Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΡΙΖΙΩΝ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ
Α. Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
Μέρες αρκετές πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν τα παλικάρια του χωριού να φτιάχνουν τις ‘’ παρέες ‘’ για τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα . και κατά πως η ηλικία τους πρόσταξε γινόταν καλαντάρηδες της μικρής ή της μεγάλης παρέας . Συμφωνούσαν τα όργανα και ξεκινούσαν τις πρόβες . Ήταν μεγάλη η χαρά και η ικανοποίηση και η παρέα ετοιμαζόταν για τη μεγάλη μέρα .
Β. Το Δωδεκαήμερο ( 25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου )
Αποβραδίς συγκεντρώνονταν και ξεκινούσαν να περιδιαβαίνουν τους δρόμους στις γειτονιές τραγουδώντας ‘’ Χριστός γίνεται χαρά στον κόσμο στα παλικάρια , στα παλικάρια στα λιοντάρια …’’ .
Ξημερώματα των Χριστουγέννων ξεκινούσαν οι παρέες απ’ το σημείο συγκεντρώσεις , αφού είχαν καταστρώσει το σχέδιο ποιες γειτονιές θα επισκέπτονταν πρώτες .
Συνήθως πιάνανε τις άκρες του χωριού και προχωρούσαν προς το κέντρο. Αντιλαλούσαν οι γειτονιές από τις δυνατές φωνές των παλικαριών και τους ήχους της γειτονιάς , του κλαρίνου , του βιολιού . Το τουμπερλέκι κι ο νταϊρές είχαν την τιμητική τους . Οι καλαντάρηδες , φορώντας κάλαντα ή σιάπκις στα κεφάλια στολισμένα με αμάραντο βρακωμένο (βαράκι – με φύλλο χρυσού) περιδιάβαιναν τις γειτονιές κι είχαν να πουν τραγούδια για όλους . Για τον αφέντη , τον παπά για τους νοικοκυραίους ,την αρραβωνιασμένη , τη χήρα , την κόρη και τον υιό . Ακόμα και για το νεογέννητο του σπιτιού . Χαρακτηριστικά δίστιχα για την ελεύθερη κοπέλα που ο αγαπημένος της έβρισκε την ευκαιρία να της στείλει διάφορα μηνύματα έτσι τραγουδιστά και όμορφα.
‘’ Ξύπνα περιστερούλα μου κι ήρθα στον μαχαλά σου τ ‘ ακούσι κι ‘ συ κόμα κοιμάσι κοιμάσι κι κιρχάζισι , στου ύπνου σ’ αρβουνιάζισι ‘’. ‘’Στην πόρτα σου θα κρεμαστώ σαν το παχύ το ψάρι . Κι αν δεν σε κλέψω μια βραδιά , δεν είμαι παλικάρι . ‘’ Άναψε την καντήλα σου και βάλε λίγο λάδι . Άνοιξέ το παραθύρι σου να ΄ρθω κι εγώ το βράδυ .’’
Στα σπίτια όπου υπήρχαν αρραβωνιασμένα ή νιόπαντροι , τα παλικάρια απαιτούσαν την « καλοπληρωτή » τους φωνάζοντας δυνατά ‘’ την μπριζόλα , του μαντήλι’’. Κι η πεθερά , η μάνα ή η νιόπαντρη κοπέλα έπρεπε να τα ’χει έτοιμα και να τους τα προσφέρει . Στα σπίτια που οι νοικοκυραίοι ήταν μερακλήδες και τσορμπατζήδες ( ευκατάστατοι) οι νοικοκυρές πρόσφεραν στις παρέες των καλουτάδων κρασί και μεζέ (λουκάνικα ή κομμάτια χοιρινού φρεσκοτηγανισμένου κρέατος ) και κατόπιν στήνονταν χορός στη μέση της αυλής .
Αργά το μεσημέρι κουρασμένα και αρκετά ζαλισμένα τα παλικάρια μετρούσαν την καζάντια και το σούρουπο στήνονταν χορός τρικούβερτος στην πλατεία του χωριού με τα όργανα .
Οι μπριζόλες και τα λουκάνικα που είχαν συγκεντρωθεί έσπαγαν μύτες καθώς τηγανίζονταν για να χορτάσουν τους άξιους καλαντάρηδες .Το γλέντι φούντωνε , έδιναν κι έπαιρναν οι ευχές : ‘’ Αντί κι απού χρόνι παιδιά …..’’ . Κάπως έτσι συνεχίζουν και σήμερα τ ‘ αγόρια του χωριού την παράδοση των καλάντων , προσδοκώντας την αμοιβή τους όχι μόνο σε μπριζόλες αι μαντήλια μα και σε χρήματα που στο τέλος θα μοιραστούν . Θα φάνε , θα πιούνε και θα γλεντήσουν για να ξεχάσουν το κρύο και την κούραση της μέρας . Μα πάνω απ’ όλα θα έχουν περάσει κι αυτά τα Χριστούγεννα κατά πως πρέπει , ψάλλοντας το μεγάλο γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού και βιώνοντας χαρούμενα κομμάτια της λαϊκής μας παράδοσης , στις αρχές του 20ου αιώνα .
Γ . Γιορτές του Φεβρουαρίου
Ο Μπέης
Ένα πολύ παλιό έθιμο που έχει ρίζες του στα αρχαία Δημήτρια, είναι γιορτή της σποράς .
Ο Μπέης κάθε περιοχής – στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λειτουργούσε ως φοροεισπράκτορες . Οι χριστιανοί κάποιοι βρήκαν ένα τρόπο με τη γιορτή αυτή (έθιμο ) απ’ τη μια να τον ‘’τιμάν’’, κατά κάποια τρόπο (να τον ρίχνουν στάχτη στα ματιά , που έλεγε κι ο λαός ) κι από την άλλη να τον διακωμωδούν .
Ο Μπέης καθισμένος πάνω σε στολισμένο κάρο γύριζε από σπίτι σε σπίτι για να εισπράξει τον καθιερωμένο φόρο (ισιούρι ) . Έριχνε ,μια χούφτα σπόρους (στάρι , κριθάρι , καλαμπόκι κ.ά.) . Στην αυλή του κάθε σπιτιού λέγοντας την ευχή: ‘’πλούδια , μπιμπούδια κι απ’ όλα τα μπιρικιτούδια ‘’… .
Τα παλικάρια που τον συνδέουν (αϊλιακτσήδες) κερνούσαν ούζο ή κονιάκ σταφίδες και στραγάλια και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά βραστά , λουκάνικα , ψωμί κ.ά. για μεζέ . Αφού τέλειωνε το κάλεσμα , μαζεύονταν συνήθως σ’ ένα καφενείο ( παλιότερα στο σπίτι του Μπέη) κι εκεί μέσα έτρωγαν κι έπιναν με την παρουσία ξακουστών , ζουρνατζήδων και νταουλτζήδων . Έξω ήταν αραδιασμένα τα ‘’ ιντιλιά ‘’ ( δώρα ) πάνω σ’ ένα ξύλο που είχε σχήμα σταυρού . Ο Μπέης έκοβε την πίτα και μοίραζε τα κομμάτια στους παρευρισκόμενους άνδρες για να δουν σε ποιον θα πέσει ‘’ η δραχμή ‘’ για να γίνει ο Μπέης της επομένης χρονιάς . Ύστερα σχηματίζονταν μια πομπή με τον Μπέη να προπορεύεται καθισμένος καμαρωτά πάνω σε κάρο , τους ζουρνατζήδες και τους νταουλτζήδες να τον συνοδεύουν και πλήθος κόσμου να ακολουθεί . Κι όλοι μαζί κατευθύνονταν σ ‘ ένα μεγάλο ‘’μπειντάνι’’ λίγο έξω απ’ το χωριό (στης εκκλησιάς το μεϊντάνι) για να γίνει η καθιέρωση αναπαράσταση της σποράς ( όργωμα – σπορά ) .Δυο νέα παλικάρια ελεύθερα ή αρραβωνιασμένα , έσερναν το ζυγό κι ο Μπέης κρατώντας τον ‘’ πλούχο ‘’ (αλέτρι) προσπαθούσε να οργανώσει . Στα χέρια του κρατούσε τον ‘’κάτσινο’’ (ξύλινο μυτερό ραβδί ) και φοβέριζε τους νεαρούς που έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες να ξεφύγουν . Κάποια στιγμή όπως τα κατάφεραν και του ξέφυγαν έτρεχαν μακριά. Ο Μπέης κρατώντας τον τεκέ με τη σπορά στο ένα χέρι προσπαθούσε να σπείρει . Οι νεαροί ξαναζύγωναν και προσπαθούσαν να τον ρίξουν κάτω, στο χώμα . Μετά από αρκετές προσπάθειες τα κατάφερναν .
Συμβολική η όλη διαδικασία . Δήλωνε τον αγώνα των ελεύθερων αρχικά Ελλήνων και κατόπιν σκλαβωμένων στους Τούρκους , να απελευθερωθούν απ’ το ζυγό και να αναστρέψουν τον κατακτητή . Στη συνέχεια ξεκινούσε η παλαίστρα ,ονομαστά παλαίστρες από την Ανδριανοπούλη , την Τζουμαγιά ( χωριό Σερρών ) κι απ’ τα γύρω χωριά ερχόταν για να πάρουν μέρος. Τα ζευγάρια κανονίζονταν από βραδύς. Κι η σειρά είχε να κάνει με την ηλικία . Πρώτα οι μικροί κι ύστερα οι μεγάλοι . Πριν ξεκινήσουν την παλαίστρα (οι μεγαλύτεροι σε ηλικία παλαίστρες ) έβγαιναν κατά ζευγάρια και κρατώντας ένα μαντήλι δεμένο στις τέσσερις γωνίες ( έτσι ώστε να σχηματίζει χούφτα ) μάζευαν ‘’πράσα’’ (αμοιβή ) απ’ τον κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος γύρω- γύρω . Κι ο αγώνας ξεκινούσε . Οι ζουρνάδες και τα νταούλια δημιουργούσαν την κατάλληλη ατμόσφαιρα κι ο ήχος .δυνάμωνε ή χαμήλωνε ανάλογα με την κρισιμότητα της φάσης . Ο κόσμος παρακολουθούσε με αγωνία, έπαιρνε το μέρος του ενός ή του άλλου , χειροκροτούσε κι επευφημούσε βάζοντας στοιχήματα . Οι παλαιστές έπαιρναν κάποια δώρα αλλά ο τελικός (ο νικητής των νεκρών) θα έπαιρνε ως έπαθλο το ‘’κότσι ‘’ (κριάρι). Ακολουθούσε γλέντι σε καφενείο του χωριού , τα έξοδα του οποίου πληρώνονταν απ’ τον καινούργιο Μπέη . Το έθιμο αυτό κρατάει μέχρι και σήμερα και η αναπαράσταση του γίνεται μια Δευτέρα πριν την καθαρά Δευτέρα .
Δ. Κινητές εορτές Σαρακοστή Πάσχα , Πάσχα μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή
Ο εορτασμός τον Πάσχα ξεκινάει από την Κυριακή των Βαΐων. Στα Ρίζα όπως και στα περισσότερα χωριά του Έβρου και της Θράκης, η Κυριακή των Βαΐων ήταν ιδιαίτερα σημαντική μέρα κυρίως για τα κορίτσια του χωριού . Πρωί πρωί της Κυριακής ξεκινούσαν για να γυρίσουν που την έφτιαχναν με το ‘’γλιτίρι ‘’ (μακρύ κομμάτι στρογγυλού λεπτού ξύλου που κατέληγε σε σχήμα ‘’Λ’’ λάμδα ). Στο σχήμα λάμδα (Λ) του ‘’γλιτιριού ‘’ έβαζαν μια πετσέτα στριφτή και τον κάλυπταν με το ‘’μαχραμά’’ (είδος μαντήλας) για να σχηματιστεί το κεφάλι . Ύστερα μ’ ένα μολύβι ζωγραφίζουν μύτη , στόμα ,φρύδια και μάτια για να ζωντανέψουν το πρόσωπο της Βάγιας. Λουλούδια από την εκκλησία στόλιζαν το κεφάλι της. Κατόπιν ένα ξύλο δένονταν σφιχτά , στο στρογγυλό ίσιο μέρος του ‘’γλιτιριού’’ , κοντά στο κεφάλι , ώστε να σχηματισθεί σχήμα Σταυρού για να γίνουν τα χέρια της Βάγιας . Μέρες πριν , τα κορίτσια φρόντιζαν να βρουν φουστάνια από μικρομάνες για να ντύσουν την αυτοσχέδια κούκλα τους .Κι η έννοια τους ήταν μεγάλη , να τι στολίσουν και να τη ντύσουν όμορφα έτσι ώστε να είναι η καλύτερη . Το Σάββατο του Λαζάρου το απόγευμα (αποβραδίς) μαζεύονταν όλα τα παιδιά σε κάποια σημεία ου χωριού (στην εκκλησία και σ’ άλλα μεϊντάνια ) για να δείξουν τη δική τους Βάγια και να παραβγεί από τις άλλες σε ομορφιά .
Ύστερα τις έστηναν όρθιες μες στα σεντούκι με τ’ αλεύρι μέχρι τα χαράματα της επόμενης μέρας . Νύχτα ακόμα, δυο-τρία κορίτσια μαζί συνοδευόμενα από ένα μικρό αγόρι, το ‘’φυλαχτάρι’’ φτιάχνανε μια παρέα και ξεκινούσαν να επισκέπτονταν τα σπίτια του μικρού , με τη Βάϊα στα χέρια . Έλεγαν τραγούδια της μέρας καθώς το έθιμο το απαντούσε : ‘’ Βάγια , βάγια του Βαΐου …..’’ ‘’ ένα μικρό μικρούτσικο , σαββατογεννημένο …’’ , ‘’Άρχοντες και την αρχόντισσα …’’ κι άλλα πολλά , με την οικογένεια και το μέλι της . Λόγια ίδια με τα κάλαντα των Χριστουγέννων , με τη διαφορά ότι εδώ ο ρυθμός ήταν διαφορετικός .
Οι νοικοκυρές έδιναν στα κορίτσια αυγά ξερά φρούτα και καμιά φορά και λεφτά ‘’για το καλό ‘’ . Και όταν χτυπούσε η πρώτη καμπάνα για την εκκλησία , τα κορίτσια κουρασμένα αλλά αρκετά ευχαριστημένα μοιράζονταν τα δώρα τους απ’ το καλάθι , δίνοντας μερτικό και στο ‘’φυλοχαρτάκι ‘’ κι εύχονταν να είναι και του χρόνου γερά για να γυρίσουν ξανά τη Βάιο .
Μεγάλη Εβδομάδα
Οι νοικοκυρές ετοιμάζονται για την μέρα του Πάσχα πηγαίνοντας παράλληλα στην εκκλησία για την αγρυπνία . Την ημέρα της Μ. Πέμπτης βάφουν τα αυγά και φτιάχνουν τα τσουρέκια . Επίσης πιάνουν τα προζύμι και φτιάχνουν παξιμάδια και τις γκουγκουχτούδες (δεκοχτούρες ) που είναι ένα παξιμάδι σε σχήμα πλεξούδα και ένα αυγό. Τα παξιμάδια και τις γκουγκουχτούδες τις δίνει η νοικοκυρά την ημέρα του Πάσχα στα παιδιά που πηγαίνουν να της πουν το Χριστός Ανέστη . Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τη Μ. Τετάρτη πηγαίνουν το πρόσφορο, για να πάρουν το κομμάτι τους το πρωί . Δεν το τρώνε κρατώντας το όλη τη χρονιά για να φυλάει το σπίτι από τις αστραπές . Την Μ. Πέμπτη παίρνουν τα αυγά της ημέρας από το κοτέτσι και πρώτο βάφουν ένα αυγό μόνο του και το λένε το αυγό της Παναγίας , το αυγό της Παναγιάς , όταν ρίχνει χαλάζι, το βγάζουν πάνω στην πυρατιά , μέσα στην αυλή του ο καθένας για να σταματήσει .
Στη συνέχεια βάφουν και τα υπόλοιπα αυγά του Πάσχα . Αφού κατεβάσουν το αυγό της προηγούμενης χρονιάς από το εικονοστάσι , τα παιδιά της οικογένειας πηγαίνουν και το ρίχνουν στο ποτάμι . Η μάνα βρίζει το καινούργιο αυγό στο εικονοστάσι μέχρι την επόμενη χρονιά . Αφού χτυπούσε η καμπάνα για τον εσπερινό ο πατέρας της οικογένειας πήγαινε στην εκκλησία και παίρνει τις λαμπάδες για όλη την οικογένεια . Πριν ξεκινήσουν για την εκκλησία δίνει στον καθένα την λαμπάδα του. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης αφού τελειώσει η εκκλησία, οι περισσότεροι κάποιοι του χωριού κάθονται και ξενυχτούν το Χριστό όπως θα ξενυχτούσαν ένα δικό τους νεκρό μοιράζοντας ψωμί ,ελιές και χαρίζοντας πετσέτες , κάλτσες κλπ. Αυτοί που είχαν κάποιο πρόβλημα βάζουν στο σταυρό ένα ρούχο τους για να το φορέσουν αργότερα και να θεραπευτούν . Το πρωί της Μ. Παρασκευής οι κοπέλες του χωριού (μόνο κοπέλες) πηγαίνουν λουλούδια στην εκκλησία και αφού πάρουν όσα λουλούδια άφησε ο κόσμος που προσκύνησε τον σταυρωμένο στολίζουν τον επιτάφιο . Το βράδυ της Μ. Παρασκευής ψέλνουν τα εγκώμια (Η ζωή εν ταφώ ) αγόρια και κορίτσια ανύπαντρα . Κατά την περιφορά του επιταφίου όσοι πενθούν νεκρούς πρόσφατα σκάβουν κεριά και καίνε θυμάρια , μπροστά στις πόρτες τους . Αφού επιστρέψει ο επιτάφιος στην εκκλησία ο παπάς μοιράζει τα λουλούδια στον κόσμο για να χρησιμοποιηθούν αργότερα για το μάτιασμα . Το Μ. Σάββατο οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τη μαγειρίτσα και κάνουν της προετοιμασία της Κυριακής του Πάσχα . Το βράδυ της Ανάστασης μετά το Χριστός Ανέστη κοινωνούν και γυρίζουν για την καθιερωμένη μαγειρίτσα .
Στ. Γιορτές της άνοιξης
Με τον ερχομό της Άνοιξης , οι κοπέλες φορούσαν στα χέρια το ‘’Μάρτη’’ . Κόκκινη και άσπρη κλωστή στριμμένη που φοριόταν στον καρπό σαν βραχιόλι ή στο δάχτυλο σαν δαχτυλίδι .Μ ‘ αυτό τον τρόπο πίστευαν ότι προστατεύονταν από τον ήλιο και το μαύρισμα. Κι όταν οι πελαργοί και τα χελιδόνια έφταναν , το έθιμο απαιτούσε να πετάξουν το ‘’Μάρτη’’ στα κεραμίδια για να τον πάρουν τα πουλιά . Στην αρχή του μήνα , άναβαν φωτιές στις γειτονιές και πηδούσαν από πάνω , πιστεύοντας ότι έτσι θα καίγονται οι ψύλλοι .Εκείνα τα χρόνια υπήρχε η συνήθεια να λένε ψέματα την Πρωτομαγιά, σε αντίθεση με τη σημερινή συνήθεια της Πρωταπριλιάς .
Ανι – Σαράντες
Στις 9 Μαρτίου γιορτάζεται η γιορτή των Σαράντα Μαρτύρων , ο λεγόμενος ‘’Ανι – Σαράντες ‘’. Εκείνη τη μέρα επικρατεί το έθιμο να φτιάχνουν οι γυναίκες ‘’ακτμαδες ‘’ (κρέπες)και να τις γαρνιρίσουν με ζάχαρη ή μέλι με κανέλα ή καρύδια . Παλαιότερα στην τοποθεσία ‘’Ανι- Νικόλας ‘’κοντά στο ποτάμι (Άρδας) υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, εκεί μαζεύονταν χωριανοί κι έκαναν γλέντι , όπως εκείνοι ήξεραν εκείνα τα χρόνια τα καλά . Οι άντρες έτρωγαν κι έπιναν πάνω στο ‘’γαμάτσι’’ (ύψωμα )ενώ οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν κάτω στο ‘’μεϊντάνι (άδειο δημόσιο μέρος ) . Τα μικρά παιδιά , με χαρές και γέλια , έκαναν τούμπες στο φρέσκο ψιλό χορταράκι που προσπαθούσε να βγει δειλά – δειλά .Τα μεγαλύτερα παιδιά έκαναν ‘’τσουλήθρα’’ από την κορυφή του υψώματος προς τα κάτω, καθισμένα πάνω σ’ ένα τσουβάλι , άλλοτε άδειο κι άλλοτε πάλι γεμάτο με χόρτο ή άχυρο για να κατεβαίνουν κάπως πιο μαλακά . Έβαζαν στοιχήματα κι έκαναν κόντρες ποιος θα κατέβει πιο γρήγορα. Το σημείο αυτό που γινόταν η αυτοσχέδια τσουλήθρα ήταν διακριτό από μακριά , γιατί πάνω στο χώμα είχε γίνει ‘’σχέδιο’’ απ’ την πολυχρησία . Τα παιδιά είχαν την τεχνική τους για να κατεβαίνουν άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε αργά, βάζοντας για φρένο τα πόδια τους . Οι πιο τολμηροί πηγαίνουν ‘’στ’ απάτητα’’ για να παραβγούν τους άλλους. Συνήθως αυτοί ήταν αγόρια .Υπήρχαν όμως και κάποια ‘’αγοροκόριτσα ‘’ που τολμούσαν να παραβγούν τους κανόνες και να δοκιμάσουν . Την ίδια μέρα και στο ίδιο σημείο, πολλά ήταν αυτά που έπαιρναν μία χούφτα μικρές πέτρες και καθισμένοι στο ύψωμα κοιτάζοντας εμπρός πετούσαν μία-μία τις πέτρες πίσω τους λέγοντας τις φράσεις : ‘’ α’ γορίδα ‘’, ‘’α’ κορτσίδα ‘’. Ανάλογα σε ποια φράση πετιούνταν η τελευταία πέτρα, αυτή σηματοδοτούσε το φύλλο ‘’αγόρι ή κορίτσι’’ που θα γεννιέται στο σπιτικό τους γυναίκα ή ζωντανό που ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης .
Πανηγύρι στο καρά-τσιολί
Στις 21 Μαΐου γιορτάζει το εκκλησάκι των Αγίων Κωσταντίνου και Ελένης στην περιοχή Καρά-τσιόλι (μαύρο αγκάθι) .Οι γεροντότεροι διηγούνταν πως ένα κορίτσι απ’ το χωριό Βάλτος ονειρεύτηκε ότι στη συγκεκριμένη τοποθεσία κοντά σε μία πηγή ( Αϊσμα- Αγίασμα ) ήταν θαμμένη μία εικόνα (Αγ. Κων/νος και Ελένης ). Η κοπέλα διηγήθηκε το όνειρο στη μητέρα της, η οποία δεν έδωσε τη δέουσα σημασία. Το όνειρο επαναλήφθηκε και μία γυναικεία μορφή προέτρεψε την κοπέλα να μιλήσει στον πατέρα της γιατί διαφορετικά θα γινόταν μεγάλο κακό. Όταν έγινε εκσκαφή το όνειρο βγήκε αληθινό. Βρέθηκε μία ασημένια εικόνα και στο μέρος αυτό χτίστηκε πρόχειρα ένα εκκλησάκι (με σανίδια) προς τιμήν τους . Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής, κάτοικοι των γύρων χωριών ( Ρίζια , Κέραμος , Βάλτος , Στέρυα ) συγκεντρώνονταν και γίνονταν μεγάλο πανηγύρι με φαγοπότι , τραγούδια και χορούς .Αργότερα στη θέση του παλιού χτίστηκε καινούργιο εκκλησάκι από τους κατοίκους των Ριζών που βελτιώνεται συνεχώς ακόμα και σήμερα. Στις μέρες μας , τη συγκεκριμένη ημερομηνία τελείται Θεία Λειτουργία και Αρτοκλασία .
Της Αναλήψεως – Κουρμπάνι
Πολύ παλιά το Μάη γινόταν ένα έθιμο που ονομάζονταν ‘’κουρμπάνι’’. Αυτοί που είχαν κάνει τάμα πρόσφεραν αρνί , αγελάδα ή μοσχάρι και τα έφερναν χαράματα στο προαύλιο της εκκλησίας . Τα ζωντανά σφάζονταν την ίδια μέρα από τους άντρες του χωριού. Οι νοικοκυρές τάμαζαν τα καζάνια από μέρες και φρόντιζαν να είναι καλοψημένα κι αστραφτερά για να δείξουν τη νοικοκυροσύνη τους . Γύρω γύρω από την εκκλησία υπήρχαν τρύπες μεγάλες στο χώμα όπου άναβαν φωτιές για να βράσουν τα κρέατα μες στα καζάνια ένας ονομαστός μάγειρας Καραμάης αναλάμβανε το φαγητό. Τα παιδιά πήγαιναν στα ‘’ γουρτιά ‘’(χωράφια κοντά στο χωριού ) για να φέρουν φρέσκα πράσινα κρεμμύδια. Κι έπαιρναν δυο-τρία απ’ το καθένα , όχι περισσότερα για να πάρουν απ’ όλους και να μαζέψουν πολλά για να γίνει πλούσιο και νόστιμο το κουρμπάνι . Έφερναν ακόμα ‘’νανέ ‘’ (δυόσμο ) αρκετό απ’ τον ‘’τ-νγκ-ρι’’ (σπίτι Συντζούδη Χρήστου)για να δώσουν γεύση και άρωμα στο φαγητό τους . Οι άντρες τα έπλεναν και τα ψιλοέκοβαν καλά κι αφού το κρέας κόντευε να βράσει, ο μάγειρας έριχνε τα υλικά μες στα καζάνια . Δυο καζάνια με συκωτάκια, έντερα κ.α. έβραζαν χωριστά για τα παιδιά . Κι όταν κόντευε μεσημέρι κατέβαιναν και τ’ αγόρια που έβοσκαν τα ζώα στα μπακίρια για να πάρουν κουρμπάνι μες τα τσουκάλια τους. Οι άντρες κάθονταν γύρω γύρω , έστρωναν ‘’πισκίρια ‘’ (υφαντές πετσέτες) κι έτρωγαν από χωμάτινα ή τσίγκινα πιάτα . Δυο απ’ αυτούς έπαιρναν ένα καζάνι, έβαζαν μία καθαρή πετσέτα στον ώμο ή στην μέση και γυρνούσαν τους μαχαλάδες φωνάζοντας τις νοικοκυρές να βγουν και να πάρουν μερίδιο απ’ το κουρμπάνι . Όλοι οι άντρες που συμμετείχαν στη γιορτή αυτή έδιναν τον Αύγουστο μισό ‘’ σνίκι’’ (είδος μέτρησης ) , ‘’ γέννημα’’ (στάρι) σαν πληρωμή γι’ αυτό το φαγοπότι . Το έθιμο αυτό καταργήθηκε αργότερα γιατί υπονομεύτηκε από την εκκλησία .
Ζ .Γιορτές του καλοκαιριού
Ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού γέμιζε τα νοικοκυριά με φρούτα και λαχανικά λογής –λογής , που χόρταιναν μικρούς και μεγάλους. Με σημείο αναφοράς τον Δεκαπενταύγουστο χαρακτηριστικά τα λόγια των γεροντότερων ‘’ Της Παναγίας έφταναν τα παμίτια ‘’ (ποικιλία σταφυλιού ). Γυναίκες με καλάθια στα χέρια πήγαιναν στ’ αμπέλια περπατώντας πολλή ώρα για να φέρουν σταφύλια . Τα παιδιά που έπαιζαν ξέγνοιαστα στις γιορτές, έτρεχαν με λαχτάρα να τις αντικρύσουν για να δοκιμάσουν τα πρώτα σταφύλια της χρονιάς . Τον Αύγουστο όμως έφταναν και τα καρπούζια . Όλοι οι νοικοκυραίοι πήγαιναν στα μποστάνια κι αφού φόρτωναν τις καντίνες στ’ αμάξια, κινούσαν για το χωριό .
Μίτζι
Απ’ της Παναγιάς και μετά γέμιζαν τ΄ αλώνια με καλαμπόκια . Κορίτσια και παλικάρια έκαναν ‘’μίτζι’’ . Μαζεύονταν στ’ αλώνια καμιά φορά μέρα αλλά συνήθως σούρουπο και ξενυχτούσαν για να καθαρίσουν τα καλαμπόκια σπ’ τα φύλλα. Αυτό γινόταν με την σειρά σε κάθε αλώνι. ‘’Σήμερα σε μένα κι αύριο σε ‘σένα ‘’. Λιγοστά φανάρια και πιο πολύ το φεγγάρι ήταν η δουλειά τους . Καθώς η δουλειά προχωρούσε στήνονταν γλέντι με τραγούδια και χορούς. Η ίδια δουλειά επαναλαμβάνονταν όταν τα καλαμπόκια ξεραίνονταν κι ήταν έτοιμα για ‘’ξεμπουμπόλιασμα ‘’ (διαχωρισμός του καρπού απ’ το κοτσάνι). Με σκεπάρια ‘’τυφλά ‘’ (όχι κοφτερά) στα χέρια , ξεκινούσαν να χωρίζουν τα ‘’σπυριά’’ του καλαμποκιού απ’ τα ‘’κουτσίανα’’. Τα χέρια δούλευαν, το στόμα τραγουδούσε ή έλεγε αστεία , οι ματιές αγοριών και κοριτσιών διασταυρώνονται με νόημα και οι άνθρωποι ξέγνοιαστοι και ευχαριστημένοι με τα καλά που ‘’ έβγαλαν’’- λίγα ή πολλά – ετοιμάζονταν για το χειμώνα που ερχόταν.
Η γιορτή του καλαμποκιού
Κάθε Αύγουστο ο πολιτιστικός μορφωτικός σύλλογος Ρίζων διοργανώνει την καθιερωμένη εκδήλωση. Γη- προϊόντα-πολιτισμός-γιορτή καλαμποκιού. Οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνται δίπλα στις όχθες του ποταμού Άρδα με χορευτικά συγκροτήματα, ορχήστρες, γλέντια, θεατρικές παραστάσεις και έκθεση βιβλίου. Τις ημέρες των εκδηλώσεων προσφέρεται στον κόσμο καλαμπόκι βραστό και φυτό .
Η. Γιορτές του φθινοπώρου
Σταυρούδεκατέσσερις κι ύστερα, σταυρώνει και σπέρνει.
Αυτή η χαρακτηριστική φράση σηματοδοτούσε πως οι ετοιμασίες για τη σπορά έπρεπε ν’ αρχίσουν . Απ’ τ’ αλώνια ακόμα χώριζαν τη ‘’σπορά’’ την φύλαγαν καλά σαν τα μάτια τους γιατί αν δεν έπερναν δεν θα είχαν ψωμί να φάνε. Την ‘’ τριύριζαν ‘’(καθαρισμός με τριόρι -ειδικό μηχάνημα) την ‘’φαρμάκωναν’’ κι ήταν έτοιμη για σπάρσιμο . Ύστερα ετοίμαζαν τα ‘’γινά’’. Πήγαιναν στον σιδερά για να τα ‘’χτυπήσει’’ και να τ’ ακονίσει καλά για ν’ αντέχουν. Οκτώβρης σαν ερχόταν φόρτωναν στ’ αμάξι τον Πλούχο, τον ζυγό , την ζύμα (ντιλσίνκι ξυλο που έμπαινε στη μέση του ζυγου) και τη σπορά. Κι όταν τ' αμάξι ήταν έτοιμο εζεφταν βοδια, βουβάλια, αγελάδες ή άλογα (ότι είχε ο καθένας για ζευγάρι) και κινούσαν για να κάνουν χωράφι.
Όργωναν, έσπερναν κι έκαναν "τουρμουκι" αν το χωράφι είχε "τεζέκις" (άσπαστα κόμματα χώματος) . Ο κάθε νοικοκύρης ανάλογα με τα στρέμματα χωραφιών που διέθετε έσπερνε σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη και "καπουλτζια" ( είδος κριθαριού που γινόταν ‘’ γιαρμάς ‘’ για τα ζώα. Ύστερα περίμεναν βροχή Αη-Δημητρίσια για να φυτρώσει η σπορά και παρακαλούσαν για ένα χειμώνα χωρίς πολλές παγωνιές για ν' αντέξουν τα γεννήματα και να πάρουν σοδειά καλή.
Νυχτέρια
Κι ενώ οι άνδρες ήταν απασχολημένοι με το όργωμα και τη σπορά, οι γυναίκες ξεκινούσαν τις δουλειές για το χειμώνα. Ετοίμαζαν τα τουρσιά, κρεμούσαν στου "μαϊζί ’’ (χαμηλό πίσω μέρος - σαρκ τμάς) τις πλέχτρες με τα σκόρδα και τα κρεμμύδια για να μην παγώσουν, τακτοποιούσαν τους τραχανάδες, τα κουσκούσια και τους ιφκάδις.
Τα βράδια τα "νυχτέρια" αντικαθιστούσαν τα "ντιρνέκια" κι άρχισαν οι απαραίτητες δουλειές: έκλωθαν το μαλλί και έπλεκαν ρουχισμό και υφαίνανε διαφορά έργα στον αργαλειό.
Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν κεράσματα για να φιλέψουν τις γειτόνισσες και τα παιδιά. .Του ‘’γκιβγκρι’’ (εργαλείο κατασκευής ποπ-κορν) έμπαινε στη φωτιά για να χορτάσουν ‘’ποτλάκις ‘’ μικροί και μεγάλοι .Οι μασίνες έκαιγαν και το δωμάτιο μοσχομύριζε ψημένα ηλιόσπορα ή κολοκυθόσπορα .
Τα καλά γλυκά ( ριτσέλι , πελτές, κυδώνι ψητό , κολοκύθι βραστό με ζάχαρη και κανέλα ) έβγαιναν για κέρασμα μόνο σε ιδιαίτερες στιγμές όπως : γιορτές , μουσαφίρια , προξενιό κ.α. /Κι όταν η παρέα στο σπίτι ήταν κεφάτη, παρατούσαν όλες τ’ αδράχτι το βελόνι ή τη σαΐτα κι έστηναν χορό τραγουδώντας χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί αλλά ξέγνοιαστοι . Δεν ζητούσαν πολλά παρά τα απαραίτητα για να ζουν κάπως καλά . Κι ήταν στ’ αλήθεια ευχαριστημένοι .
Αι-Στράτος
Ο Νοέμβριος φτάνει με σημαντικότερο γεγονός τη γιορτή των Πομμεγιστών Ταξιαρχών (Αι-Στράτος ). Πλήθη πιστών συρρέουν για να προσκυνήσουν τη θαυμαστή και θαυματουργή εικόνα του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ ( δωρεά των κρεοπωλείων του καραγάτς) που μεταφέρθηκε από την Ανδριανοπούλη στα Ρίζα του ‘Έβρου το 1825 . Απ’ τα παλιά χρόνια ακόμα έχει επικρατήσει η συνήθεια οι πιστοί που έχουν κάνει τάμα να κοιμούνται μέσα στην εκκλησία . Οι γεροντότεροι αναφέρουν πως είδαν με τα μάτια τους αρκετά θαύματα .
Στον εσπερινό , καθώς και στη λειτουργία ανήμερα γίνεται αρτοκλασία και ‘’διάβασμα’’ του ‘’τραπεζιού ‘’ που απεικονίζει τον Αρχάγγελο Μιχαήλ . Παλιότερα τα έξοδα των άρτων και του ‘’Τραπεζιού ‘’ τον αναλάμβανε η εκκλησία σε αντίθεση με σήμερα που τ’ αναλαμβάνουν όσοι έκαναν τάμα για υγεία . Δυο μέρες πριν αρχίζουν οι ετοιμασίες και η ειδική τεχνίτριά θα στολίζει με κουφέτα , αμύγδαλα, ζάχαρη, φρυγανιά , μαϊντανό τριμμένο κι άλλα υλικά πάνω στο φρεσκοβαμμένο και καλά στεγνωμένο σιτάρι – το τραπέζι του Αι- Στράτου . Η μορφή του Αγίου απεικονίζεται πιστά και ολοζώντανη πάνω στο σιδροσίνι με τέχνη και λεπτομέρεια που θα τα ζήλευαν ακόμα κι επαγγελματίες .Μία τέχνη που πάει από τη γεροντότερη στη νεότερη αρκεί να ’χει όρεξη και μεράκι . Ανήμερα της γιορτής των Ταξιαρχών το τραπέζι θα διαβαστεί από τους ιερείς και θα μοιραστεί στον κόσμο ώστε να πάρουν όλοι για υγεία και μακροημέρευση . Μετά τη λαμπρή Θεία λειτουργία ακολουθεί περιφορά της εικόνας .