Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ, ΠΟΤΑΜΩΝ

Β’. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου.

α. Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα

β. Το δωδεκαήμερο 25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου

γ. Γιορτές Φεβρουαρίου

δ. Απόκριες

ε. Κινητές γιορτές

Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή

στ. Ακίνητες εορτές της Ανοιξης

ζ. Γιορτές του καλοκαιριού

η. Γιορτές του φθινοπώρου ως την εορτή του Αγίου Φιλίππου

 

*(Ξεκινά από την σελίδα 59 εκεί που έχω το αστεράκι)

Την Παραμονή των Φώτων τα παιδιά λένε τα κάλαντα και οι γυναίκες τους δίναμε συνήθως βρασμένα κοκία δηλαδή καλαμπόκια βρασμένα. Το βράδυ όμως σε ένα καλάθι με σχοινί, ανοίγαμε τις πόρτες των σπιτιών πετούσαμε το καλάθι και αυτός κρυβόταν. Μέσα βάζαμε φρούτα αυτά τα πέρνανε και τραβούσαμε το σχοινί με το καλάθι πίσω. Ανήμερα τα Φώτα γινόταν λειτουργία στην Εκκλησία και μετά πηγαίναμε όλοι μαζί στο ποτάμι. Εκεί ο παπάς έκανε τον αγιασμό και έριχνε το σταυρό στα παγωμένα νερά του ποταμιού. Οι άντρες πέφτανε και ας ήταν πολύ παγωμένα τα νερά γιατί ήταν και τώρα είναι δηλαδή μεγάλη ευλογία. Αυτός που έπιανε τον σταυρό τον γυρνούσε με τον δίσκο στο χωριό και καθένας έβαζε όσα χρήματα μπορούσε. Μετά έδινε κάποιος χρήματα στην εκκλησία και τα υπόλοιπα τα έπαιρνε αυτός. Από τον αγιασμό των Φώτων οι νοικοκυραίοι έριχναν αγιασμό στα χωράφια τους. Στις δύο Φεβρουαρίου είχαμε την Υπαπαντή του Χριστού ή όπως το λέτε την Υπαπαντή του Κυρίου . Στις δέκα Φεβρουαρίου είχαμε την γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους. Εκεί φυσικά μετά την λειτουργία τραπεζώναμε τους ανθρώπους γιατί το σόι μας είχε πολλούς Χαραλάμπηδες. Άλλες μεγάλες γιορτές που να γιορτάζουμε έτσι από τον Φλεβάρη δεν θυμάμαι. 

Τις απόκριες ντυνόμασταν καρναβάλια μαζί με τα μικρά. Ένα και ένα σου λέω μαζί τους. Γυρνούσαμε στα σπίτια και οι νοικοκυραίοι προσπαθούσαν να μας καταλάβουνε. Έπειτα μας κερνούσανε και συνεχίζαμε την γύρα του χωριού. Συνήθως φορούσαμε ρούχα παλιά που δανειζόμασταν από άλλους για να μην μας γνωρίσουν ούτε από τα ίδια τους τα ρούχα. Καρναβάλια πετυχημένα ήταν αυτοί που δεν μπορούσε να τους καταλάβει κανένας και το συζητούσανε για όλη την επόμενη μέρα. Παραδείγματος χάρη αν κάποιος ήταν πολύ ψηλός τότε έβαζε ένα κόσκινο στο κεφάλι και έριχνε από πάνω το σεντόνι. Έτσι έχανε ύψος. Άλλος έβαφε το πρόσωπό του με μαυρίλα που έπαιρνε από τα κατσαρολικά του τζακιού. Για να γίνει πιο τρελό συνήθως παίρναμε γαϊδούρια, τα δέναμε και στο τέλος βάζαμε κάτι σαν σομπούλα που καίγαμε άχυρα και άχρηστα χαρτιά. Έτσι κάναμε ένα τρένο που σε κάθε γαϊδούρι ανέβαινε και από κανένας.

Το Μάρτιο αρχίζαν οι χαιρετισμοί. Ένα κορίτσι έλεγε το «άσπιλε» μαζί με ένα αγόρι. Το ίδιο και το Πάσχα. Στις μέρες πριν το Πάσχα σχεδόν όλος ο κόσμος κρατούσαμε νηστεία και πιο πολύ την βδομάδα των Παθών. Του Λαζάρου τα παιδιά γυρνούσαν στα σπίτια και έλεγαν το τραγούδι του Λαζάρου. Την Κυριακή των Βαΐων έλεγαν το «βαγιώ-βαγιώ  το βαγιώ» με ένα καλαθάκι που το έπλεκαν με βάγια και οι νοικοκυρές τους έδιναμε αυγά. Τα βράδια της Μεγάλης εβδομάδας ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία. Την Μεγάλη Τετάρτη στο ευχέλαιο και ο καθένας μας πήγαινε και κάτι για να ευλογηθεί.  Άλλος  πήγαινε αλεύρι, άλλος αυγά, άλλος ζάχαρη, άλλος λάδι, ο παπάς τα ευλογούσε και μετά τα φτιάχναμε διάφορα πράγματα, καμιά πίτα, κανένα τσουρέκι, τέτοια. Τα τσουρέκια που φτιάχναμε για το Πάσχα ήταν κυρίως τα λαδερά τσορέκια. Άλλα τσορέκια, τα γλυκά δηλαδή, δεν τα φτιάχναμε συχνά. Την μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τα αυγά. Βράζαμε φλούδες από κρεμμύδια και παίρναμε ένα χρώμα κόκκινο με καφέ. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μετά τα δώδεκα Ευαγγέλια στόλιζαμε τον επιτάφιο με αγριοπασχαλιές που τις μαζεύαμε από πίσω από το βουνό. Επειδή όμως πίσω από το φυλάκιο είχε παλιά νάρκες πάντα μαζί μας ερχότανε ένα φανταράκι που ήξερε από νάρκες. Επίσης στον επιτάφιο βάζαμε βιολέτες και κρινάκια που τα φέρναμε από τα σπίτια μας, από τις αυλές μας. Αφού στολίζαμε τον επιτάφιο όποιος ήθελε ξημέρωνε στην εκκλησία. Την ημέρα της Μεγάλης  Παρασκευής ο κόσμος πήγαινε και περνούσε σταυρωτά τρεις φορές κάτω από τον Επιτάφιο. Το βράδυ οι νέοι χωρίζονταν σε δυο ομάδες και μαζί με τους ψαλτάδες έψελναν την ζωή εν τάφω. Δίπλα στον επιτάφιο στις τέσσερις γωνίες δηλαδή υπήρχαν τέσσερις κοπελίτσες, οι μυροφόρες που κρατούσαν στα χέρια τους καλαθάκια με πεταλάκια από λουλούδια. Στις ίδιες θέσεις ήταν και τέσσερα φανταράκια. Με τον επιτάφιο γυρνάγαμε όλο το χωριό και σε κάθε σταυροδρόμι σταματούσαμε και ο παπάς έλεγε κάποιους ψαλμούς για να φύγει το κακό. Εμείς φυσικά μέχρι το τέλος προσπαθούσαμε να κρατήσουμε αναμμένα κάτι μικρά κεράκια που παίρναμε από την εκκλησία. Τα παιδιά που σηκώνανε τον επιτάφιο τον πηγαίνανε στην πόρτα της εκκλησίας τον σηκώνανε και πηγαίναμε και περνούσαμε από κάτω. 

Τα ανύπαντρα κορίτσια κάνανε μια ευχή για να παντρευτούν αυτόν που θέλανε. Μετά ο παπάς τέλειωνε την λειτουργία, παίρναμε λουλούδια από τον Επιτάφιο και τα βάζαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Αν καμιά φορά ήταν κανείς άρρωστος τότε παίρναμε λίγα, τα βάζαμε φωτιά και τον καπνίζαμε. Μεγάλο Σάββατο ο κόσμος φορούσε τα γιορτινά του και πηγαίναμε στην εκκλησία κατά τις έντεκα με έντεκα και τέταρτο. Όταν έφτανε η ώρα να πει ο παπάς να πει το «Δεύτε λάβετε φως» στριμωχνότανε τα παλικάρια του χωριού εκεί κοντά για να πάρει ο καθένας πρώτος το Άγιο-Φως γιατί ήταν μεγάλη ευλογία. Μετά παίρναμε και οι υπόλοιποι. Ευχόμασταν ο ένας στον άλλο «Χριστός Ανέστη» και «Χρόνια πολλά».

Μετά που τελείωνε η θεία λειτουργία πηγαίναμε το Άγιο φως στα σπίτια μας και σταυρώναμε το κάσωμα της εξώπορτας τρεις φορές. Μετά ανάβαμε την καντήλα και καθόμασταν όλοι μαζί στο τραπέζι και τρώγαμε την μαγειρίτσα που είχαμε μαγειρέψει από πολύ πιο πριν. Την ημέρα της Λαμπρής σουβλίζαμε το αρνί ή το κατσίκι. Όλη την ημέρα έξω στην αυλή, τρώγαμε πίναμε, φιλεύαμε όποιον τύχαινε να περνάει από την γειτονιά μας. Πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι και αυτό γινόταν μέχρι το απόγευμα. Φυσικά το μεσημέρι παίζαμε λύρες, νταβούλια και οι άντρες, όσοι είχαν όπλα φυσικά, έριχναν όλη την ημέρα έτσι για το καλό. Έπειτα μαζευόμασταν σε ενός το σπίτι για να πιούμε καφέ. Εκείνη την ημέρα όμως τσούγκριζαν και τα αυγά. Κάποιοι δεν ήθελαν καθόλου να χάνουν και τρέχαν στα διπλανά χωριά για να βρουν καλά αυγά που να μην σπάνε. Την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής πήγαιναμε  σε ένα μικρό εκκλησάκι και όσες λαμπάδες δεν κάηκαν τις ανάβαμε εκεί. Επίσης εκείνη την ημέρα μπορούσες να ξαναβάψεις αυγά μετά την Θεία Λειτουργία. Ο κόσμος έπαιρνε μαζί του φαγητά και καθότανε στην πλαγιά για να φάνε.

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Ετήσιος εορτολογικός κύκλος

Αρ. χειρογράφου
1283
Έτος καταγραφής
2002-03
Επώνυμο
Αμπατσή
Όνομα
Σουλτάνα