Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, ΜΟΥΣΘΕΝΗΣ
ΕΠΙΤΟΠΙΑ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ
ΕΡΕΥΝΑ
Στο χωριό Μουσθένη Ν. Καβάλας
Για το μάθημα της Λαογραφίας
Α’ Εξάμηνο
Τμήμα Ιστορίας & Εθνολογίας (Δ.Π.Θ.)
Διδάσκων: Βαρβούνης
Φοιτήτρια:
Παπαγιαννάκη Κωνσταντίνα
Δεκέμβριος ’92 – Γενάρης ‘93
Οι άντρις φορούσαν μάλλινα, πλεχτά να πούμε ρούχα, χειμώνα-καλοκαίρ, τα ίδια ρούχα είχαν. Και για καλά πάλι τέτοια. Να, διες εδώ τον παππού μ’. (ο ψηλότερος «μαυροφορεμένος» στη φωτογραφία). Τσόχες τα ‘λεγαν. Κι τα έραβαν ειδικοί ραφτάδες. Το απάν ήταν σα γιλέκου, λέγονταν καπουράν. Απου κει κι κάτ ήταν το τσαχτσίρ, του πανταλόνι, ένα φααρδύ πράμα, κι κάτου στα πόδια που τελείουνι στένευε. Αλλά εδώ πάν ήταν σαλβάρ’. Και ζουνάρ είχαν. Το είχαν σαν τσέπ’ αυτό. Είχαν ένα κουστούμ’ παλιό κι ένα κινούριο. Απου δυο παραπάν δεν μπορούσαν να κάν κιόλα.
Παπούτσια κανονικά, όχι όμως με κουρδόνια, γόβες, όπως φορούμ ιμείς δερμάτινα. Στουν κάμπου τσαρούχια. Για τα καθμερινά τσαρούχια. Γουρουνοτσάρουχα. Καπέλο ο παππούς μου φορούσι δίκουχου. Από ίδιου περίπου ύφασμα με το ρούχο.
Οι γυναίκες φορούσαν μακριά φουστάνια. Κουντό φουστάν’ δεν επιτρέπουνταν. Ως τον αστράγαλο κι κάτ. Μανίκια μακριά. Άμα φορούσε καμιά κουντό, αυτή δεν είν καλή γυναίκα. Ποδιά είχαν όλες. Τσεμπέρ στο κιφάλ. Νέες και γριές. Τότε οι νέες εικοσάρες θαρρούσες γριές ήταν. Τόσο.
Τα μαλλιά τς τα ‘πλεκαν. Βουρλίδες τα ‘λεγαν. Δεν έκοβαν μαλλιά. Τα ‘φυρναν μπρουστά, τα χτένζαν, τα ‘πλικαν και τα κρεμνούσαν απού πίσω τς. Απάν στου κιφάλ’ τς τα τύλιγαν κι έβαζαν τσιμπέρ απου πάν. Φορούσαν αξίας πράγματα. Ντούμπλες. Οι ντούμπλες δυόμς λίρες. Οι ντούμπλες ήταν στρόγγυλες. Το πιντόλιρο ήταν τετραγωνικό. Χρυσές λίρες. Οι πέντε εκατό χιλιάδες δραχμές έκαναν. Στα χέρια βραχιόλια. Βραχιόλια αξίας. Κι τα ‘χαν όλες τ’ αυτιά τς τρύπια.
(Βλάχος Δημήτριος, 73, δημοτικού)