Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, Παραδημή

 

ΠΑΡΑΔΗΜΗ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

 

Τα έθιμα, τα τραγούδια και γενικά όλες τους οι κινήσεις είχαν τον ίδιο σκοπό, την ευημερία, τη δημιουργία και την πραγματοποίηση του οράματός τους για καλύτερες και γόνιμες ημέρες. Τα έθιμα του χωριού της Παραδήμης ήταν πάρα πολλά. Μερικά από αυτά είναι και τα παρακάτω. 

Ξεκινώντας λοιπόν από τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, που είναι η πρώτη γιορτή του χρόνου συνέβαιναν τα εξής. Αρχικά 40 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα άρχιζε η νηστεία και έτσι η αναμονή γινόταν ακόμη πιο έντονη. Οι νοικοκυρές από πολύ νωρίς άρχιζαν τις προετοιμασίες καθαρίζοντας το σπίτι μέσα και έξω. Ετοίμαζαν τα σκεύη της κουζίνας ενώ φώναζαν τον γανωτή στο σπίτι, ο οποίος γάνωνε τα ταψιά, τις κατσαρόλες και έτσι άστραφταν και ήταν έτοιμα να υποδεχθούν τα χοιρινά κρέατα. Έκοβαν επίσης τα ξύλα για το τζάκι και τα έβαζαν μέσα στην αποθήκη για να μην βραχούν ή σκεπαστούν με το χιόνι, ακόνιζαν τα μαχαίρια και έτσι ήταν όλα έτοιμα. Τέλος, μία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα ζύμωναν οι γυναίκες ψωμί για τα ζώα (αρτοκλασία). Έτσι λοιπόν έτοιμοι όλοι να υποδεχθούν τον ερχομό του Κυρίου, συγκεντρώνονταν την παραμονή των Χριστουγέννων άνδρες επιτήδειοι για να σφάξουν το γουρούνι και να το τεμαχίσουν. Έτσι λοιπόν ακούγονταν οι απελπισμένες τσιρίδες των γουρουνιών που σφάζονταν στις αυλές, θέα μακάβρια μα το κρέας τους μετά από 40 μέρες νηστείας κάλυπταν τη φρίκη με θαυμάσιες νοστιμιές. Επίσης οι νοικοκυρές έφτιαχναν την μπάμπω, τα νόστιμα φαγητά με τουρσί λάχανο, πατάτες, καβουρμά, ενώ με το λίπος του γουρουνιού μαγείρευαν πολλά φαγητά και άλειφαν τις καψαλισμένες φέτες ψωμιού. Ένα έθιμο λοιπόν ήταν η φούσκα. Σήμερα βέβαια λέγεται ουροδόχος κύστη, την οποία περίμεναν με ανυπομονησία τα παιδιά για να τη φουσκώσουν και να την κάνουν μπαλόνι για να παίζουν εφόσον τότε το φτωχό πορτοφόλι των γονιών τους δεν άντεχε σε τέτοιες πολυτέλειες. Καλόπιαναν τότε τα παιδιά τους σφάχτες για τη φούσκα, ενώ αυτοί έβρισκαν την ευκαιρία να τους βάλουν την ντάμικα στο μέτωπο χωρίς αντίσταση. Η ντάμικα ήταν μία δαχτυλιά με αίμα του γουρουνιού στο μέτωπο. Στην κάθε οικογένεια τα συγγενικά σπίτια έδιναν ένα κομμάτι κρέας. Αυτό το περνούσαν σε μία κρανίσια βέργα πού μέρες την είχαν έτοιμη γι' αυτή τη δουλειά.

Το κρέας του ζώου λοιπόν το έπαιρνε η νοικοκυρά και το τεμάχιζε. Κρατούσε ένα μέρος του κρέατος που θα έτρωγαν στις γιορτές, ενώ το υπόλοιπο το έβαζαν στο δέρμα του γουρουνιού και αυτό το τοποθετούσαν σε σκιερό μέρος αφού πρώτα θα το αλάτιζαν. Τα κόκαλα και το κεφάλι το έφτιαχναν καβουρμά. Τα παιδιά το απόγευμα, αφού χτυπούσε η καμπάνα του εσπερινού, πήγαιναν στα σπίτια όλου του χωριού και έλεγαν τα κάλαντα. Συνήθως τα κάλαντα τα έλεγαν τα αγόρια. Από νωρίς καλάντιζαν τα μικρά παιδιά, ενώ αργά το βράδυ τα μεγάλα παλικάρια και πηγαίνουν στους πιο μερακλήδες, σ' αυτούς που ήθελαν να κρατήσουν την παράδοση. Έμπαιναν έτσι στα σπίτια, κάθονταν γύρω γύρω στους καναπέδες και τραγουδούσαν ενώ ο νοικοκύρης του σπιτιού και η νοικοκυρά τους έδιναν μία κουλούρα με σταφίδες και χρήματα. Το πρωτοπαλίκαρο έπαιρνε στα χέρια του την κουλούρα τη γυρνούσε και έλεγαν ευχές:

 "Πήραμε από τον αφέντη μας χρυσό φλουρί, ένα κομμάτι ψωμί και του ευχόμαστε να έχει την υγειά του και την παλικαριά του". 

Έπειτα τους ευχόταν κι αυτός και έφευγαν για το επόμενο σπίτι. Όταν δεν τους άνοιγαν την πόρτα, θύμωναν και τους προκαλούσαν ζημιά. Έκλεβαν, δηλαδή τα λουκάνικα ή σκορπούσαν πράγματα στην αυλή, έτσι ώστε να μετανιώσει ο νοικοκύρης που δεν τους άνοιξε. Το ίδιο γινόταν και την Πρωτοχρονιά με τα κάλαντα. Τα κάλαντα των Χριστουγέννων ήταν τα εξής:

"Χριστούγεννα πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου σαν θέλετε να μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται, γεννιέται κι ανασταίνεται στο μέλι και στο γάλα, το μέλι τρώνε οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες και το μελισσοβότανο το λούζονται κυράδες που λούζονται, χτενίζονται στην εκκλησιά να πάνε, να ανάψουν τρία κεριά και τρεις χρυσές λαμπάδες, το ένα ν' ανάψουν στο Χριστό, το άλλο στην Παναγία, το τρίτο το καλύτερο στην Αγία τράπεζα μας, όσα άστρα έχει ο ουρανός, τόσα καλά στο σπίτι..."

Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές έκαναν άλλες προετοιμασίες. Ζύμωναν τη βασιλόπιτα, η οποία ήταν μία απλή τυρόπιτα με φύλλα ενώ μέσα στην πίτα έβαλαν διάφορα σύμβολα που συμβόλιζαν τα κτήματα, τα ζώα, το σπίτι, τον αχυρώνα, το στάβλο, ενώ συγχρόνως έβαζαν το φλουρί. Ολόκληρη τη νύχτα το τραπέζι ήταν γεμάτο με λιχουδιές, έτσι ώστε ο καινούργιος χρόνος να έβρισκε το τραπέζι γεμάτο. Η βασιλόπιτα κοβόταν όταν η οικογένεια γυρνούσε την άλλη μέρα από την εκκλησία. Το βράδυ της παραμονής, όταν θα άλλαζε ο χρόνος ο πατέρας πήγαινε στην τουλούμπα και γέμιζε το σταμνί με νερό. Αμίλητος λοιπόν, για να μην τον ακούσουν οι καλικάντζαροι και σπάσουν το σταμνί, άφηνε ένα κομμάτι ψωμί σε μία ακρούλα δίπλα στην τουλούμπα, για να τους κολατσήσει και να φύγει ήσυχος. 

Την επόμενη μέρα το πρωί γινόταν ένα άλλο έθιμο, το λεγόμενο <<ραβδάκι>>, το οποίο κατάφερε να επιβιώσει και στα νεότερα χρόνια. Σύμφωνα λοιπόν με το έθιμο αυτό, ο νοικοκύρης του σπιτιού με ένα ραβδάκι, που ήταν ένα χλωρό κλαρί από δέντρο χτυπούσε υποτιθέμενα τους συγγενείς του τραγουδώντας μία ευχή ώστε να μεταδοθεί και σε αυτούς η ανθηρότητα των φυτών αναλογικά, γιατί από αυτό θα έβγαιναν τα φύλλα, τα άνθη και οι καρποί του. Το έθιμο αναφέρεται και στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Συγκεκριμένα από το ραβδάκι του Αγίου Βασιλείου βγήκαν χρυσά κλωνάρια και φώλιασαν πέρδικες και περιστέρια. Από τις φράσεις αυτές ορίζεται η αναγνώριση. Την ίδια μέρα επίσης, τα παιδιά σηκώνονταν πρωί-πρωί και με μία βεργούλα σουρβάτιζαν κι αυτά, ενώ συγχρόνως τραγουδούσαν και έλεγαν ευχές για το νέο έτος. Πρώτα πήγαιναν στους γονείς τους, μετά στους παππούδες τους και έπειτα στους υπόλοιπους συγγενείς τους. Έλεγαν λοιπόν και τα κάλαντα, ενώ οι συγγενείς προσέφεραν τον οβολό τους.

Όταν σουρβάτιζαν οι νοικοκύρηδες έλεγαν τα εξής: 

"Σούρβα σούρβα για σταφίδα, για πάρα, γερό κορμί γερό σταυρί και του χρόνου όλοι γυρά, όσες τρύπες στου δρυμών τόσες θημουνιές στ' αλών' ".

 Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που έλεγαν τα παιδιά ήταν τα εξής: 

"Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά και αρχή καλός μας χρόνος, Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι, το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί αναγνώνει, Βασίλη πούθε έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις, από τη μάνα μ' έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω, κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε να τραγουδήσεις, εμένα η μανούλα μου δεν με έμαθε τραγούδια, παρά με έμαθε τραγούδια, παρά με έμαθε γράμματα και ψαλμωδίες μεγάλες. Σαν είσαι και γραμματικός πες μας την αλφαβήτα και το ραβδάκι ακούμπησε να πει την αλφαβήτα. Ξερό ήτανε το ραβδάκι του, χλωρούς βλαστούς πετάει και πάνω στους χλωρούς βλαστούς πουλάκια κελαηδούσαν, δεν είν' πουλάκια μοναχά αλλά και περιστέρια, κατέβηκε μία Πέρδικα να βρέξει το φτερό της να βρέξει τον αφέντη της τον πολυχρονεμένο, σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε πέτρα να μην ραγίσει ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει".

Το πρωί της ίδιας ημέρας, η νοικοκυρά κάθε σπιτιού, ξυπνούσε πολύ νωρίς, άναβε το τζάκι και περίμενε να πέσουν τα κάρβουνα. Τότε τοποθετούσε κάτω ένα σίδερο και από πάνω μία σκούπα. Καθόταν τότε επάνω από αυτά και με τη μασιά ανακατεύετε τα κάρβουνα και έλεγε: <<Όπως κάθομαι εγώ στη σκούπα, έτσι να καθίσει και η κλώσσα στη φωλιά της, να βγάλει πολλά πουλάκια, να καθίσει και να 'ναι ζεστά, όπως η ζέστη της φωτιάς μην τα αφήσει και κρυώσουν>>

Επιπλέον, πήγαινε κάθε οικογένεια στην εκκλησία και όταν γύριζε σπίτι κάθονταν όλοι γύρω-γύρω αφού έστρωναν τον σοφρά. Στο κάθε μέλος της οικογένειας τύχαινε και κάποιο σύμβολο (σπίτι κτήματα κλπ) ή το φλουρί. Η ημέρα αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική για όλη την οικογένεια, γι' αυτό θα έπρεπε για ολόκληρο το χρόνο να είναι χαρούμενοι, δραστήριοι και ενωμένοι μεταξύ τους.

Μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ακολουθούσαν τα έθιμα των Φώτων στις 6 Ιανουαρίου. Αρχικά, παραμονή των φώτων πήγαινε ο πατέρας στην εκκλησία για να πάρει αγιασμό από τον παπά, με τον οποίο άγιαζε το σπίτι και τα χωράφια, έτσι ώστε να έχουν μεγάλη παραγωγή. Την ημέρα των Θεοφανείων ο παπάς άγιαζε τα νερά και έτσι με τον αγιασμό αυτό έδιωχνε τους καλικάντζαρους. Από τα Χριστούγεννα μέχρι και την προηγούμενη μέρα ήταν μέρες του δωδεκαημέρου. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα οι γυναίκες δεν έπλεναν, δεν κεντούσαν και γενικά δεν ασχολούνταν καθόλου με τα προικιά, γιατί τα έπαιρναν οι καλικάντζαροι και τα ξεφτούσαν. Επίσης, οι γυναίκες δεν πήγαιναν το βράδυ στα πηγάδια, για να μην τις ρίξουν μέσα σ' αυτά οι καλικάντζαροι. Αυτό γινόταν μέχρι την ημέρα των Θεοφανείων που έφευγαν οι καλικάντζαροι. 

Μετά τον αγιασμό των νερών από τον παπά και μετά το τέλος της λειτουργίας, ο παπάς έβγαζε το σταυρό, με τον οποίο άγιαζε τα νερά, σε δημοπρασία, όχι βέβαια για να πουληθεί, αλλά με αυτόν τον τρόπο οι χωριανοί έδιναν κάποιο χρηματικό ποσό για την εκκλησία. Όποιος έδινε το μεγαλύτερο χρηματικό ποσό κρατούσε το Σταύρο στα χέρια του, για να έχει υγεία το σπίτι του, ενώ περνούσαν όλοι οι συγχωριανοί του και φιλούσαν το σταυρό. Παράλληλα εύχονταν υγεία και μακροζωία σε αυτόν που τον κρατούσε. Την επόμενη μέρα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έβγαιναν σε δημοπρασία όλα τα δώρα που είχαν συγκεντρωθεί για την Παναγία από τις λεχώνες και τα δώρα που κρεμούσαν στον Εσταυρωμένο το Πάσχα. Έτσι λοιπόν η εκκλησία συγκέντρωνε χρήματα για τις ανάγκες της.

Λίγες ημέρες αργότερα ήταν η γιορτή του Αγίου Συμεών. Την ημέρα αυτή υπήρχε ένα μικρό έθιμο σύμφωνα με το οποίο η εγκυμονούσα γυναίκα καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της δεν έπρεπε να κόβει με το μαχαίρι ή να χρησιμοποιεί πιρούνι και άλλα παρόμοια. Επιπλέον, δεν έπρεπε να κλέψει και όλα αυτά γιατί πίστευαν ότι αν συνέβαινε κάτι από αυτά, το μωρό θα γεννιόταν με κάποιο ανάλογο σημάδι (μαχαιριά, τρύπα κλπ).

 Αμέσως μετά από τη γιορτή αυτή ακολουθούσε η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα. Την παραμονή του Ευαγγελισμού όταν ο ήλιος έκαιγε πολύ και είχε ζεστάνει για τα καλά ο καιρός, τα φίδια ξυπνούσαν από τη χειμερία νάρκη τους και για να μην μένουν στους φράχτες, στους αχυρώνες, στις αυλές και για να μην μπαίνουν μέσα στα σπίτια τα, τρόμαζαν οι άνθρωποι με τα κουδούνια. Ακούγοντας τα κουδούνια που χτυπούσαν δυνατά απομακρυνόταν και έφευγαν στα χωράφια και στους αγρούς. Την ημέρα του Αγίου Τρύφωνα έριχναν και αγιασμό στα σπίτια και στους αχυρώνες για να διώξουν τα ποντίκια και τα φίδια. Τον αγιασμό τον έπαιρναν από την εκκλησία. Ενώ λοιπόν ράντιζαν τα σπίτια και τους υπόλοιπους χώρους έλεγαν τα εξής:

"Φύγετε ποντίκια, φύγετε σαύρες γιατί έρχεται ο Μάρτης με όλα τα χάδια, ποντίκια και σαύρες της γειτονιάς που μαζεύονται όλα σε αυτό το σπίτι"

 "Φύγετε φίδια, φύγετε ερπετά, φύγετε πλάσματα κακά"

 Η επόμενη γιορτή του χρόνου κατά την οποία υπάρχει και το αντίστοιχο έθιμο ήταν η γιορτή της Υπαπαντής. Είναι γνωστό ότι η ημέρα της Υπαπαντής ήταν η μέρα που σαράντισε ο Χριστός και τον πήγε η Παναγία στην εκκλησία. Όπως λοιπόν κάθε μητέρα, την ημέρα του σαραντισμού του παιδιού της, μετά από την εκκλησία πήγαινε σε τρία σπίτια, έτσι λοιπόν οι νοικοκυρές πίστευαν ότι θα πήγαινε η Παναγία με τον Χριστό στα σπίτια τους. Έτσι λοιπόν κάθε νοικοκυρά ετοίμαζε καλό και νόστιμο φαγητό, καθώς επίσης και γλυκά. Αφού λοιπόν πήγαινε κάθε οικογένεια στην εκκλησία γυρνούσε σπίτι και έτρωγαν. Πίστευαν λοιπόν ότι η Παναγία και ο Χριστός κάθονταν στο τραπέζι και έτρωγαν και αυτοί μαζί τους.

Το επόμενο έθιμο ήταν το έθιμο της φωτιάς. Άναβαν λοιπόν φωτιές ενώ συμβολικά έκαιγαν το κακό και καλωσόριζαν το καλό, δηλαδή τον ερχομό της άνοιξης. Αυτό γινόταν μία ημέρα πριν μπει ο Μάρτης. Παραμονή λοιπόν του Μάρτη άναβαν φωτιές και πηδούσαν από πάνω τους λέγοντας τα εξής: <<έξω ο χειμώνα, μέσα ο Μάρτης>>. Έτσι αποχαιρετούσαν το χειμώνα με τα κρύα, τις γρίπες και τις αρρώστιες και υποδέχονταν την άνοιξη με τα λουλούδια, την αναγέννηση της φύσης. Το ίδιο ακριβώς γινόταν και την επόμενη μέρα το πρωί προτού βγει ο ήλιος. Επιπλέον έλεγαν όλη την ημέρα ψέματα, ενώ τα κοριτσάκια φορούσαν Μάρτη στο δάχτυλο και στον καρπό, για να μην τα κάψει ο ήλιος. Στο τέλος του μήνα τα έβγαζαν και τα ακουμπούσαν πάνω σε μία πέτρα, μαζί με τις επιθυμίες τους, για να περάσει ο πελαργός και να τα πάρει.

 Μία ακόμα γιορτή ήταν η γιορτή του Αγίου Μοδέστου. Η γιορτή αυτή ήταν για τα ζώα. Η νοικοκυρά λοιπόν, την ημέρα αυτή ζύμωνε μία γλυκιά κουλούρα και με τρία αναμμένα κεριά και με το λιβάνι πήγαινε στον στάβλο με τα ζώα. Έσπαζε τότε στα κέρατα των βοδιών την κουλούρα και τα τάιζε μ' αυτήν. Ύστερα γυρνούσε στο σπίτι και μοίραζε την υπόλοιπη στα μέλη της οικογένειας.

 Μετά από αυτή τη γιορτή, ακολουθούν οι απόκριες. Το έθιμο της αποκριάς το πραγματοποιούσε ένας μερακλής του χωριού, ο οποίος ντυμένος αρκούδα γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι. Στη μέση του κρεμούσε κουδούνια και κουνώντας τα μέσα σε κάθε σπίτι έδιωχνε το κακό και τη δυστυχία προμηνύοντας ένα πιο υγιές περιβάλλον. Συγχρόνως προετοίμαζε την οικογένειά του σπιτιού για το ξεκίνημα της νηστείας. Επιπλέον, από την τσικνοπέμπτη και μετά ντύνονταν καρναβάλια μικροί και μεγάλοι έως την Κυριακή της αποκριάς. Την τσικνοπέμπτη που άνοιγε η αποκριά και ξεκινούσε και η νηστεία, οι γυναίκες μαγείρευαν κοτόπουλο και έφτιαχναν λαλαγγίτες.

Την Καθαρή Δευτέρα μικροί και μεγάλοι έκαναν τα συγχωρεμένα, ήταν η γιορτή της συγγνώμης. Τα παιδιά φιλούσαν το χέρι των μεγαλύτερων και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, ενώ πρώτα είχαν πάει νωρίς το απόγευμα στην νουνά τους. Η νουνά έδινε στα παιδιά εκτός από το φιλοδώρημα και ένα αυγό, μέσα στο οποίο υπήρχε ζωή. Ήταν συμβολικό, αφού με το άσπρο αυγό αρχίζει η νηστεία, ενώ με το κόκκινο κλείνει. Αργά το βράδυ πηγαίνουν οι μεγάλοι στους πιο ηλικιωμένους, συνήθως στα σπίτια που υπήρχαν παππούς και γιαγιά. Σ' αυτά τα σπίτια μαζευόταν ο πιο πολύς κόσμος. Η νοικοκυρά που έμενε στο ίδιο σπίτι με τους ηλικιωμένους (δηλαδή ή η νύφη ή η κόρη) ήξερε ότι θα πήγαινε πολύς κόσμος και ετοίμαζε φαγητά, γλυκά και πίτες για να κεράσει τους επισκέπτες. Γινόταν λοιπόν ένα μικρό γλέντι, ενώ συγχρόνως ξεκινούσε η νηστεία.

 Δεν θα πρέπει όμως να ξεχαστεί και ένα έθιμο που γινόταν την ημέρα του Αγίου Θεοδώρου. Οι γυναίκες έφτιαχναν κουλούρες τις οποίες περνούσαν πάνω από τα κέρατα των βοδιών, για να δούνε πιο βόδι ήταν το πιο δυνατό. Όποιο βόδι έπαιρνε (τραβώντας το) το μεγαλύτερο μέρος της κουλούρας αυτό ήταν και το πιο δυνατό και ικανό. Η νοικοκυρά τέλος, θυμιάτιζε τα ζώα με ένα σιδερένιο υνί πάνω στο όποιο έβαζε το θυμίαμα και λίγο κάρβουνο. 

Πριν αναφερθούν τα έθιμα του Πάσχα θα πρέπει να αναφερθούν δύο άλλα έθιμα, τα οποία ήταν μετά ή πριν από το Πάσχα (αφού το Πάσχα είναι κινητή γιορτή). Το ένα λοιπόν έθιμο γινόταν το Σάββατο του Λαζάρου. Το έθιμο αυτό ήταν το σημαντικότερο έθιμο για τα μικρά κοριτσάκια. Ήταν ο αγερμός του Λαζάρου. Η ετοιμασία γινόταν λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Ζευγαράκια από κορίτσια ή και γκρουπ ακόμα, συμμετείχαν στα κάλαντα του Λαζάρου. Σηκώνονταν λοιπόν πολύ νωρίς το πρωί και κρατώντας ένα είδωλο που παρίστανε τον Λάζαρο και ανθοστόλιστα καλαθάκια, γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι. Ενώ αφηγούνταν λοιπόν με το τραγούδι τους τα σχετικά με τον θάνατο και την έγερση του Λαζάρου γεγονότα, απαιτούσαν την αμοιβή τους: άβαφα αυγά, χρήματα, ξηρούς καρπούς και άλλα. Το είδωλό του Λαζάρου ήταν μία κούκλα που κρατώντας την σαν μωρό ή στερεώνοντας την σε ένα ξύλο, την λίκνιζαν με ρυθμό σταυρωτά ενώ τραγουδούσαν. Τέλος, έπαιρνε η νοικοκυρά το ομοίωμα ή την κούκλα του Λαζάρου το πήγαινε στην εικόνα πρώτα και μετά το γυρνούσε σε όλα τα δωμάτια κουνώντας το σταυρωτά. Έτσι, μ' αυτόν τον τρόπο θα έφερνε υγεία στο σπιτικό της κάθε νοικοκυράς καθώς επίσης και την Ανάσταση. 

Ύπαρξη φωτογραφίας

Στη φωτογραφία διακρίνονται τα μικρά κοριτσάκια που τραγουδώντας το τραγούδι του Λαζάρου και κρατώντας το ομοίωμα του, έφερναν σε κάθε σπίτι υγεία και χαρά. Η νοικοκυρά του σπιτιού προσφέρει όπως φαίνεται, αυγά, χρήματα και άλλα τα οποία τοποθετεί στο στολισμένο καλαθάκι των κοριτσιών.

Το τραγούδι του Λαζάρου που έλεγαν τα μικρά κοριτσάκια ήταν το εξής: 

"Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε Πασχαλιά που τρών' τα ψάρια, σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι

~~~ 

ήρθε η μάνα σου από την πόλη σου φέρε χαρτί και πορτοφόλι γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη γράψε λεμόνια και κυπαρίσσι

~~~ 

οι κοτίτσες σας αυγά γεννούνε, οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε, δώστε και σ' εμάς να σας ευχηθούμε" 

Το άλλο έθιμο πραγματοποιούνταν την ημέρα του Αγίου Γεωργίου. Την ημέρα αυτή λοιπόν οι οικογένειες του χωριού έκαναν προσφορές προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, συνήθως αρνιά. Αυτά στη συνέχεια η επιτροπή τα έβγαζε στη δημοπρασία και τα αγόραζαν όσες οικογένειες δεν είχαν κατοικίδια στο σπίτι τους.

 Μετά από όλα αυτά τα έθιμα σειρά έχει το Άγιο Πάσχα, η σταύρωση, η ταφή και η Ανάσταση του κυρίου. Πριν έρθει το Πάσχα και αφού ήταν άνοιξη, οι νοικοκυρές φρόντιζαν να ασβεστώνουν και να καθαρίζουν το σπίτι. Έφτιαχναν τα τσουρέκια τους ενώ τη μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα αυγά. Στο πρώτο αυγό που έβαφαν σχημάτιζαν ένα σταυρό με κάρβουνο και το έβαζαν στην εικόνα. Τη μεγάλη Πέμπτη οι άνθρωποι πήγαιναν στην εκκλησία και οι γυναίκες άφηναν δώρα στον σταυρό. Το βράδυ ο παπάς έβγαζε τον σταυρό και αφού γυρνούσε στην εκκλησία, οι γυναίκες έμεναν εκεί και στόλιζαν τον επιτάφιο. Για το στόλισμα του επιταφίου προτιμούσαν να μαζέψουν λουλούδια από το λιβάδι και όχι να τα αγοράσουν γιατί εκείνη την εποχή συνήθως άνθιζαν στα λιβάδια τα κρινάκια, για τα οποία οι γεροντότεροι έλεγαν ότι ήταν τα δάκρυα της Παναγίας που έχυνε για το μονάκριβό της. Όπου έπεφταν τα δάκρυα της φύτρωναν κρινάκια. Με αυτά έφτιαχναν και στεφάνια, καθώς επίσης και με αγριολούλουδα.

Ύπαρξη φωτογραφίας

 Στην παραπάνω φωτογραφία φαίνεται ένας στολισμένος επιτάφιος. 

Ύπαρξη φωτογραφίας

Οι γυναίκες της φωτογραφίας το βράδυ της μεγάλης Πέμπτης στόλισαν τον επιτάφιο ενώ συγχρόνως μοιρολογούν σαν τον Χρήστο μέχρι να ξημερώσει η επόμενη ημέρα.

Όλη τη νύχτα λοιπόν της μεγάλης Πέμπτης, οι γυναίκες στόλιζαν τον επιτάφιο και μοιρολογούσαν μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής γινόταν η περιφορά του επιταφίου γύρω από την εκκλησία τρεις φορές κάνοντας και τρεις στάσεις. Σε κάθε στάση διαβάζονταν τα ονόματα των πεθαμένων. Πριν από την ημέρα της Ανάστασης δεν έπρεπε να σκορπίσει κανείς τσόφλια κόκκινου αυγού γιατί πίστευαν ότι αυτό έφερνε κακοτυχία. Πρόσεχαν λοιπόν οι νοικοκυρές να μη φάει κανένα παιδί αυγό ή να μη σκορπίσει τα τσόφλια του και αν γινόταν αυτό τα έβαζαν στην εικόνα γιατί ήταν αμαρτία να πατήσουν κόκκινα τσόφλια. 

Το έθιμο που διαδραματιζόταν τις ημέρες του Πάσχα είχε ως εξής: έπαιρναν οι άνθρωποι τα κόκαλα από το κουρμπάνι που έτρωγαν και μαζεύαν τα τσόφλια από τα κόκκινα αυγά που είχαν σπάσει με μεγάλη ευλάβεια, πήγαιναν στο πιο κοντινό χωράφι, έσκαβαν ένα λάκκο και τα έθαβαν, έτσι ώστε η παραγωγή να είναι μεγάλη. Έδειχναν επιπλέον με αυτόν τον τρόπο τον σεβασμό τους, προς τα αγαθά που τους χάριζε ο Θεός. Αν αυτό δεν γινόταν από κάποια οικογένεια, τότε σύμφωνα με το έθιμο, αυτή η οικογένεια δεν θα είχε φαγητό στο τραπέζι της.

 Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν τα αρνιά. Το βράδυ πήγαιναν όλοι οι χωριανοί στην εκκλησία για την Ανάσταση. Έπειτα γυρνούσαν στο σπίτι και ο καθένας έπρεπε να φάει ένα κόκκινο αυγό και σκόρδο για να αποκτήσει δύναμη. Το πρωί της Ανάστασης ξυπνούσαν πολύ νωρίς οι νοικοκυρές και ετοίμαζαν το φαγητό. Το φαγητό του Πάσχα ήταν το <<κουρμπάνι>>. Το κουρμπάνι ήταν γεμιστό αρνί με βούκες από μπαγιάτικο ψωμί (το μπαγιάτικο ψωμί απορροφά το λίπος του αρνιού χωρίς να λιώνει ενώ το φρέσκο λιώνει), μπόλικο δυόσμο, φρέσκα κρεμμύδια και ρύζι ή πλιγούρι (σπασμένο σιτάρι). Άναβαν λοιπόν σε κάθε γειτονιά ένα φούρνο και έβαζαν μέσα σ' αυτόν τα φαγητά τους πέντε ή έξι νοικοκυρές μαζί. Ολόκληρη η γειτονιά μοσχοβολούσε από το πασχαλιάτικο φαγητό. Οι μυρωδιές θα μείνουν αξέχαστες στη μνήμη των παλαιότερων κατοίκων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως δεν πατούσαν τα τσόφλια των κόκκινων αυγών, έτσι με τον ίδιο σεβασμό όταν έπεφτε κάτω ένα κομμάτι ψωμί, ποτέ δεν το πατούσαν ή το έσπρωχναν με το πόδι, αλλά έσκυβαν το έπαιρναν το φυλούσαν και το ακουμπούσαν σε μία άκρη του δρόμου για να το φάνε τα ζώα.

 Έτσι λοιπόν περίμεναν όλοι με ανυπομονησία, μετά τη γιορτή του Πάσχα την ημέρα της πανήγυρης της 21ης Μαΐου. Αφού εκκλησιάζονταν οι χωριανοί, αυτήν την ημέρα συγκεντρώνονταν μικροί και μεγάλοι στην πλατεία του χωριού και διασκέδαζαν με τους γλεντζέδες. 

Ένα ακόμη έθιμο που δεν αναφέρθηκε πρωτύτερα είναι αυτό της γιορτής των 40 Μαρτύρων. Σύμφωνα με το έθιμο αυτό οι κτηνοτρόφοι σημάδευαν τα αρνιά και τα πρόβατα κόβοντας μία άκρη από το αυτί τους. Αυτό το έκαναν γιατί πίστευαν ότι έτσι τα ζώα αποκτούσαν την υγεία τους. Τελειώνοντας όμως με τα έθιμα του Πάσχα δεν θα πρέπει να παραλειφθεί το μοιρολόι των γυναικών προς τον Χριστό. Αυτό λοιπόν ήταν το εξής:

 "Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά και τρεις καταραμένοι. Ο κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι να λάβει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι. Η Παναγία η Δέσποινα καθόταν μοναχή της, την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της. Ακούει εξ ουρανού φωνή και απ' Αρχαγγέλου στόμα: <<Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες>>. Η Παναγία σαν τ' άκουσε, έξω στην πόρτα βγήκε, βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ' άστρα βουρκωμένα και το φεγγάρι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο. Να κι ο Γιάννης ο Πρόδρομος στην Παναγία και λέει. Τον γιο σου τον επιάσανε οι άνομοι Εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά και τρεις καταραμένοι. Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε και στου Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυραννάνε.

Χαλκιά Χαλκιά φτιάξτε καρφιά, φτιάξτε τρία πιρούνια, μα εκείνος ο παράνομος βάζει και κάνει πέντε, παράνομε κι αν τα φτιάξεις πρέπει να μας διατάξεις, τα δύο βάλτε στα χέρια του και τα άλλα δύο στα πόδια, το 5ο φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του να τρέξει αίμα και νερό να λυγιθεί η καρδιά του. Η Παναγία σαν τ' άκουσε λιγοθυμιά της ήρθε. Στάμνες νερό της χύνανε και δύο σταμνιά του μόσχου και τρία ροδόσταμνια, ώσπου να 'ρθει στο νου της και σαν ήρθε στο λογικό και σαν ήρθε στο νου της, ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, γκρεμό για να γκρεμάσει, ζητεί και αργυροψάλιδο να κόψει τα μαλλιά της. Να τι ο Γιάννης Πρόδρομος γλυκά την παρακαλεί. Μην γκρέμεσαι μανούλα μου, θα γκρέμει ο κόσμος όλος, θα γκρέμουν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες θα γκρέμουν και οι νιόπαντρες για τους για τους καλούς τους άνδρες, λάβε κυρά υπομονή, λαβέ κυρά ανέσχη, μα πώς να λάβω υπομονή μα πώς να λάβω ανέσχη, έναν υιό μονογενή και τέκνων σταυρωμένο. Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λάζαρου η μάνα και του Ιακώβ η αδελφή, οι τέσσερις αντάμα πήραν το δρόμο, το δρομί, το μονοπάτι τους έβγαλε ως του ληστού τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα και τα μικρά παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα. Η Παναγία η Δέσποινα βγάζει λόγο και λέει: <<ανοίξτε πόρτες του ληστού και πόρτες του Πιλάτου κι οι πόρτες απ' το φόβο τους άνοιξαν μοναχές τις, βλέπουν ζερβά, βλέπουν δεξιά, κανέναν δεν γνωρίζουν, βλέπουν και αριστερά, γνωρίζουν τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε Γιάννη πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου μην είδες τον γιόκα μου και τον διδάσκαλο σου. Δεν έχω στόμα να σου πω γλώσσα, να σου μιλήσω, δεν μου βαστάει η καρδούλα μου να έρθω να σου τον δείξω. Σίδερο κάνε την καρδιά και έλα να μου τον δείξεις, τον βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραφορεμένο, όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο, όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι. Η Παναγία πλησίασε, γλυκά τον ομιλούσε, σταυρέ μου για χαμήλωσε, Χριστέ μου για γύρε λίγο να πιάσω το μάγουλό σου, γλυκά να το φιλήσω, να βγάλω το μαντήλι μου το αίμα να σφουγγίσω. Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου. Τί να σου πω μανούλα μου, πιο διάφορο δεν έχεις, πάρε τον Γιάννη τεκνό σου και σύρε στο καλό σου, βάλε κρασί στο μαστρατά κι αφράτο παξιμάδι και κάνε το παρηγοριά να το βρει ο κόσμος χάρη. Μόνοι το Μέγα Σάββατο κοντά στα μεσάνυχτα προτού λαλήσει ο Πετεινός σημαίνουν οι καμπάνες. Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει και η γη, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει και η Αγία Σοφιά με τις χρυσές καμπάνες. Όποιος τ' ακούει σώζεται και όποιος τα λέει ας γιάνει και όποιος τα καλοφραγιαστεί, παράδεισο να λάβει, παράδεισο και Λίβανο από τον Άγιο τάφο".

 Το τελευταίο έθιμο της άνοιξης ήταν αυτό της Πρωτομαγιάς. Το πρωί λοιπόν της Πρωτομαγιάς ξυπνούσε πολύ νωρίς ο νοικοκύρης του σπιτιού έβγαινε έξω και μάζευε φρέσκα δροσερά λουλούδια. Στη συνέχεια πήγαινε στο κρεβάτι των παιδιών και τα ξυπνούσε χτυπώντας τα με τα λουλούδια. Αφού ξυπνούσαν τα παιδιά, τα έπαιρνε ο πατέρας και πήγαιναν στο λιβάδι ή στα χωράφια και κυλιόνταν όλα μαζί, γιατί πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο δυνάμωνε το σώμα. Μάζευαν επίσης και λουλούδια και έφτιαχναν στεφάνια. Ένα στεφάνι το κρεμούσαν στην πόρτα του σπιτιού και το κρατούσαν για ένα χρόνο. Πίστευαν ότι το στεφάνι αυτό προφύλαγε την οικογένεια και το σπίτι από τις μαγικές συμφορές.

Πέρα από όλα αυτά τα έθιμα που αφορούσαν τις γιορτές των Αγίων υπήρχαν και λίγα ακόμα έθιμα διαφορετικά. Όταν λοιπόν έφτιαχναν ένα καινούργιο σπίτι γινόταν ζωοθυσίες (κουρμπάνι) για τη θεμελίωση του, καθώς επίσης και αγιασμός από τον παπά για να στεριώσει το σπίτι και να προφυλάσσεται από κάθε κακό. Τις ζωοθυσίες τις πραγματοποιούσαν αμέσως μόλις γυρνούσε η οικογένεια από την εκκλησία. Έπαιρναν λοιπόν όλα τα μέλη της οικογένειας αντίδωρο και ο παπάς διάβαζε μία ευχή της Αναστάσεως για τον αμνό. Έβαζαν επίσης αναμμένες λαμπάδες πάνω στα κέρατα του ζώου και αφού ο παπάς διάβαζε την ευχή στο κεφάλι του (του ζώου), ακολουθούσε και η θυσία.

 Επιπροσθέτως όταν ολοκληρωνόταν το χτίσιμο των τοίχων του σπιτιού και άρχιζαν να φτιάχνουν τη σκεπή, ακριβώς στο κέντρο της σκεπής, οι μαστόροι σχημάτιζαν έναν ξύλινο Σταυρό στον οποίον κρεμούσαν μαντηλώματα. Τα μαντηλώματα αυτά ήταν δώρα τα οποία προσέφεραν οι συγγενείς. Κρεμώντας λοιπόν τα δώρα, οι μαστόροι χτυπούσαν με τα σφυριά τους το ξύλο και έλεγαν μεγαλόφωνα ευχές για τον δωρητή, ανάλογα με την ηλικία, το επάγγελμα, την κοινωνική του θέση και άλλα.

 Άλλο ένα έθιμο ήταν το εξής: Στο τέλος του θερισμού άφηναν σε μία γωνίτσα του χωραφιού λίγα στάχυα αθέριστα. Έλεγαν οι άνθρωποι του χωριού ότι έπρεπε το χωράφι να κρατήσει τη "μαγιά" του, κάτι σαν προζύμι. Υποστήριζαν λοιπόν ότι με αυτόν τον τρόπο την επόμενη χρονιά ο καινούργιος σπόρος θα έσμιγε με τον παλαιό (δηλαδή τα αθέριστα στάχυα) και έτσι θα απέφεραν μεγαλύτερη ποσοτικά και καλύτερη ποιοτικά σοδειά.

Τέλος για την ανομβρία, οι κάτοικοι της Παραδημής έκαναν λιτανεία, γυρνούσαν γύρω γύρω στο χωριό, ενώ συγχρόνως έψελναν ο παππάς με τον Ψάλτη κρατώντας την εικόνα του Χριστού. Πίσω από τον Παππά και τον Ψάλτη ακολουθούσαν όλοι οι χωριανοί.

 Βέβαια δεν θα πρέπει να παραληφθεί το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Παραδημής εκτός από τις ζωοθυσίες που έκαναν στα θεμέλια ενός νεοχτιζόμενου σπιτιού, συνήθιζαν να πραγματοποιούν ζωοθυσίες και στις γιορτές των Αγίων, όπως του Αγίου Γεωργίου, του προφήτη Ηλία και του Αγίου πνεύματος. Οι περισσότερες από αυτές αποσκοπούσαν αποκλειστικά στο καλό των κατοίκων και στο συμφέρον αυτών.

 Βέβαια μπορεί η άνοιξη και το καλοκαίρι με τη σειρά του σύμφωνα με την παράδοση να συμβολίζουν την ευημερία και τη γονιμότητα, δεν παύει όμως και ο χειμώνας να εκτελεί σημαντικό ρόλο. Επειδή είναι μία εποχή δύσκολη που δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινότητα των ανθρώπων, αυτοί με τη σειρά τους τον <<καλόπιαναν>>, έτσι ώστε ο ερχομός του να μην επιφέρει συνέπειες κακές. Το καλόπιασμα αυτό γινόταν με τις κοκοροθυσίες, την ημέρα της 26ης Οκτωβρίου ημέρα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Οι θυσίες αυτές γίνονταν συγχρόνως και για τον εορτασμό του τέλους της σποράς. Κάθε νοικοκυρά στο σπίτι της, έσφαζε τον ετήσιο κόκορα την παραμονή της ημέρας αυτής για να μην προλάβει να λαλήσει το πρωί. Ο προορισμός έληγε ως αυτή την μέρα. Το άλλο πρωί λαλούσε ο καινούργιος κόκορας και καμάρωνε στο κοτέτσι. Την ημέρα του Αγίου Δημητρίου η νοικοκυρά μαγείρευε τον κόκορα με πλιγούρι πολύ νωρίς. Έπειτα πήγαιναν όλοι μαζί στην εκκλησία για να ευχαριστήσουν τον Άγιο Δημήτριο για τα καλά που τους χάρισε. Στην επιστροφή έστρωναν το σινί (σοφά) και τρώγοντας τον κόκορα και πίνοντας κρασί, συζητούσαν για διάφορα θέματα, κυρίως για την πρόσληψη των υπαλλήλων τους. Επειδή όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της Παραδημής είχαν ζώα στην κατοχή τους, έπαιρναν έναν τσοπάνο στα σπίτια τους ο καθένας, καθώς επίσης και έναν αγελαδάρης για ολόκληρο το χωριό.

 Επιπροσθέτως, προτού αρχίσει η σπορά υπήρχε το έθιμο της <τζαμάλας>>. Πριν λοιπόν αρχίσει η σπορά έπρεπε κάθε οικογένεια να ευχαριστήσει τη θεά της γεωργίας Δήμητρα. Ντυνόταν λοιπόν κάποιος μερακλής κάτοικος του χωριού τζαμάλα και φορώντας παλιά ρούχα και ένα χωνί στο κεφάλι για κούτελο γυρνούσε όλα τα σπίτια και ευχόταν στους νοικοκυραίους καλή παραγωγή στην καινούργια σοδειά. Οι γυναίκες έβγαιναν από τα σπίτια και έριχναν με το κόσκινο καρύδια, καραμέλες, αμύγδαλα, κυδώνια, ροδιά, χρήματα και άλλα πολλά.

Όταν ο σύζυγος έλεγε ότι πάει να σπείρει, η γυναίκα του ξυπνούσε πολύ νωρίς, ζύμωνε και έψηνε ψωμί στη θράκα για να του δώσει μαζί του. Μέσα στο σακί με τον σπόρο έβαζε ένα κυδώνι για να γίνει κίτρινο το σιτάρι, ένα ρόδι σύμβολο γονιμότητας για καλή και μεγάλη παραγωγή, καρύδια για να γίνει αφράτο το σιτάρι και τέλος έναν χρυσό σταυρό. Προτού λοιπόν αρχίσει η σπορά, ο σύζυγος έτρωγε το φρέσκο καλοψημένο ψωμάκι, ενώ έδινε και λίγο στα ζώα, αφού τα σέβονταν όλα τα ζώα, σταυροκοπιόταν με το σταυρό και σταύρωνε και τα ζώα για να είναι γερά και αυτά αλλά και ο ίδιος, έτσι ώστε να τελειώσει αισίως η σπορά. Όταν γυρνούσε το βράδυ στο σπίτι, η νοικοκυρά του σπιτιού και σύζυγος του, τον περίμενε με διάφορα εδέσματα, όπως λαλαγγίτες ψημένες στο σάτσι, το οποίο στόλιζε και αυτό με την πυροστιά του μπουφέ, λουκουμάδες, πίτες, ψημένες στη γάστρα με κάρβουνα, μπουρανίκια (;), γκιουζλεμέδες κι άλλες λιχουδιές. Οι λαλαγγίτες γεμιστές με κοτόπουλο με καβουρντισμένο σουσάμι και πετιμέζι ήταν νοστιμότατες. Τον μπουφέ στόλιζαν, εκτός από τα εδέσματα και ο σοφράς με την πήλινη κατσαρόλα που είχε τον κόκορα. Το σάτσι με την πυροστιά και πάνω στο σάτσι με τις λαλαγγίτες, το κουρελάκι με το ξυλάκι, που άλειφε με λάδι που και που το σάτσι για να γίνουν αφράτες οι λαλαγγίτες. Τα μπακιράκια στολισμένα με λουλούδια αγιοδημητριάτικα, με δύο πανέμορφες στάμνες γεμάτες κρύο νερό από την τουλούμπα για να ξεδιψάσουν κάθε διψασμένο. Επίσης από το τραπέζι δεν έλειπε το κρασί, καθώς και μία πανέμορφη τούρτα από βατόμουρα που καλλιεργούσε στην αυλή της η προκομμένη νοικοκυρά. Ιδιαίτερα όμορφα αν και απλά ήταν τα υφαντά τραπεζομάντηλα με τις καρό πετσέτες. Η νοικοκυρά ντυμένη με την παραδοσιακή στολή, καθώς και το παραδοσιακό όργανο, η γκάιντα, συμπλήρωναν την εικόνα. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός ότι η νοικοκυρά ήξερε αν το χωράφι θα έδινε καλή και πλούσια παραγωγή. Από την πρώτη λαλαγγίτα που έψηνε στο σάτσι, μάντευε το <<τί μέλλει γενέσθαι>>. Αν δηλαδή η λαλαγγίτα είχε πολλές φουσκάλες, θα είχαν καλή παραγωγή, αν όμως δεν φούσκωνε, η παραγωγή δεν θα ήταν καλή. 

Κλείνοντας με τον κύκλο των εθίμων και των εορτών ολόκληρου του χρόνου, ας σημειωθεί ότι από την γιορτή του Φιλίππου ξεκινούσε και η νηστεία για σαράντα ημέρες μέχρι τα Χριστούγεννα. Όλοι οι άνθρωποι νήστευαν για 40 ημέρες περιμένοντας τα Χριστούγεννα για να κοινωνήσουν και να φάνε και κρέας. Εδώ λοιπόν τελείωναν τα έθιμα για το χωριό, μερικά από τα οποία κατάφεραν να μείνουν στην επιφάνεια και να διατηρηθούν μέχρι σήμερα, αφού υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που θέλουν να τα διατηρήσουν και να τα κληροδοτήσουν στις επόμενες γενεές.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1055
Έτος καταγραφής
2001-02
Επώνυμο
Καραγκιόζη
Όνομα
Γιαννούλα
Εικόνες