Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ
Το έθιμο του Κουρμπανιού ήρθε στο Καλαμπάκι από τους Κρυονερίτες πρόσφυγες και γινόταν κάθε χρόνο με ευθύνη των «Κουρμπαντζήδων». Με τα χρόνια το χωριό μεγάλωνε και οι κάτοικοί του, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, διαφύλαξαν το Κουρμπάνι θεωρώντας το πανηγύρι του Αγίου Αθανασίου το μεγαλύτερο γεγονός στην κοινωνική ζωή του χωριού. Κάθε χρόνο όλο και περισσότερα άτομα συμμετέχουν μικροί και μεγάλοι, παλιοί και νέοι.
Πρώτα απ’ όλα πρέπει μα ετοιμαστεί ο χώρος που θα γίνει το Κουρμπάνι. Τα καζάνια πλένονται και όσα χρειάζονται γάνωμα γανώνονται, τα φλόγιστρα που θα ανάψουν συντηρούνται και ελέγχονται, ο χώρος καθαρίζεται και ασβεστώνεται, τα ξύλα που χρειάζονται για την φωτιά συγκεντρώνονται, το σπιτάκι που γίνεται το ξεψάχνισμα του κρέατος στήνεται και κάθε λεπτομέρεια ελέγχεται δύο και τρεις φορές ώστε όλα να γίνουν όπως πρέπει. Κάθε εργασία είναι εθελοντική και όλα τα απαραίτητα υλικά προσφέρονται από κατοίκους και επαγγελματίες του Καλαμπακίου.
Οι «Κουρμπαντζήδες» και τα μέλη του συλλόγου συγκεντρώνουν από όλους τους κατοίκους προσφορές σε σιτάρι, καλαμπόκι ή χρήματα. Οι παλαιότεροι συνηθίζουν να δίνουν και το απαραίτητο σακουλάκι με το αλάτι για να νοστιμίσει το κρέας.
Η καθιερωμένη γύρα στο χωριό γίνεται συνήθως το πρώτο Σάββατο ή Κυριακή του Γενάρη κοντά στην γιορτή του Αη- Γιάννη. Το πρωί συγκεντρώνονται όλοι οι εθελοντές κάθε ηλικίας στην πλατεία. Οι παλαιότεροι «χωρίζουν» το χωριό σε τέσσερις ή πέντε μαχαλάδες, οι ομάδες για την κάθε περιοχή ορίζονται, οι κουμπαράδες, οι τενεκέδες και τα τσουβάλια για το καλαμπόκι φορτώνονται στα αγροτικά αυτοκίνητα που έχει η κάθε ομάδα και σε λίγο απ’ άκρη σ’ άκρη του χωριού ακούγονται οι φωνές που ειδοποιούν τον κόσμο «για το Κουρμπάνι». Από τη γύρα εξαιρούνται τα μαγαζιά της πλατείας του χωριού και τα καφενεία τα οποία θα επισκεφτούν την παραμονή της γιορτής με τη συνοδεία οργάνων.
Με τα χρήματα που συγκεντρώνονται και την πώληση του καλαμποκιού που ρποσφέρθηκε αγοράζονται οι αγελάδες που θα χρησιμοποιηθούν. Το σιτάρι που προσφέρεται θα γίνει πλιγούρι την παραμονή από τους Κουρμπαντζήδες για να βράσει με το κρέας. Οι μοσχοκεφαλές δεν θα χρησιμοποιηθούν στην Παρασκευή του κουρμπανιού αλλά θα βγουν σε λαχειοφόρο αγορά από τον Σύλλογο την ημέρα του κουρμπανιού. Αργά το πρωί γίνεται το σπάσιμο του σιταριού για να γίνει πλιγούρι. Ο μύλος που θα σπάσει 300 κιλά σιτάρι που προσφέρθηκαν ρυθμίζεται έτσι ώστε το πλιγούρι που θα γίνει να μην είναι ούτε πολύ ψιλό (σκόνη), ούτε πολύ χοντρό. Ακολουθεί το «λίχνισμα» για να καθαρίσει το πλιγούρι από τη σκόνη και να μην λασπώσει στο βράσιμο. Στη συνέχεια αποθηκεύεται σε καθαρά σακιά και περιμένει την ώρα που θα μπει στα καζάνια.Νωρίς το πρωί της γιορτής οι καμπάνες χτυπούν καλώντας τον κόσμο την Θεία Λειτουργία. Αμέσως μετά, καθώς ο κόσμος βγαίνει από την εκκλησία, τα μέλη του Συλλόγου έχουν ετοιμάσει και προσφέρουν σε όλους τον πρώτο μεζέ: λίγο κρέας και ένα ποτηράκι τσίπουρο. Οι ζουρνάδες αρχίζουν να παίζουν και τα χορευτικά τμήματα του συλλόγου και του ΚΑΠΗ σέρνουν τον χορό πάνω στην πλατεία.Τέλος αργά το μεσημέρι κατά τις 3 η ώρα, είναι η στιγμή που ο ιερέας θα ευλογήσει το κουρμπάνι για να ξεκινήσει το μοίρασμα στους κατοίκους.
Το Θρακιώτικο έθιμο του Καλόγερου ή «ΚαλογεροΔευτέρα» ή « Καλογερικά».
Ένα μοναδικό θρακιώτικο έθιμο της ΚαλογεροΔευτέρας διασώζεται μέχρι τις μέρες μας και πραγματοποιείται κάθε χρόνο τη Δευτέρα της μικρής Αποκριάς, δηλαδή μία εβδομάδα πριν την Καθαρά Δευτέρα. Πρόκειται για αποκριάτικο δρώμενο με έντονες διονυσιακές καταβολές, κατά την τέλεση του οποίου οι κάτοικοι επιζητούσαν την ευγονία της γης καθώς η κύρια ασχολία τους ήταν οι γεωργία. Το πρωί της Δευτέρας συγκεντρώνονται 20 έως 30 παλικάρια που εκείνο τον καιρό ήταν ανύπαντρα και διάλεγαν μεταξύ τους έναν ο οποίος θα ήταν ο «Καλόγερος». Στη συνέχεια ντύνουν τον Καλόγερο με δέρματα ζώων (προβιές) και στη μέση του έχει περασμένα κουδούνια προβάτων. Το πρόσωπό του το βάφει με στάχτη και στο κεφάλι φοράει μια κουκούλα από δέρμα ζώου. Στα χέρια του κρατά δύο ξύλα, τα ντουκμάκια, απαραίτητα για τη «δράση» του Καλόγερου.Οι συνοδοί του είναι ντυμένοι με ποτούρια, θρακιώτικη ενδυμασία του Κρυονερίου. Στην παρέα υπάρχει πάντα ένας μεταμφιεσμένος σε τσιγγάνα. Τη συντροφιά συνοδεύει και μια ξύλινη καμήλα. Η συντροφιά του Καλόγερου δημιουργώντας πολύ θόρυβο περιφέρεται σε όλα τα σπίτια του χωριού με τη συνοδεία μιας γκάϊντας, σήμερα όμως δεν γυρνούν όλο το χωριό, λόγω της μεγάλης έκτασης που αυτό έχει πάρει. Όταν μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού, προκειμένου να δημιουργήσουν περισσότερη φασαρία χτυπούν με τα ξύλα που έχουν στα χέρια τους ότι αγροτικό μηχάνημα υπάρχει, ενώ παλιότερα χτυπούσαν το κάρο που βρισκόταν εκεί. Όταν έβγαινε ο νοικοκύρης του σπιτιού έξω του έλεγαν πως το κάρο του θέλει διόρθωμα και τον «απειλούσαν» πως για να μην του προξενήσουν μεγαλύτερη ζημιά έπρεπε να τους πληρώσει ακριβά. Συγχρόνως τον έσπρωχναν και τον περιέπαιζαν προκειμένου να τους δώσει μεγαλύτερο «μπαξίσι». Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν συνήθως χρήματα και αυγά. Το μεσημέρι, αφού ολοκληρωθεί η γύρα στις γειτονιές που έχουν καθοριστεί και κάθε χρόνο αλλάζουν, μαζεύονται στον χώρο του Πολιτιστικού Συλλόγου, όπου βράζονται και προσφέρονται τα αυγά που μαζεύτηκαν. Νωρίς το απόγευμα καταλήγουν στην πλατεία, όπου συγκεντρώνονται όλοι οι κάτοικοι προκειμένου να κάνουν το έθιμο της σποράς. Εκεί η συντροφιά του Καλόγερου επιλέγει έναν κάτοικο του χωριού τον καλύτερο νοικοκύρη και τον χρίζει βασιλιά. Ταυτόχρονα, καταφθάνει ένα ξύλινο άροτρο στο οποίο οι μεταμφιεσμένοι παίρνουν τη θέση των βοδιών και ο βασιλιάς κρατώντας το αλέτρι κι ένα ξύλινο κοντάρι τους κεντρίζει για να οργώσουν τη γη. Μ’ αυτόν τον τρόπο σέρνουν το αλέτρι στην πλατεία, κάνοντας τρεις περιφορές. Κάποια στιγμή οι μεταμφιεσμένοι που έχουν τη θέση των βοδιών πέφτουν κάτω, προσποιούμενοι ανημποριά. «Μάτι, μάτι» φωνάζουν οι υπόλοιπο και ο βασιλιάς πρέπει να ξεματιάσει τα «ζώα» του για να μπορέσει να συνεχίσει. Απαραίτητη προϋπόθεση να γνωρίζει τα σωστά λόγια γιατί αλλιώς τα «βόδια» δεν σηκώνονται με τίποτα. Μετά το εικονικό όργωμα, ο βασιλιάς παίρνει έναν τενεκέ με σιτάρι και καλαμπόκι που έχει αναμειχθεί με στάχτη και σπέρνει το υποτιθέμενα οργωμένο χωράφι πετώντας και στους περαστικούς. Κατά τη διάρκεια της σπορά ο βασιλιάς φωνάζει διάφορες τιμές για τα βασικά αγροτικά προϊόντα, οι οποίες είναι πολύ υψηλές επιζητώντας με τον τρόπο αυτό να έχουν καλή σοδειά, αλλά και καλές τιμές πώλησης των κόπων τους.
- Φέτος το στάρ’ 500 φράγκα
- Φέτος το κριθάρι 400 φράγκα
- Φέτος το καλαμπόκι 300 φράγκα
και τελείωνε
- Φέτος τζάμπα το μ……
Η τελευταία «ευχή» συνδέεται άμεσα με την ανάγκη που υπήρχε τον καιρό που οι άνθρωποι ήταν ολότελα εξαρτημένοι από την γεωργία, για τη συνεχή ανανέωση και ύπαρξη πολλών εργατικών χεριών για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δύσκολης δουλειάς στον κάμπο. Πέρα λοιπόν από την γονιμότητα της γης απαραίτητη ήταν και η γονιμότητα των συζύγων τους.
Αμέσως μετά τη σπορά ο βασιλιάς παίρνει έναν τενεκέ με νερό για να ποτίσει το ξερό χωράφι. Τότε και μόνον τότε οι κάτοικοι που παρακολουθούν έχουν το διακίωμα να βρέξουν το βασιλιά και τον Καλόγερο με κουβάδες νερό που εμφανίζονται από το πουθενά μες το πλήθος. Οι βρεγμένοι έχουν αυτοδίκαια το δικαίωμα να κυνηγήσουν και να χτυπήσουν με τις βέργες που κρατούν αυτούς που τους κατέβρεξαν. Το δρώμενο τελειώνει με πειράγματα, κέφι και χορό στην πλατεία του χωριού, όπου τα χορευτικά τμήματα του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου δίνουν τον πανηγυρικό τόνο ξεκινώντας τον χορό.Πολλές φορές εκτός από την τσιγγάνα την συντροφιά ακολουθούσε η νύφη ανακοινώνοντας τις τιμές των προϊόντων και ο γιατρός.
(Κυράνθη Στράντζαλη)