγου· στους νεότερους, όμως, χρόνους φορούν συνήθως παπούτσια, κατά προτίμηση λαστιχένια, κατάλληλα για τις λάσπες και το τρέξιμο.
ΥΠΑΡΧΕΙ 1 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Η αμφίεση των Μπαμπούγερων (1994).
Ομάδες-ομάδες τα Μπαμπούγερα ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους και τους δρομίσκους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα. Κανένας δεν ξεφεύγει. Συνεχή τρεχάματα, χτύποι κουδουνιών, χαρούμενα ξεφωνητά ζωόμορφη μεταμφίεση, πλακόστρωτοι δρόμοι η συνηθισμένη πρωινή ομίχλη του βορειοελλαδικού τοπίου ορχηστικές κινήσεις και τα άλλα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το δωδεκαμερίτικο έθιμο της Καλής Βρύσης δίνουν αίσθηση χώρου και χρόνου εξωπραγματική.
Οι προετοιμασίες αρχίζουν πολλές μέρες πριν από τα Θεοφάνεια. Η εξεύρεση των ρούχων όταν δεν υπάρχουν στα οικογενειακά κειμήλια απαιτεί φροντίδα πολλή. Ιδιαίτερα τα κουδούνια, που ο ήχος τους πρέπει να δίνει αίσθημα ακουστικής αρμονίας. Έτσι και μακρινά ταξίδια γίνονται για εξεύρεση κατάλληλων κουδουνιών ή ενοικίασή τους από κτηνοτρόφους.
Μπαμπούγερα ντύνονται και γυναίκες, «για το καλό» για λίγο όμως, όση ώρα μπορούν να υπομείνουν το μεγάλο βάρος των κουδουνιών, το οποίο με τον γρήγορο βηματισμό και τις χορευτικές κινήσεις πολλαπλασιάζεται.
Για τα παιδιά το ντύσιμο σε Μπαμπούγερα αποτελεί όνειρο και φιλοδοξία. Γι’ αυτό βλέπει κανείς συχνά ανάμεσά στους σωματώδεις μεταμφιεσμένους και μικρούς, να συμμετέχουν με καμάρι στο πανηγύρι της χαράς. Εξασφαλίζεται έτσι η συνέχεια και συνέχιση του εθίμου, το οποίο στην Καλή Βρύση βιώνεται ως έκφραση ψυχικής ανάγκης και λειτουργεί ως συνειδητό χρέος στην παραδοσιακή κληρονομιά.
Τα Μπαμπούγερα επαναλαμβάνονται και τις δύο επόμενες μέρες (7 και 8 Ιανουαρίου). Μαζί μ’ αυτά εμφανίζονται μεταμφιεσμένοι και άλλης μορφής, ιδιαίτερα την τρίτη μέρα : «Την τρίτη μέρα γίνονται τα πιο πολλά καρναβάλια. Γίνονται κι άλλα είδη. Άλλος γίνεται τσολιάς, άλλος μπάμπω (γριά γυναίκα), άλλος αράπης, άλλος κρατάει ένα μπουκάλι για μωρό και κάνει την μπάμπω και γυρίζει τα σπίτια και στο στόμα το μπουκάλι έχει ένα χωνί και δήθεν δίνουν στο παιδί ούζο να μην κλαίει και γεμώνουν το μπουκάλι και το βράδυ το πίνουν». Κυρίαρχη, όμως, μεταμφίεση παραμένει αυτή των Μπαμπούγερων.
Αποκορύφωμα και λήξη του γιορτασμού αποτελεί εύθυμη αναπαράσταση γάμου, στις 8 Ιανουαρίου, με συμμετοχή όλου του χωριού. Η αναπαράσταση μιμείται το τοπικό εθιμικό τυπικό με κάποιους νεωτερισμούς ή ευρηματικές προσαρμογές στην πραγματικότητα. Στη στέψη π.χ., ο υποδυόμενος τον παπά, ξεφεύγοντας από τη μίμηση της θρησκευτικής τελετουργίας, προτιμά τη διαδικασία του πολιτικού γάμου, με ευτράπελες παραινέσεις στο ζεύγος, για αγάπη και υπακοή. Κοινό, όμως, ποτήριο υπάρχει, έστω με μορφή φιάλης ούζου. Υπάρχουν, επίσης, τα παραδοσιακά γαμήλια ψωμιά με την τελετουργική και δοξασιακή πλαισίωση. Γενικά ακολουθείται η εθιμολογία σε όλες τις φάσεις : ξύρισμα γαμπρού, ντύσιμο νύφης, νυφόπαρμα, αποχαιρετισμός των οικείων της, γαμήλια πομπή με επικεφαλής τα όργανα, στέψη, χαιρετισμός νεόνυμφων με προσφορά χαρτονομισμάτων που καρφιτσώνονται στο στήθος τους κ.λ.π.
Εντυπωσιακό στοιχείο αποτελεί η αρπαγή της νύφης από τα Μπαμπούγερα, η οποία, όμως, αμέσως απελευθερώνεται. Παρότι το στοιχείο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως υστερογενές, απηχεί παραδοσιακό μοτίβο. Αυτονόητο, βέβαια, ότι η νύφη είναι κάποιος νέος με ψεύτικα στήθη και μαλλιά : «Γίνεται νύφη ένας άντρας, γίνεται και γαμπρός άλλος, ντύνονται και τσολιάδες, ντύνεται και ψευτοπαπάς και μαζεύονται σ’ ένα σπίτι. Από κει παν με όργανα, με γκάιντα και νταχαρέδες στην πλατεία του χωριού και εκεί κάνουν τη στέψη, ψεύτικη να πούμε, όπως στον αληθινό γάμο με το κρασί, χαιρετούνε τη νύφη και το γαμπρό, τους βάζουν ψεύτικους παράδες όπως κάνουν στο γάμο και για κουφέτα τους πετούν καλαμπόκι και ρύζι για να ριζώσουν. Μετά χορεύουν και γλεντούν μέχρι την νύχτα και μετά τελειώνουν όλες οι γιορτές και ξαναπιάνουμε το παστάλι».
Παλαιότερα, σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες, τα Μπαμπούγερα γίνονταν για τη συγκέντρωση χρημάτων υπέρ της εκκλησίας η οποία είχε τη σχετική φροντίδα: «Παλαιά τα Μπαμπούγερα αρχινούσαν όπως τώρα από την πρώτη μέρα, τα Θεοφάνεια. Η εκκλησιαστική επιτροπή ετοίμαζε 15 με 20 μάσκες. Έκοβε και χρήματα από λαμαρίνα κίτρινη και είχε αξία το κάθε κομμάτι πενήντα λεπτά. Έγραφε πάνω Άγιος Νικόλαος σαν σφραγίδα. Τα έκανε μάστορας. Μόνο στο χωριό κυκλοφορούσαν. Η εκκλησιαστική επιτροπή τα ‘κανε αυτά. Να πούμε δύο χιλιάδες κομμάτια. Λοιπόν, πήγαινε ο καθένας, κάθε νοικοκύρης του σπίτι και έπαιρνε με λεφτά πραγματικά από αυτά. Μετά από αυτά έδιναν στα καρναβάλια και τα καρναβάλια τα παρέδιναν στην εκκλησία για να ‘ναι πάλι την άλλη χρονιά. Το πρωί τα Θεοφάνεια, μετά τον αγιασμό, έπαιρνε ο επίτροπος την εικόνα του Αγίου Νικολάου. Μαζί με τα όργανα και τα Καρναβάλια γυρίζανε στα σπίτια και τα σπίτια έδιναν ό,τι είχαν την ευχαρίστηση και από ‘κείνο το ποσόν έκαναν τραπέζι στα καρναβάλια και τις τρεις μέρες. Γυρνούσαν το χωριό μέχρι το απόγευμα και μετά έβγαικαν στο χορό στα αλώνια. Τις μάσκες τις έδινε η εκκλησία στα Καρναβάλια και μετά τις γύριζαν πάλι πίσω. Μπορούσες όμως και ο ίδιος να κάνεις μάσκα. Χτυπούσαν πάλι τον κόσμο με τον ντορμπά με τη στάχτη. Τα χρήματα που τους έδιναν, πάλι τα έδιναν στην εκκλησία».
ΥΠΑΡΧΕΙ 1 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Ημέρα Θεοφανείων : Μπαμπούγερα έξω από την εκκλησία (1994).
Την Τρίτη, επίσης, μέρα (8 Ιανουαρίου, της αγίας Δομνίκης), τιμούσαν και στην Καλή Βρύση, όπως συνηθίζεται σε πολλά μέρη του Βορειοελλαδικού χώρου, τη μαμή, της οποίας η παρουσία ήταν τόσο πολύτιμη στην παραδοσιακή κοινότητα και κοινωνία. «Παλαιά, έναν καιρό έρχονταν οι γυναίκες στη μαμή μ’ ένα πορτοκάλι και μ’ ένα δώρο. Έφερναν και σαπούνι και ένα μαντήλι. Έρχονταν, έκαναν τρεις μετάνοιες, μου φιλούσαν το χέρι και έλεγαν : «Συγχώρεσέ με». Εγώ τους έλεγα : «Συγχωρημένα και από μένα και από το Θεό». Κάθονταν, τις κέρναγα και έφευγαν... Τώρα έρχονται την Αποκριά ή το Πάσχα. Έρχονται όλες που έχουν μικρά παιδιά και τα έχω ξεγεννήσει εγώ».
Μιλώντας οι Καληβρυσιώτες για τα Μπαμπούγερα, την πιο χαρακτηριστική εκδήλωση στο τοπικό καλαντάρι, τονίζουν την παλαιότητα του εθίμου και με το δικό τους τρόπο αιτιολογούν την τέλεσή του : «Τα Μπαμπούγερα τα κάνουμε από παλιά, έτσι τα βρήκαμε. Και οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας έτσι τα βρήκαν. Γίνονται από τότε που βαφτίσαν τον Χριστό. Επειδή στη βάπτιση του Χριστού, για να μη βλέπει ο κόσμος την βάφτιση, οι ειδωλολάτρες έγιναν καρναβάλια για να απασχολούν τον κόσμο και από τότε έμεινε αυτό το έθιμο και το κάνουμε μέχρι σήμερα».
Είναι βέβαια προφανές ότι η παραπάνω αιτιολογική παράδοση δίνει μια απλουστευμένη και υστερογενή ερμηνεία για το δρώμενο. Η βαθύτερη, όμως, ερμηνεία προβάλλει αβίαστα με την τοποθέτησή του στον εθιμικό χρόνο και τον γεωγραφικό χώρο.
Τα Μπαμπούγερα αποτελούν παραλλαγή των μεταμφιέσεων του Δωδεκαημέρου, οι οποίες σήμερα συνηθίζονται στον Βορειοελλαδικό χώρο (Ρογκάτσια, Ρογκατσάρια και άλλα), παλαιότερα και στον Μικρασιατικό βορρά, τον ελληνικό Πόντο (Μωμόγεροι). Πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι οι μεταμφιέσεις στην Καλή Βρύση δεν αποτελούν απλή παραλλαγή ενός ευρύτερα γνωστού εθίμου, αλλά παραδοσιακή εκδήλωση ξεχωριστής σημασίας, με την ένταξή τους στα πολύμορφα δρώμενα των ημερών των Θεοφανείων.
Βασικά μέσα των μεταμφιέσεων αυτών είναι και στα άλλα μέρη, όπως στην Καλή Βρύση, παλιά ρούχα, δέρματα ζώων ή υποκατάστατά τους, προσωπίδες ζωόμορφες και μεγάλα ποιμενικά κουδούνια.
Η μεταμφίεση γενικότερα, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον χώρο που παρουσιάζεται, αποτελεί συνήθεια που πραγματικά μπορούμε να πούμε ότι χάνεται στα βάθη του παρελθόντος, γνωστή και σε αρχαίους και σε νεότερους λαούς, κάθε πολιτιστικής βαθμίδας. Αφετηρία της αποτελεί η δοξασία ότι αυτός που ντύνεται δέρμα ζώου ή φορεί προσωπίδα, όσο διαρκεί η μεταμφίεση, ενσαρκώνει εκείνο που εικονίζει και έχει τη δύναμη και τις ιδιότητές του.
Η αρχική χρήση της μάσκας, καθώς και η λοιπή μεταμφίεση πρέπει να σχετίζεται με τη λατρεία των προγόνων, όπως αυτή εκδηλώθηκε ήδη στη νεολιθική εποχή και όπως διαπιστώθηκε η ύπαρξή της στη ζωή των λεγόμενων πρωτόγονων λαών. Οι αρχέγονοι λαοί, και μάλιστα οι γεωργικοί, είχαν κάθε χρόνο την ευκαιρία να ζουν το θαύμα της ανανέωσης της ζωής. Ο σπόρος που ρίχνεται στη γη και στη συνέχεια βλασταίνει, είναι ένα συγκλονιστικό βίωμα, που αποτέλεσε κεντρικό θέμα θρησκειών και φιλοσοφιών, αφού πρώτα επηρέασε βαθιά τη σκέψη και τη ζωή του ανθρώπου. Κάτι παρόμοιο με το φαινόμενο αυτό φαντάστηκαν ότι θα συνέβαινε και με τους πεθαμένους προγόνους και αυτούς ακριβώς παρίσταναν οι μεταμφιεσμένοι, προσδοκώντας την εύνοια και προστασία τους. Εκτός από τους προγόνους, οι μάσκες, τουλάχιστον, στην αρχική λατρευτική χρήση τους, φαίνεται ότι συμβόλιζαν και τις θεότητες της βλάστησης, τις μορφές εκείνες που, όπως πίστευαν, παρουσιάζονταν στο θερισμό και σε άλλες γεωργικές ασχολίες και γιορτές, ως ενσάρκωση του πνεύματος του σιταριού και της καρποφορίας γενικότερα.
Αλλά, βέβαια, πέρα από κάθε εθνολογική θεωρία και λαογραφική ερμηνεία δεν πρέπει, τουλάχιστον για την αστική μορφή της, να παραβλέπονται και οι καθαρά ψυχολογικοί λόγοι, η ανάγκη, δηλαδή, της μεταμφίεσης σε μια πλατύτερη έννοια που ξεκινά από την προσπάθεια του ανθρώπου να ξεπεράσει τον πεπερασμένο εαυτό του.
Μεταμφιέσεις, εκτός από την Ελλάδα, συνηθίζονταν την περίοδο του Δωδεκαημέρου και σε γειτονικές μας χώρες, Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία καθώς επίσης και σε πολλές Ευρωπαϊκές, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία και άλλες.
Όπως είναι γνωστό, κατά την περίοδο του σημερινού Δωδεκαημέρου, τελούνταν πολυάριθμες πανηγύρεις των εθνικών, τις οποίες, δεν μπόρεσαν να εκτοπίσουν και να αφανίσουν, και μάλιστα, στην ύπαιθρο, οι χριστιανικές γιορτές που τοποθετήθηκαν στις ημέρες αυτές. Λίγες μέρες πριν από τις χειμερινές τροπές του ήλιου, ήταν τα Σατουρνάλια, γύρω στις 17 Δεκεμβρίου· στις 25 γιορτάζονταν τα Βρουμάλια· την 1η Ιανουαρίου πανηγυρίζονταν με μεγαλοπρέπεια οι Καλάνδαι, μια από τις μεγαλύτερες γιορτές του ρωμαϊκού ημερολογίου· στις 3 Ιανουαρίου γιορτάζονταν τα Βότα ή Βοτά ή οι ευχές· στις 4 τα Παρεντάλια· και στις 7 του ίδιου μήνα ετιμάτο ο Ιαώς .
ΥΠΑΡΧΕΙ 1 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
«Όμαδες από Μπαμπούγερα σε κεντρικό δρόμο του χωριού (1995)»
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των παγανιστικών αυτών γιορτών, ιδιαίτερα των Καλανδών, ήταν οι μεταμφιέσεις. Είχαν, όμως, εισαχθεί σ΄ αυτές από την αρχαία ελληνική θρησκεία και μάλιστα από τον Διονυσιακό λατρευτικό κύκλο. Έτσι, με την τέλεση των εθνικών γιορτών εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ακμή και το έθος των μεταμφιέσεων, παρά την αντίδραση που συνάντησε. Οι σχετικές μαρτυρίες και αναφορές είναι αρκετές.
Το γεγονός ότι οι μεταμφιέσεις έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα δεν είναι δυσεξήγητο. Διότι από τις ευετηρικές τελετές, τελετές δηλαδή που αποσκοπούσαν στην καλή χρόνια με την ευρύτερη έννοιά της, της καλής υγείας και της πλούσιας καρποφορίας, όπως ήταν οι Διονυσιακές, ο λαός κράτησε κυρίως το εύθυμο στοιχείο, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα χαράς και πανηγυρισμού, όπως αυτό του Δωδεκαήμερου.
Με τις δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις διασώθηκαν και άλλα στοιχεία της ελληνικής αρχαιότητας, μέσω των ρωμαϊκών και των βυζαντινών χρόνων. Ένα παράδειγμα αρκεί : η αναπαράσταση γάμου στην Καλή Βρύση αποτελεί παραδοσιακό στοιχείο, που βρίσκουμε σε αρκετές παρεμφερείς εκδηλώσεις. Με ανάλογο, όμως, τρόπο και στα Αθηναϊκά Ανθεστήρια, τη δεύτερη μέρα που λεγόταν Χοές, γινόταν επισήμως γάμος του Διονύσου, τον οποίο υποδυόταν ο άρχων βασιλεύς, με τη βασίλιννα στο Βουκόλιο. Στα κατ’ Αγρούς Διονύσια, εξάλλου, ο λατρευτικός θίασος περιερχόταν τους συνοικισμούς και οι κωμαστές πείραζαν όλους, όπως σήμερα οι μεταμφιεσμένοι.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι τα δρώμενα των Θεοφανείων στην Καλή Βρύση αποτελούν σημαντική έκφραση της τοπικής λαϊκής λατρείας, με ευρύτερο ενδιαφέρον. Τα δρώμενα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή του χωριού, οι οποίες ένα μόλις χιλιόμετρο έξω απ’ αυτό, αποκάλυψαν ναό, αφιερωμένο, σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις στη λατρεία του Διονύσου. Έχει έτσι η Καλή Βρύση το προνόμιο να συνδυάζει ένα δρώμενο διονυσιακού χαρακτήρα μ’ έναν πραγματικό διονυσιακό χώρο, ο οποίος μάλιστα αποτελεί και χώρο σύγχρονης λατρευτικής εκδήλωσης.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ 7 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
- Μερική άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καλής Βρύσης (1994).
- Τα Μπαμπούγερα κραδαίνουν τα κουδούνια για να ξορκίσουν το κακό.
- Νέος του χωριού μεταμφιεσμένος Διόνυσος, σε νυχτερινή πομπή.
- Μπαμπούγερα περιφέρονται στο χωριό για να καρποφορήσει η φύση.
- Όλοι οι κάτοικοι και οι επισκέπτες ακολουθούν τα Μπαμπούγερα στην πορεία τους προς την πλατεία του χωριού.
- Παραδοσιακοί οργανοπαίχτες με φόντο το χωριό.
- Η Καλή Βρύση στα χιόνια.