Τοπικές ενδυμασίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΝΙΚΗΣΙΑΝΗΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ
Ενδυμασία: Μέχρι 40-50 χρονών βίας, το 45 ήταν από τα λεγόμενα, ας πούμε που φοράμε σήμερα, τα δήθεν ευρωπαϊκά. Μετά τα 50 όμως ο γέρος γινόταν πραγματικά γέρος. Εσύ είδες τώρα το γέρο με αρχαία, παλιά στολή; Δεν είδες. Σήμερα άμα κάνει μια βόλτα παν’ θα δείς. Εμείς τα λέγαμε πενιβρέκια, τα λέγαμε. Τα ‘λεγαν πενιβρέκια. Απ’ τη μέση κατ’ το λεγόμενο παντιλόν’ ας πούμε το ‘λεγαν γιουρούτ, πενιβρέκι. Το πιο γνήσιο ήταν πενιβρέκι. Εμείς τό λεγαμ’ και βράκα και βάλε. Απ’ τη μέση απάν’ ένα σα γιλέκι, με τσέπες εδώ (στα πλάγια), κοπαράν’ τό ‘λέγαν κοπαράν’ ένα σα ζωνάρι (αυτό το έβαζαν πάνω απ’ το γιλέκι). Το κομπολόι εδώ το ‘βαζε, την ταμπακιέρα, το τσιγάρο, εδώ σ’ αυτό τις τσέπες. Κι απάνω μια παλτάρα μαύρη, ένα παλτό. Στο κεφάλι είχε ένα καμελιάφκ’ γεροντικό. Βέβαια, θα το καταλάβ’ς αν βγείς σήμερα απάν’. Ένα σκούφο. Έχεις δεί παπάδες όταν βγάζουν τη στολή, ας πούμε, και θέλουν ν’ ασχοληθούν στην εκκλησία κάτι, κάτι να κάνουν ας πούμε, ή να πλένει ή να κάνει, κάνει ένα φέσι μαύρο, ας πούμε, το βάζει εκεί. Το λεγόμενο τσ’ αγκαρίας, είναι τσ’ δουλειάς. Παπούτσια είχε τα κουντούρια· τουλούμπες, τα ‘λεγαν τουλούμπες. Ήλεγε στη μαν’ μ’ ο μπαμπάς μ’: «Βαγγιλιώ φερ’ μ’ από ‘κεί τα κουντούρια μ’». Τούρκικο ήταν αυτό. Ήταν από πετσί, πέτσινα ήτανε. Μετά ήταν το λεγόμενο, τσαρούχι, τσιρβούλι, τσιρβούλια τα ‘λεγαν. Μικροί μεγάλ’. Από χοιρινά δέρματα, από βόδια, από μοσχάρια, ας πούμε. Από πάνω φορούσαν παλτό, καπότο το ‘λεγαν εκείνα τα χρόνια, οι γερόντ’ το ’λεγαν καπότ’. «Φερ’ το καπότο μ’ μαρί». Ήταν από τσόχα, ύφασμα, όχι, ύφασμα καλό ήταν. Αυτά τα ‘χαν οι λίγοι. Οι άλλοι φορούσαν κάτι άλλα πανιά, τα φορούσαν, πάγωναν. Οι δε γυναίκες στο χωράφ’ κι μέχρι σήμερα ακόμ’, φορούσαν βράκες τσι λεγαμ’ ‘κείνα τα χρόνια. Ένα φαρδύ, όπως οι τσιγγάνοι, οι γύφτοι σήμερα. Αλλά όχι έγχρωμα και χρωματιστά, μονόχρωμ’ ή μπλε ή κανά μαύρο. Τα ‘καναν σκούρα τότε για να μην πλύνονται γιατί δεν είχε· το πλύσιμο το δεν είχε, τίποτε δεν είχε, πληντύρια τότε δεν είχε. Σκαφ’ και στάχτη έβαζαν μέσα για το πλύσιμο, για να καθαρίσουν πιο καλά τα ρούχα. Αντίς απορρυπαντικό έβαζαν στάχτη. Και από παν’ φορούσαν μια μπλούζα απλή. Τα παιδιά 5-6 χρονών αγόρια, κορίτσια, φορούσαμ’ ένα φουστανάκ’ από πάν’ ως κάτ’, για να μη μας βγάζουν τα βρακιά. Όποτ’ ήθελαμι κατουρούσαμι κι όπως ήθελαμι κατουρούσαμι, δεν είχε άλλο τίποτε. Ένα φουστανάκι το καλοκαίρ’.
Ενδυμασία: φορούσαν τσ’ βράκες, τα πουτούρια. Το παντελόν’ το ‘λεγαν πουτούρ’. Τα παπούτσια τα ‘λεγαν γιουμίνια. Τα παντελόνια τα ‘λεγαν πουτούρια. Ήταν σα βράκες, από τσόχα. Τα γιλέκα τά ‘λεγαν τσιπκένια, τα ‘λεγαν κοπαράν’, του ‘λεγαν και κοπαράν’ κι τέτοιο τσιπκέν’. Αυτό το ‘λεγαν ζωνάρ’. Στη μέσ’ το φορούσανι. Όπως βαν’ς ένα κασκόλ, παράδειγμα, το τυλίγ’ς. Είχαν άλλα γιλέκα που τ’ κούμπωνες εδώ απάν’ (στον ώμο). Το βανες από ένα μέρος, από ‘δω ήταν κλειστό κι απ’ την άλλη μεριά που το πιανες ‘δω και το κούμπωνες πισ’ μπρος. Το δεξί εδώ μπροστά ήταν μαύρο, αλλά μάλλινο όμως, τσόχα. Από πίσω έβαλε ρετσίνα, καμπαντίνα. Ρετσίνα το ‘λεγαμ’ ένα ύφασμα, έκαναν κι παντουλόνια τέτοια. Τό βανες τό ‘φκιανες εδώ· εδώ μπροστά είχε τσέπες μεγάλες, όπως έχουν οι κτίστες κατ’ ποδιές που βάνουν τα καρφιά, ακριβώς τέτοιο σχέδιο, έβαναν τ’ ταμπακιέρα, το τσακμάκ’, όλα αυτά τά ‘βαναν ‘δω μπροστά. Φορούσαν κι φέσια αυτοί. Όρισμέν’ γερόντ’ που έχουν βιλούδνα καπέλα. Αυτά φέσια τού ‘λεγαν, σάπκα τού ‘λεγαν, όπως ήθελες τού ‘λεγαν. Χειμώνα καλοκαίρ’ το φορούσαν. Αλλά, άλλα γιορτιρά, άλλα καθμερνά. Τις γιορτές φορούσαν πάλι το ίδιο, αλλά πιο επίσημα, πιο καλά, αυτά τ’ άλλα τα ‘χαν για τη δουλειά, ήταν πιο παρακατνά. Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια, αλλά φαρδύ από κάτ’, όπως είνι ένας πλισές παράδειγμα, ένας πλυσές φαρδύς, τέτοια φορούσαν οι γυναίκες, εδώ όμως είχε κοπτσάδες στη μεσ’ και το φλίκωνε, το κούμπωνε έτσ’ για να ‘ν’ ανοιχτό για να το βάν’ εύκολα γιατί εδώ απ’ τη μεσ’ απάν’ ήταν στινότερο, από κατ’ είχε φλαμπουράδες, φάρδυνε από κάτ’ η φούστα. Κι ήταν μακριά μέχρι κάτ’.
Μέχρι την πατούνα στο ποδ’ τσ’. Έτσι φορούσαν τότε. Παπούτσια μαύρα. Δεν είχε άλλα χρώματα. Από δέρμα όμως. Στον τσαγκάρ’ παραγγελία από δέρμα φορούσαν παπούτσια. Το ‘λεγαν κουντούρια ή γιουμίνια. Είχε γερόντ’ που φορούσαν τουλούμπες «δώσε μ’ τις τουλούμπες μου». Τουλούμπες είναι πάλι δερμάτινες, όπως είναι αυτά τα παπούτσια που είνι, αυτά τέτοια παπούτσια ήταν οι τουλούμπες. Οι γυναίκες στο κεφάλ’ δε φορούσαν τίπτα. Στο σπίτ’ μέσα φορούσαν τσιμπέρια. Οι νέις (νέες) φορούσαν άσπρες τσιμπέρια, οι περασμένες φορούσαν μαύρες τσιμπέρια, ενώ τα κορίτσια δε φορούσαν. Τα κορίτσια έξω δε φορούσαν τσιμπέρια κι τέτοια. Όταν παντρεύονταν φορούσε τσιμπερ’, το κανε έτσι από ‘δω, το ‘κανε κοκολέτο, ένα ωραίο… Τα κορίτσια είχαν πάντα μακριά μαλλιά, περμανάντ τέτοια δεν είχε· είχ’ πλεξούδες καημένη, μέχρι κατ’ στη μέση. Στις γιορτές φορούσαν πάλι τα ίδια αλλά πιο καλά.
(Χριστοδούλου Ανδρέας, ετών 66, αγράμματος)
[λεζάντα]
Παραδοσιακή ενδυμασία των Νικισιανών
Παραδοσιακοί χοροί κατά το έθιμο των αράπηδων