Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΙΙΙ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
ΙΙΙ.Β.α. Έπλεναν καλά όλες τις κατσαρόλες για να μην έχουν λάδι ή οτιδήποτε άλλο γιατί δεν τρώγαμε κρέας καθόλου. Σαράντα μέρες κρέας δεν είχε μέσα στο σπίτι. Παρά μόνο διάφορα άλλα, όπως όσπρια. Κάθε Κυριακή πηγαίναμε στην εκκλησία.
β. Την παραμονή των Χριστουγέννων έφτιανε η μητέρα μου φαγητό και πράματα πολλά, οτιδήποτε είχε. Καθόμασταν όλοι στο τραπέζι. Καθότανε ο πατέρας μας πρώτος με ένα κερί στη μέση, να πούμε, και είχε κρασί. Όλα τα παιδιά σηκωνόμασταν και παίρναμε μία γουλιά κρασί από τον πατέρα μου και φιλούσαμε το χέρι του και καθόμασταν να φάμε. Περιμέναμε να ‘ρθεί η ώρα να ανοίξει η εκκλησία, να πάμε στην εκκλησία. Νύχτα πηγαίναμε τότες στην εκκλησία. Μας σήκωνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Ερχόμασταν, κάναμε το φαγητό, τρώγαμε και χαρές τραγούδια ότι γεννήθηκε ο Χριστός. Από κει και πέρα που μεγαλώσαμε λίγο πηγαίναμε και διασκεδάζαμε σε διάφορα σπίτια, στο σχολείο, σε κανένα καφενείο γιατί κέντρα δεν είχε τότες και περνούσαμε τις μέρες μας όλο χαρά.
Όταν καλαντούσαμε μας έδιναν καμιά δεκάρα, κανένα κουλουράκι, κανένα κομμάτι πίτα, ξέρω ‘γω, ό,τι είχε η καθεμία νοικοκυρά σπίτι της, καρύδια και χαρούπια. Τα χαρούπια ήταν σαν ξύλα, τα σπάζαμε και τρώγαμε και ήταν γλυκά.
γ. Την ημέρα των Φώτων ρίχνανε τον Σταυρό στο Κεφαλάρι, στο ποτάμι. Βουτούσανε τα παλικάρια στο νερό, όποιο ήθελε, και έπιανε κάποιος τον Σταυρό. Έπαιρναν μετά όλα μαζί τα παιδιά τον Σταυρό και τον γυρνούσαν στο χωριό και μαζεύανε λεφτά.
δ. Τις Απόκριες είχε καρναβάλια. Μασκαράδες, διαβόλους, αρκούδες, ό,τι θέλεις. Γυρνούσανε αυτοί μέσα στο χωριό και μαζεύανε λεφτά. Εκείνα τα λεφτά που μαζεύανε το βράδυ πηγαίνανε και τα γλεντούσανε τα παλικάρια. Την Καθαρά Δευτέρα συνεχιζόταν τα γλέντια με τους μασκαράδες που γυρνούσανε και το βράδυ γύρω στις 6:00 μαζεύονταν όλοι στην πλατεία του χωριού και χόρευε όλο το χωριό. Αυτό ήταν το τέλος της Αποκριάς.
ε. Για το Πάσχα ετοιμάζαμε τα σπίτια. Τα ασπρίζαμε, τα καθαρίζαμε. Όλα, και τα ρούχα μας και τα σεντόνια μας και τα σεμεδάκια μας τα καθαρίζαμε. Πήγαιναν οι νοικοκυρές στο ποτάμι και τα έπλεναν όλα αυτά. Βάφαμε, δηλαδή ασβεστώναμε το σπίτι και από μέσα και από έξω, καθαρίζαμε την αυλή και όλα τα ετοιμάζαμε. Την Μεγάλη Εβδομάδα τίποτα, δεν υπάρχει δουλειά. Την Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίναμε στην εκκλησία όλοι, μικροί μεγάλοι. Την Μεγάλη Πέμπτη γέμιζε η εκκλησία κορίτσια και νέες παντρεμένες το βράδυ. Ετοιμάζανε τον Επιτάφιο, τον ταιριάζανε. Έπαιρναν κουβέρτες και κοιμόντουσαν εκεί. Τη νύχτα σηκωνόμασταν και διορθώναμε τον Επιτάφιο, τον στολίζαμε. Μετά ανεβαίναμε πάνω στον γυναικώνα της εκκλησίας με την δασκάλα της πέμπτης και της έκτης τάξης και λέγαμε τα εγκώμια. Την Μεγάλη Παρασκευή γυρνούσαμε τον Επιτάφιο σε όλο το χωριό και στον δρόμο τραγουδούσαμε και πηγαίναμε ξανά στην εκκλησία και μπαίναμε μέσα, δήθεν τον θάβαμε τον Χριστό, λειτουργούσε λίγο ο παπάς και μετά φεύγαμε. Περιμέναμε την Ανάσταση. Το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ περιμέναμε να χτυπήσει η καμπάνα, να πάμε στην εκκλησία, να γίνει η Ανάσταση. Πηγαίναμε εκεί, ερχότανε η ώρα, ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη» και δίναμε ο ένας στον άλλον τα χέρια και ευχόμασταν όπως σήμερα.
στ. Την Πρωτομαγιά ετοιμάζαμε φαγητά, ποτά, παρέες, με ποια παρέα θα πάμε, με τα όργανα, άλλος κιθάρα, άλλος μαντολίνο, δεν είχε τότες άλλα όργανα. Τα παίρναμε όλα και πηγαίναμε στο Κεφαλάρι. Στρώναμε χαλιά κάτω και καθόμασταν εκεί και ψήναμε αρνιά, τρώγαμε, χορεύαμε και γλεντούσαμε. Όλη τη μέρα εκεί ήμασταν. Το βράδυ γυρνούσαμε και παίρναμε ένα αυτοκίνητο που είχε το χωριό μας και πηγαίναμε στο σινεμά στο Δοξάτο ή στη Δράμα.
ζ. Της Παναγίας, τον Δεκαπενταύγουστο πάλι γιορτάζαμε. Πηγαίναμε στο Κεφαλάρι, ψήναμε κοτόπουλα, μπριζόλες και γλεντούσαμε.
Στις 26 Ιουλίου γιόρταζε η εκκλησία του χωριού μας, η Αγία Παρασκευή. Αποβραδίς πηγαίναμε στην εκκλησία και είχε πανηγύρι. Την ημέρα της γιορτής πηγαίναμε στην εκκλησία, δίπλα σε ένα καφενείο και είχε χορούς και γιορτάζαμε.