Τελετουργίες από ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ, Δ. ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου:
Σαράντα μέρες πριν τα Χριστούγεννα νηστεύαμε. Την παραμονή τα μικρά παιδιά σε παρέες βγαίναμε στη γειτονιά και λέγαμε τα κάλαντα σε όλα τα σπίτια. Οι σπιτονοικοκύρηδες μας κερνούσανε γλυκά και αργότερα έδιναν και λεφτά. Τα κάλαντα ήταν τα εξής:
Χριστός γεννέθεν χαρά ΄ς σον κόσμον
Χα καλή ώρα, χα καλή σ΄ ημέρα,
Χα καλόν παιδίν οψε γεννέθεν
Οψε γεννέθεν κι αυρι΄ νεστάθεν.
Τον εγέννεσεν η Παναγία
Τον ανέστεσεν Άι Παρθένος
Τον ετέρπαξαν οι χιλ΄ Εβραίοι
Ας σ΄ ακρόντικα κι ας σην καρδίαν.
Αίμαν έσταξεν, πλέγην κ΄ εφάνθεν
Ούμπ΄ αν έσταξεν εμοιροστάθεν .
Εμυρίστεν ατ΄ ο κόσμος ούλον
Για μυρίστ΄ ατο και συ αφέντη!
Θεοφάνια:
Την παραμονή των Θεοφανίων πηγαίναμε νωρίς το πρωί στην εκκλησία. Όταν τελείωνε η λειτουργία παίρναμε σ΄ ένα ποτηράκι αγιασμό και αφού πίναμε απ΄ αυτό τρεις φορές όλα τα μέλη της οικογένειας με το υπόλοιπο ραντίζαμε το σπίτι. Αργά το απόγευμα περνούσε ο παπάς του χωριού και έψελνε και ράντιζε το κάθε σπίτι με αγιασμό. Τα κάλαντα των Θεοφανίων ήταν τα εξής:
«Σήμερον τα φώτα και ο φωτισμός
και χαρές μεγάλες και αγιασμός
κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας η Παναγιά
σπάργανα κρατάει και κερί κρατεί
και τον Άη Γιάννη παρακαλεί
Άγιε Γιάννη Πρόδρομε χαρά θεού
βάφτισε τον γιο μου παιδί θεού
- πως να το βαφτίσω παιδί θεού
Πρέπει να ανέβω στους ουρανούς
Να μαζέψω δροσιά και λίβανους» .
Την ημέρα των Φώτων πηγαίναμε νωρίς το πρωί πάλι στην εκκλησία και μετά πηγαίναμε στον ποταμό Νέστο και από ψηλά ο παπάς έψελνε και έριχνε τον σταυρό μέσα στο ποτάμι. Ύστερα βουτούσαν γύρω στα 3 με 4 παλικάρια και όποιος έπιανε το σταυρό καθότανε μ΄ ένα δίσκο και οι πιστοί προσφέρανε χρήματα.
Πρωτοχρονιά:
Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς καθόμασταν όλη η οικογένεια μαζί και στις 12 τα μεσάνυχτα κόβαμε την βασιλόπιτα, η οποία μέσα είχε ένα φλουρί- κέρμα. Σύμφωνα με την παράδοση, υπάρχει μια ιστορία την οποία διηγούνταν οι γιαγιάδες στα εγγονάκια τους, σχετικά με το έθιμο της Βασιλόπιτας.
Όταν λοιπόν ο Άγιος Βασίλειος ήταν επίσκοπος της Καισαρείας, ο τότε έπαρχος την Καππαδοκίας απαίτησε να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι απελπισμένοι ζήτησαν την βοήθεια του Αγίου Βασιλείου. Αυτός πρότεινε να φέρει ο καθένας ό,τι πολύτιμο είχε. Μάζεψε έτσι πολλά δώρα-χρυσαφικά-χρήματα και τα έδωσε στον Έπαρχο. Ο Έπαρχος όμως μόλις συναντήθηκε με τον Άγιο Βασίλειο θαμπώθηκε από την εμφάνιση του και την καλοσύνη του και δεν δέχτηκε τα δώρα ούτε ζήτησε φόρους. Τότε ο Άγιος Βασίλειος διέταξε να φτιάξουν μικρές πίτες και μέσα στην καθεμιά να βάζουν και από ένα αντικείμενα απ΄ αυτά που είχαν μαζέψει για τον Έπαρχο, και να τις μοιράσουν στους κατοίκους και έτσι έγινε. Κάθε κάτοικος που έτρωγε την πίτα έβρισκε μέσα ως εκ θαύματος ό,τι είχε προσφέρει. Από τότε καθιερώθηκε κάθε Πρωτοχρονιά να βάζουν οι χριστιανοί στην βασιλόπιτα ένα νόμισμα και όποιος το βρίσκει να θεωρείτε ο τυχερός της χρονιάς.
Γιορτή της γυναίκας:
Στις 8 Ιανουαρίου γιορτάζουμε τη «γιορτή της γυναίκας». Αυτήν την μέρα η γυναίκες του χωριού δεν έκαναν τις δουλειές του σπιτιού, ούτε μαγείρευαν φαγητό για τους άντρες τους και το βράδυ έβγαιναν και βγαίνουμε ακόμα στα καφενεία και στις καφετέριες. Αν κάποιος άντρας αυτή τη μέρα πάει στο καφενείο οι γυναίκες τον κυνηγούν και τον χτυπούν στ ΄ αστεία. Οι άντρες μένουν στα σπίτια και μαγειρεύουν και κάνουν τις δουλειές.
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων:
Έξω ΄ς σην αυλάν δέντρον εστάθεν
Δέντρον άναβον και κυπαρέσσι,
Δερ΄ ατ΄ ο ήλον, δερ΄ ατ΄ αέρας
Ρούζνε τ΄ αθα΄ θε, μυρίζ΄ αυλέαν…
Εκατήβ΄ αφκα΄ς σο σταυροστράτ΄
Διαβαίν΄ ν άλογα, διαβαίν΄ ν μουλάρα,
Χρυσοκάλυβα, καλυβωμένα.
Σ΄ σο κιφάλ΄ ν ατούν χρυσόν τουλπανίεν
Και΄ς σα μέσα τουν χρυσόν ζωστήραν,
Χώρτσον κι έπαρε ανεμοπόδκα
Και χρυσοκαλυβωμένα…
Δέβα΄ς σο ταρέζ΄ κ΄ έλα΄ς σην πόρταν,
Χα τσιρόπα, χα μηλόπα
Χα ξερά κοκκομελόπα.
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρα
Θέλ΄νε ούβας, θέλ΄νε λεφτοκάρα.
Μεγάλη εβδομάδα (Πάσχα):
Τη μεγάλη εβδομάδα δεν κάναμε καθόλου δουλειές στο σπίτι και κρατούσαμε ολόκληρη την εβδομάδα νηστεία. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τ΄ αυγά κόκκινα σαν το αίμα του Χριστού. Σήμερα τα βάφουμε και κίτρινα και πράσινα και μπλε. Τη Μεγάλη Παρασκευή μικροί και μεγάλοι ξενυχτούσαμε στην εκκλησία και φυλάγαμε και μοιρολογούσαμε τον Χριστό. Τα μικρά παιδιά πηγαίναμε στα σπίτια για να μαζέψουμε κρυφά λουλούδια για το στόλισμα του επιταφίου. Τα κορίτσια ντυνόντουσαν μυροφόρες και το Μ. Σάββατο που γυρίζαμε τον επιτάφιο έραιναν τον τάφο με λουλούδια. Το Μεγάλο Σάββατο πηγαίναμε στην εκκλησία και μόλις έλεγε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» οι άντρες πυροβολούσαν και τώρα τα παιδιά ρίχνουν και πυροτεχνήματα. Έπειτα φιλιόμασταν μεταξύ μας και εχθροί και φίλοι μόνιαζαν αυτή τη μέρα. Ο ένας έλεγε « Χριστός Ανέστη» και ο άλλος απαντούσε « Αληθώς Ανέστη». Μετά επιστρέφαμε στο σπίτι και τρώγαμε τη μαγειρίτσα. Την άλλη μέρα ψήναμε στην σούβλα το αρνί κα το γλεντούσαμε.