Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΚΑΛΛΙΣΤΗΣ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Α. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α. Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

Η Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα ήταν περίοδος νηστείας, κυρίως για τις γυναίκες. Σπάνια νήστευαν οι άντρες του χωριού. Οι γυναίκες παρ’ όλο που μαγειρεύουν για τους άντρες και τα παιδιά τους, κρατάνε κανονικά τη νηστεία τους για να κοινωνήσουν τα Χριστούγεννα. Μια ιδιαίτερη γιορτή για το χωριό αυτές τις μέρες είναι η γιορτή του Αγίου Μοδέστου στις 16 Δεκεμβρίου.

“Στις 16 Δεκεμβρίου η εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του Αγίου Μοδέστου, του αγίου των ζώων. Την ημέρα αυτή, η γυναίκα του σπιτιού ζυμώνει ένα μεγάλο ψωμί και χαράζει πάνω του τον ζυγό, το αλέτρι και τις μορφές κάποιων ζώων. Το ψωμί ψήνεται και νωρίς το πρωί το πάει στην εκκλησία και το διαβάζει ο παπάς στην λειτουργία. Μετά, ένα μεγάλο μέρος του ψωμιού ταϊζεται στα ζώα του σπιτιού.”

“Στις 4 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Την παραμονή της γιορτής σε όλα τα σπίτια βράζεται η Βαρβάρα. Είναι σιτάρι βρασμένο με σταφίδες, σουσάμι, σύκα και κουκιά. Η Βαρβάρα γίνεται για να πετύχει η σπορά. Την επόμενη μέρα γίνονται ανταλλαγές Βαρβάρας από σπίτι σε σπίτι.”

[Γεώργιος Πεταλάς]

 

β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)

Οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς έχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτές τις μέρες οι κάτοικοι του χωριού κάνουν πολλές ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι τους. Επειδή τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου δεν έχουν την ευκαιρία να τρώνε συχνά κρέας, αυτές τις μέρες το μόνο που κάνουν είναι να ετοιμάζουν φαγητά. Παρακάτω περιγράφονται όλες οι διαδικασίες για τα γιορτινά τραπέζια.

“Η Παραμονή των Χριστουγέννων είναι η μέρα σφαγής των γουρουνιών. Κάθε σπίτι σχεδόν εκτρέφει ένα γουρούνι για έξι μήνες και την ημέρα των Χριστουγέννων ζυγίζει πάνω από 100 κιλά. Αυτήν την ημέρα θα σφαχτεί και θα θρέψει την οικογένεια για όλο σχεδόν τον χειμώνα. Ομάδες από 2-3 άντρες γυρνάνε στο χωριό και σφάζουν και γδέρνουν τα γουρούνια. Η αμοιβή τους είναι ένα ουζάκι με μία τηγανιά συκώτια από το γουρούνι. Τα πρώτα χρόνια το δέρμα του γουρουνιού το κρατάει ο νοικοκύρης για να κάνει τσαρούχια. Αργότερα όμως το δίναν στον γουρουνοσφάχτη. Αυτή τη μέρα όποιο παιδί φιλήσει τον πισινό του γουρουνιού θα πάρει την φούσκα του γουρουνιού (ουροδόχο κύστη). Αυτή ήταν η μπάλα της εποχής και ήθελε θυσίες.

Τα έντερα του γουρουνιού πλένονται και καθαρίζονται καλά για να γεμιστούν λουκάνικα. Η γέμιση είναι με κρέας και λίπος. Από την πλάτη κόβουν κομμάτια κρέας που μαζί με το λάχανο τουρσί θα κάνουν την παραδοσιακή λαχανιά. Το υπόλοιπο κρέας αφήνεται να στραγγίσει. Για το βράδυ της Παραμονής η νοικοκυρά μαγειρεύει νερόβραστη φασολάδα γιατί την επόμενη μέρα θα κοινωνήσει. Πριν αρχίσουν να τρώνε, ο γεροντότερος αρχηγός της οικογένειας βάζει πάνω σε ένα ηνί, κάρβουνα και λιβάνι και θυμιατίζει όλα τα μέλη της οικογένειας και το σπίτι. Μετά τα παιδιά βγαίνουν έξω από το σπίτι και μιμούνται τις φωνές των ζώων για να δείξουν ότι συμμετέχουν και αυτά στο τραπέζι, ενώ ο νοικοκύρης θυμιατίζει όλα τα ζώα. Αυτή είναι και η ώρα που τα παιδιά του χωριού λένε τα κάλαντα των Χριστουγέννων γιατί ξέρουν ό,τι όλη η οικογένεια είναι στο σπίτι.

Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν ως εξής:

Χριστούγεννα- Χριστούγεννα, πόψε ο Χριστός γεννιέται. Γεννιέται και βαφτίζεται στον ουρανό απάνω. Το μέλι τρων’ οι άρχοντες και τα κεριά στον άγιο και τα κεριά στα λάματα στον Άγιο Κωνσταντίνο. Σ΄αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει και του χρόνου”

 

Πριν από τα μεσάνυχτα πάνε για ύπνο γιατί θα σηκωθούν όλοι νωρίς για την Λειτουργία των Χριστουγέννων.

Μετά την εκκλησία ετοιμάζονται τα φαγητά. Στην κατσαρόλα μπαίνουν τουρσί και κρέας και στα κάρβουνα ψήνονται οι μπριζόλες και τα λουκάνικα. Μετά τη νηστεία η όρεξη για το κρέας είναι μεγάλη.

Αυτή τη μέρα και το ντύσιμο τους είναι γιορτινό. Όλοι φοράνε τα πιο καλά τους ρούχα, εκτός από αυτούς που θα φροντίσουν τα ζώα το μεσημέρι και το απόγευμα.

Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων μαγειρεύουν τη μπάμπουρα ή μπάμπιτσα ή μπάμπω. Το παχύ έντερο του γουρουνιού καθαρίζεται καλά και γεμίζεται με ρύζι, συκώτι και άλλα εντόσθια και ψήνεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα. 

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς κόβεται η Βασιλόπιτα και στήνεται παιχνίδι με χαρτιά. Η βασιλόπιτα είναι μια κοινή τυρόπιτα που μέσα μαζί με το κέρμα μπαίνουν και ξυλαράκια που συμβολίζουν τα υπάρχοντα της οικογένειας. Το παιχνίδι που παίζεται με τα χαρτιά είναι η “21” αλλά τα ποσά δεν είναι μεγάλα.

Την επόμενη μέρα, την πρώτη μέρα του νέου χρόνου, τα παιδιά λένε τα κάλαντα, που έχουν ως εξής:

Σούρβα- Σούρβα για χαρά για σταφίδες, για παρά τρεις χιλιάδες πρόβατα κι άλλα τόσα γίδια, δώσε αφεντικό μια χούφτα καρύδια να μη σε σπάσουμε τα κεραμίδια.”

Οι νοικοκυραίοι δίνουν στα παιδιά καρύδια, σύκα, σταφίδες, ξυλοκέρατα, κάστανα και οι πιο πλούσιοι δίνουν κάποιο κέρμα.

Μετά από λίγες μέρες είναι η παραμονή των Θεοφανείων. Το βράδυ της παραμονής, τα παλικάρια του χωριού τραγουδούν τα Γκαλιώρ (από τη καλή ώρα), μαζί με μια γκάϊντα από σπίτι σε σπίτι. Χωρίζονται σε 2 ομάδες και τραγουδούν.

Γκαλιώρα μας, γκαλιώρα σας, Γκαλιώρα λεν τα Φώτα, εδώ μας είπαν κι ‘ρθαμε, εδώ στ’ αρχοντολόι, εδώ ξασπρίζουν το φλουρί τ’ ασημ και τ’ αλογάρι και στου φλουριού το ξάσπρισμα κοιμάται ο αφέντης μέσα και πως θα τον ξυπνήσουμε τον δικό μας τον αφέντη, φέρατε μήλα 12, νεράτζια 15 σαν ήπιε και ξαγρύπνησε ζητά να γευματίσει, φταν τόσα που παμ στον αφέντη να πουμ και στην κυρά μας κυρά αργυρή, κυρά χρυσή, κυρά μαλαματένια, κυρά μ’ όταν στολίζεσαι στην εκκλησία να πάεις, βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθη και τον καθάριο Αυγερινό τον βάζεις δαχτυλίδι. Φταν τόσα που παμ στην κυρά. Ας πούμε και για τη θυγατέρα. Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου κυρά μ’ την ακριβή σου την έλουζες, τη χτένιζες στον αργαλιό τη στέλνεις. Μαλαματένιος αργαλιός, ολόχρυσο το χτένι και τη σαϊτα που ‘ριχνες χρυσό μαργαριτάρι. Φτάνουν τόσα που παμ στο κορίτσι. Ας πουμ και τον υιό της. Κυρά μ τον γιο, τον γιόκα συ κυρά μ τον ακριβό σου τον έλουζες, τον χτένιζες και στο σχολειό τον στέλνεις κι ο δάσκαλος τον ρώταγε πού ‘ναι τα γράμματά σου. Τ γράμματα είναι στο χαρτί και ο νους μου διάβει πέρα, πέραντι, πέραν , πέραντι, περάσει μαυρομάτης, που ‘χουν το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σαν γαϊτάνι, ζητάει τα βόδια στο ζυγό, τα κίτρινα στ’ αλέτρι και τα γαλαζοπράσινα στους κάμπους ριζωμένα, κέρνα τα κόρη μου κέρνα τα παλικάρια που σέρνουν στα παπούτσια τους σαράντα λίμπρες λάσπη.”

 

Την ημέρα των Θεοφανείων η νοικοκυρά πήγαινε νωρίς στην εκκλησία για να φέρει αγιασμό στο σπίτι. Μετά όλο το χωριό, με τα εξαπτέρυγα μπροστά, τον παπά και τον ψάλτη, πάνε στο ποτάμι για να ρίξουν τον σταυρό. Ο παπάς πετάει τον σταυρό στο ποτάμι για να αγιάσει τα νερά και τα παλικάρια του χωριού βουτούν να τον πιάσουν. Μετά από αυτό οι γεωργοί παίρνουν ένα μπουκαλάκι αγιασμό και ραντίζουν τα χωράφια τους για να πάει καλά η σοδειά. Τα παλικάρια που βούτηξαν στο παγωμένο νερό, γυρίζουν όλο το χωριό με το σταυρό στο χέρι και ψέλνουν από σπίτι σε σπίτι.

Στις 8 Ιανουαρίου είναι ημέρα της μπάμπως. Την ημέρα αυτή το χωριό τιμάει την πρακτικιά μαμή του χωριού, την μπάμπω. Οι γυναίκες που γέννησαν μέσα στη χρόνια, της πάνε ένα σαπούνι, μια πετσέτα και γλυκά για να της δείξουν την ευγνωμοσύνη τους. Με την γιορτή της μπάμπως τελειώνουν οι γιορτές”

[όλη η περιγραφή της ενότητας έγινε από τον Γεώργιο Πεταλά]

 

γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου

Ο Φεβρουάριος άρχιζε με τα <<Σημαδιακόγιορτα>>, 1η Φεβρουαρίου είναι του Αγίου Τρύφωνος, 2η Φεβρουαρίου είναι η Υπαπαντή του Κυρίου και 3 Φεβρουαρίου είναι του Αγίου Συμεών. Αυτές τις τρεις μέρες οι γυναίκες δεν έκανε να κόβουν και να ράβουν. Το ψωμί το έσπαγαν με το χέρι, δεν το έκοβαν. Αν ήταν μεγάλη ανάγκη να κόψουν κάτι σταύρωναν πρώτα κάτω και μετά έκοβαν. Αυτό το τηρούσαν ιδιαίτερα οι έγκυες για να μη βγει το μωρό σημαδεμένο.”

“ Ο Άγιος Θεόδωρος γιορτάζει στις 17 Φεβρουαρίου. Εκείνη την ημέρα τα κορίτσια πήγαιναν να πάρουν νερό από την μοναδική βρύση του χωριού. Στο “πήγαινε-έλα” δεν μιλούσαν καθόλου. Με εκείνο το νερό έφτιαχναν ένα ψωμί με παραπάνω αλάτι και το πήγαιναν στην εκκλησία να το διαβάσει ο παπάς. Το βράδυ έτρωγαν λίγο από αυτό το ψωμί και δεν έπιναν νερό. Στον ύπνο τους διψούσαν και αν κάποιος τους έδινε νερό στο όνειρό τους, αυτός θα ήταν ο άντρας που θα παντρευτούν.”

[Γεώργιος Πεταλάς]

 

δ. Απόκριες

Το παρακάτω έθιμο προέρχεται καθαρά από το Φυλλοχώριο της Ανατολικής Θράκης (Γκαγκαβούζικο καρναβάλι)

“Γινόταν το καρναβάλι αυτό τη Δευτέρα πριν τις Απόκριες. Έπαιρναν μέρος μόνο αγόρια, που ντύνονταν και κορίτσια όταν χρειαζόταν. Υπήρχαν κάποια αγόρια σαν μουτζούρηδες. Βάζαν σακάκια, γούνες και καμπούρες. Κρατούσαν μια μπάλα δεμένη με σύρμα και πανιά. Υπήρχε ο γιατρός, ο καντής (άρχοντας) που ήταν καλά ντυμένος και η γυναίκα του που ήταν γκαστρωμένη. Υπήρχε και ο πατλά- πατλαμάς που κρατούσε ένα σακί με στάχτη και είχε ένα ξύλο δεμένο σ’ ένα τενεκέ (το σουσάκι). Όλοι αυτοί γυρνούσαν σ’ όλο το χωριό, από σπίτι σε σπίτι. Στη διαδρομή κάποιοι από τους χωριανούς έκλεβαν ένα κορίτσι και οι μουτζούρηδες τους κυνηγούσαν. Ο πατλά- πατλαμάς τους έλουζε με στάχτη. Οι μουτζούρηδες είχαν κουδούνια πάνω τους και έτρεχαν μέσα στις αυλές και έκλεβαν αυγά, τυρί και αλεύρι. Η γυναίκα του καντή που ήταν έγκυος λιποθυμούσε σε κάθε σταυροδρόμι και ο γιατρός προσπαθούσε να την κάνει καλά. Κάποια στιγμή την πιάναν οι πόνοι και γεννούσε στο δρόμο. Όλο το χωριό γυρνούσε από πίσω τους και διασκέδαζε. Στο τέλος σταματούσαν στην πλατεία. Εκεί έπαιρναν ένα αλέτρι και έζευαν τα παλικάρια για να οργώσουν. Ο καντής κρατούσε το αλέτρι. Κάποιοι είχαν δέσει το πόδι του, το τραβούσαν και έπεφτε. Έτρεχε ο γιατρός να τον κάνει καλά και έτσι γελούσε το χωριό. Όλα τα κλεμμένα, οι γυναίκες τα έκαναν πίτες και τα μοίραζαν στο χωριό.

[Γεώργιος Πεταλάς]

 

ε. Κινητές εορτές (Πάσχα)

Την Μεγάλη Τετάρτη όλες οι νοικοκυρές πηγαίνουν στην εκκλησία με ένα πιάτο αλεύρι. Σε ένα ταψί ρίχνουν λίγο από το αλεύρι τους ενώ το υπόλοιπο το μαζεύει ο παπάς για να κάνει λειτουργιές. Στο κέντρο του ταψιού με το αλεύρι τοποθετείται ένα φλυτζάνι με λάδι, ενώ στο αλεύρι στήνονται 7 κεριά. Τα κεριά αυτά αντικαθίστανται από άλλα 7 κεριά κάθε φορά που αλλάζει το ευαγγέλιο. Όλες οι γυναίκες κρατούν στο χέρι τους ένα αναμμένο κερί. Στο τέλος ο παπάς σταυρώνει μία μία τις γυναίκες στο μέτωπο με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο λάδι. Φεύγοντας οι γυναίκες παίρνουν μαζί τους ένα βαμβάκι με λάδι για να σταυρώσουν την οικογένεια τους.

Την Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές βάφουν τα κόκκινα αυγά. Το βράδυ πάνε στη λειτουργία των 12 Ευαγγελίων μαζί με ένα δώρο, πουκάμισο, μαντήλι ή πετσέτα και τα κρεμούν στον σταυρό όταν βγαίνει. Τον σταυρό τον ξενυχτούσαν όλη τη νύχτα και ψέλνουν μοιρολόγια.

Την Μεγάλη Παρασκευή οι νοικοκυρές φτιάχνουν τα κουλούρια και τα τσουρέκια τους. Τα παιδιά μαζεύουν λουλούδια για το στολισμό του επιταφίου. Όλη την ημέρα η καμπάνα χτυπά πένθιμα. Το βράδυ όλοι οι κάτοικοι βρίσκονται στην εκκλησία για να ψάλουν εγκώμια. Μετά γίνεται η περιφορά του επιταφίου σε όλο το χωριό και σε κάθε σταυροδρόμι σταματούν για να διαβάσουν ευχές για τους πεθαμένους του χωριού.

Το Μεγάλο Σάββατο οι νοικοκύρηδες σφάζουν αρνιά για να ετοιμάσουν το “κουρμπάνι” (θυσία) που θα φάνε την Κυριακή. Σε ένα μεγάλο ταψί βάζουν το αρνί με γέμιση από ρύζι, συκώτια, έντερα και κρεμμύδια. Το ταψί μεταφέρεται στο μεγαλύτερο φούρνο της γειτονιάς, όπου ψήνεται όλη την νύχτα.

Το βράδυ μετά την Ανάσταση, η οικογένεια τσουγκρίζει τα αυγά για να φάει. Η μαγειρίτσα γινόταν συνήθως την δεύτερη μέρα του Πάσχα. Την ημέρα του Πάσχα η οικογένεια τρώει το παραδοσιακό “κουρμπάνι”.

“Ο Λάζαρος τραγουδιόταν το Σάββατο του Λαζάρου από κοριτσάκια που γυρνούσαν με μια κούκλα και έλεγαν:

“Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια. Ήρθ' η Κυριακή που τρων τα ψάρια. Σήκω Λάζαρε και μη κοιμάσαι, ήρθ’ η μάνα σου από την πόλη, σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι”

Τα κορίτσια μάζευαν αυγά για να τα βάψουν την Μεγάλη Πέμπτη.”

[Γεώργιος Πεταλάς]

 

ζ. Γιορτές του καλοκαιριού

Στις 24 Ιουνίου γιορτάζουν τον Άγιο Γιάννη τον Κλήδωνα. Ανάβουν φωτιές τη νύχτα στους δρόμους και πηδούν από επάνω. Τα κορίτσια την παραμονή της γιορτής βάζουν σε ένα τσουκάλι με νερό ένα κουμπί, μια πιάστρα ή μια καρφίτσα τους. Αφήνουν το τσουκάλι όλη τη νύχτα έξω και την άλλη μέρα μαζεύονται όλες πάνω από το τσουκάλι και τα ξανά βγάζουν λέγοντας στιχάκια:

Τα βάσανά μου γίνανε σαν της αυλής την άμμο. Μα αφού μου τα ‘δωσε ο Θεός σαν τί μπορώ να κάνω;”

Στις 23 Αυγούστου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου γίνεται το μεγάλο πανηγύρι. Οι προετοιμασίες αρχίζουν από την προηγούμενη μέρα. Οι άντρες μαζεύουν βέργες για να φτιάξουν μια κάμαρα πάνω στο κάρο με κουρελούδες. Οι γυναίκες ετοιμάζουν τα φαγητά που θα πάρουν στο πανηγύρι. Βάφουν τα κεφάλια των ζώων που τραβάν το κάρο για να δείξουν ότι συμμετέχουν και αυτά στην γιορτή. Από νωρίς το απόγευμα ξεκινάνε για τη μονή Βαθυρρύακος (Φατήριακα) που είναι 7-8 χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Όταν φτάνουν εκεί, βάζουν τα κάρα τους όλοι οι γνωστοί μαζί και πάνε να προσκυνήσουν στην εκκλησία. Εκεί όλη τη νύχτα έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν. Τα παιδιά κοιμόντουσαν στο κάρο και την άλλη μέρα ξεκινούσαν για το χωριό.”

[Γεώργιος Πεταλάς]

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1320
Έτος καταγραφής
2002-03
Επώνυμο
Καρβουνίδου
Όνομα
Ελένη