Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ, ΚΟΚΚΙΝΟΓΕΙΩΝ
Άρχιζε και η σαρακοστή των Χριστουγέννων . Όλες οι γυναίκες ψήναν Χριστόψωμα που ήτανε νηστίσιμα και τρώγανε όλοι. Τρώγανε επίσης και τα ζώα όλα. Δίναν σε όλα τα ζώα να φάνε εκτός από τη γάτα και το σκύλο. Σ’ένα από τα Χριστόψωμα βάζαν μία χρυσή λίρα. Όποιος την έβρισκε ήτανε ο τυχερός της χρονιάς. Τα Χριστόψωμα τα έριχναν σε μία σουπιέρα γεμάτη με κρασί. Τα έκαναν μπουκιές και τα τρώγανε. Το θεωρούσανε ευλογία. Έπρεπε να φάνε όλο το πιάτο.
Δεν λέγανε κάλαντα αλλά την τύχη. Παίρναν ένα παιδί που το έλεγαν για τυχερό, το φώναζαν στο σπίτι, ανοίγαν το πορτάκι της σόμπας που έκαιγε και αφού γονάτιζε και έβαζε την άκρη της σουρβάκας (κλωνάρι ελιάς) μέσα, κουνώντας το μέσα στη φωτιά έλεγε: «Σούρ Βαγγέλη, Βασίλη καλοσύνη και του χρόνου γεροσύνη. Να βοηθήσει ο Θεός φέτος να κάνεις χίλιες οκάδες στάρι, χίλιες καλαμπόκι, σίκαλη και κριθάρι να ζήσουν τα παιδιά σου και να γεράσουνε και να βγει η πρωτότοκη, να μας κεράσουνε. Να ‘στε όλοι γεροί». Το δώρο τους ήταν το μπαξίσι. Ό,τι μπορούσε ο καθένας έδινε. Αν το παιδί ήταν τυχερό το καλούσαν και του χρόνου, αν δεν ήταν πήγαινε σε άλλο σπίτι.
Όλα τα παιδιά ήταν τυχερά.
Την πρωτοχρονιά ψήνανε τριών λογιών πίτες. Πρώτη η τυρόπιτα, δεύτερη η κολοκυθόπιτα και τρίτη η χορτόπιτα.
Σε κάθε μία από αυτές βάζαν και από ένα φλουρί.
Αφού βρίσκαν το φλουρί στην τυρόπιτα (που ήταν για τον νοικοκύρη), μετά μοίραζαν τ’ άλλα κομμάτια στους συγγενείς.
Και τις τρεις Κυριακές του Φλεβάρη ο κόσμος γλεντούσε. Αλλά την τέταρτη Κυριακή ντύνονταν καρναβάλια.
Όχι σαν τα σημερινά. Ντύνονταν γέροι και γριές και κορόιδευαν ο ένας τον άλλον και πειραζόντουσαν και γελούσαν και ο κόσμος τους κερνούσε. Τυχόν λεφτά, λάδι, ξύλα, φαγητά, φρούτα, πίτες που μάζευαν τα δίνανε στον παπά του χωριού που δεν είχε λεφτά (μισθό) για να περάσει κι αυτός καλά με την οικογένειά του.
Κάναν χουνέρια στον κόσμο. Χτυπούσαν το βράδυ τις πόρτες και τους τρόμαζαν όλους.
Κανείς δεν ενοχλούτανε. Όλος ο κόσμος γελούσε με τα αστεία και τα πειράγματα.
Την τελευταία Αποκριά πριν την Σαρακοστή μαζευόταν όλη η οικογένεια γύρω-γύρω από το σοφρά και αφού έτρωγαν το τελευταίο αρτυμένο γεύμα, μετά το αντέτι ήταν :
Να πάρει ο πατέρας τον πλάστη (που άνοιγαν φύλλο για πίτες) και έδενε μία κλωστή γερή και στην άκρη έβαζε ένα αυγό βραστό καθαρισμένο ή ένα γεμάτο κομμάτι χαλβά σκληρό και το κουνούσε γύρω από τα στόματα των παιδιών που είχαν τα χέρια τους πίσω στην πλάτη τους και τα στόματα τους ανοιχτά. Όποιο παιδί κατάφερνε να το αρπάξει ήταν τυχερό και έπαιρνε μπαξίσι ένα χρυσό φλουρί.
Την σαρακοστή πριν το Πάσχα, την Κυριακή των Βαΐων ντύνανε μια κούκλα με πανιά τα κορίτσια του χωριού και γύριζαν σε κάθε σπίτι του χωριού και τραγουδούσαν και έλεγαν:
“φραγγίτσα με τα κόκκινα,
φραγγίτσα με τα μαύρα,
φραγγίτσα δωσ' μας το φιλί,
κοίταξε με τα μαύρα μάτια,
προξενητάδες και γαμπροί
μέσα από την πόλη
ρώτησαν ξαναρώτησαν
που να ‘βρουν τέτοια κόρη
τέτοια ψιλή τέτοια λιγνή
τέτοια μαυρολογούσα.
Πό'χει το μάτι σαν ελιά
το φρύδι σαν γαϊτάνι
το πάνω το ματόκλαδο
ασήμι και χρυσάφι.
Χρόνια πολλά!
Χρόνια καλά!
Χρόνια ευλογημένα!
Και του χρόνου!
Την Μεγάλη Πέμπτη βάφαν τα αυγά όλα κόκκινα και φτιάχναν και κουλούρες και κουλουράκια Πασχαλινά. Το αρνάκι που θα έσφαζαν για το Πάσχα, του έκαναν ένα κόκκινο σταυρό στο κεφάλι του και το άφηναν να βοσκάει.
Την Πρωτομαγιά οι κοπέλες μάζευαν λουλούδια και τα έπλεκαν στεφάνια και τα φορούσαν στο κεφάλι και χόρευαν και τραγουδούσαν. Τρώγαν έξω στην εξοχή κάτω στα χόρτα. Έφτιαχναν σχοινένιες κούνιες στα δέντρα και κουνιόντουσαν ποια θα φτάσει πιο ψηλά. Τα έθιμο ήταν να κουνηθεί ο κόσμος. Όταν γύριζαν το βράδυ από την γιορτή, τα στεφάνια αυτά τα κρεμούσαν στην εξώπορτα.
Όταν έφτανε του Άι Γιαννιού τα έβαζαν φωτιά και πηδούσε ένας-ένας ή δύο-δύο άτομα μαζί και έλεγαν κάποια στιχάκια.
Μετά παίρναν το βράδυ ένα μπακιρένιο καζάνι του βάζαν νερό χωρίς να μιλούν (αμίλητο) και κάθε μια κοπέλα έριχνε μέσα ένα σημάδι που ήταν ή μία καρφίτσα ή μία παραμάνα ή μία φουρκέτα και έκαναν μία ευχή.
Αφού το νερό ξενυχτούσε την επόμενη βραδιά τα κορίτσια ξαναμαζεύονταν, έδεναν τα μάτια σε μία κοπελιά που έβαζε το χέρι της μέσα και τραβούσε ένα-ένα τα σημάδια.
Για κάθε σημάδι που έβγαινε έλεγαν και ένα στίχο και γελούσαν και πειραζόντουσαν.