Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ-ΣΑΠΩΝ, ΞΥΛΑΓΑΝΗΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Α. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Όταν έφταναν οι μέρες για τα Χριστούγεννα αρχίζαμε τις προετοιμασίες. Πρώτα καθαρίζαμε τα σπίτια, τα ασβεστώναμε και τα χρίαμε με κοκκινόχωμα. Πλέναμε τα ρούχα και λουλακιάζαμε. Σκουπίζαμε μετά και συγυρίζαμε τις αυλές. Δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα σφάζαμε τα γουρούνια. Τα ταϊζαμε ένα χρόνο και τέτοιες μέρες τα σφάζαμε. Τρεις άνδρες μαζί το έσφαζαν, το καψάλιζαν σε μια λακκούβα με κάρβουνα. Τα παιδιά περίμεναν να πάρουν την κύστη. Όταν την έπαιρναν, την καθάριζαν, την έπλεναν με καυτό νερό και την έκαναν μπαλόνι ή και μικρή γκάιντα. Το υπόλοιπο γουρούνι το παίρναμε οι γυναίκες και το τακτοποιούσαμε, το κόβαμε, αλατίζαμε τα παχιά και τα παστώναμε, κόβαμε κιμά, έκαναν λουκάνικα. Από το γουρούνι παίρναμε ακόμη το στομάχι, το καθαρίζαμε καλά καλά, το γεμίζαμε, το αλατίζαμε και το πετρώναμε για λίγες μέρες σε στάχτη και μετά το κρεμούσαμε σε δύο ξύλινες διχάλες. Έτσι φτιάχναμε τον πάπουλς. Εκτός από τον πάπουλς, φτιάχναμε και την καμάρα. Αυτή ήταν το παχύ έντερο καθαρισμένο, το γεμίζαμε με πλιγούρι, συκώτια, πράσο, αλάτι και πιπέρι. Έτσι το ζεματούσαμε και το ψήναμε αν θέλαμε.
Την παραμονή τα παιδιά γυρνούσαν στο χωριό και τραγουδούσαν για την γέννηση του Χριστού. Και σήμερα τα λέμε.
“Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου εβγάτε, δέτε, μάθετε, ‘πόψε Χριστός γεννιέται...”
Τα δίνανε καρύδια, αμύγδαλα, ξυλοκέρατα, κάστανα, μήλα και πολύ λίγα σπίτια έδιναν δραχμές.
Ζυμώναμε την μπουκουβίτσα. Ήταν μπουγάτσα που στην μέση είχε ένα κύκλο με σταυρό, στην μία άκρη ένα αλέτρι με ζυγό και γύρω γύρω θημωνιές.
Το βράδυ στο τραπέζι βάζαμε εννέα διαφορετικά υλικά. Ένα ήταν η τριμούλα από το κεφάλι του γουρουνιού. Συγκεντρωνόμασταν όλοι μαζί και ο αρχηγός του σπιτιού έπαιρνε το υνί, έβαζε και κάρβουνα και θυμίαμα και κάπνιζε πρώτα το εικονοστάσι, στη συνέχεια το αμπάρι, μετά τα ζώα και τέλος το τραπέζι με τα φαγητά και όλους όσους βρίσκονταν εκεί και κάναμε τον σταυρό μας. Μετά έπαιρνε την μπουκουβίτσα και την έσπαζε στο κεφάλι ενός παιδιού, που πηδούσε πρώτα τρεις φορές. Πριν μοιραστεί η μπουκουβίτσα, ο νοικοκύρης έβγαζε τον σταυρό, ζυγό και το αλέτρι και η νύφη το πήγαινε στην ταϊ των βοδιών.
Τη νύχτα τραγουδούσαν τα παλικάρια. Τα κορίτσια περίμεναν να έρθουν πως και πως. Από την αυλή ακόμα καθώς έφταναν, τραγουδούσαν.
“Σήκου σήκου, συ ν’ αφέντη κι αν καμάσι και τι κι αν καθήσεις, σήκου ν’ ανοίξ, γιατί αρχόντουν τα παλικάρια να σου πούνι του τραγούδι, που ο Χριστός γεννιέται.”
Τότε ο νοικοκύρης άνοιγε την πόρτα και έμπαιναν μέσα. Μπροστά πήγαινε ο ντραγκουμάνος. Τραγουδούσαν δύο δύο. Το πρώτο ήταν:
“Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου. Χριστός μας εγεννήθηκε κι ο κόσμος δεν το ξέρει.”
Μετά το τραγούδι για τον Χριστό έλεγαν τραγούδι για τον νοικοκύρη, την κυρά, τον γιο, την θυγατέρα. Ένα από αυτά ήταν:
“Απ’ άρχοντα ξηβγήκαμι σιργιανίγιους κι ήρθαμι, ήρθαμε στον αφέντη μας τον πολυχρονισμένο...”
Τα παλικάρια αρκούνταν σ’ ένα κέρασμα από τα κοσκινίσματα.
Σ’ ένα κοριτσάκι έλεγαν το εξής τραγούδι:
“ Μαρή μικρή μικρούτσικη, τί στέκεις στουλισμένη. Η μάνα μου μι στολιζι και στέκου στουλισμένη...”
Όταν τελείωναν τα τραγούδια ο ντραγκουμάνος έλεγε το ντουγά:
“Ίδω που τον αφέντη μας παντού βραγιάνιστι δίστι φλουρίστι, στιριώντι νικουρφίτσι...”
Τότε η κυρά πρόσφερε κουλούρα και ο νοικοκύρης μπαξίς. Τότε έφευγαν και έλεγαν:
“κι εμείς απ’ εδού κι εμείς απ’ εδού. Χριστός δω μέσα κι η Παναγία μας.”
Πριν ξημερώσει όλος ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία. Την υπόλοιπη μέρα υπήρχαν παντού χοροί και τραγούδια.
(Εικόνα 24. Χορός την ημέρα των Χριστουγέννων.)
-Δραγογιάκη Δήμητρα
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
Το μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, μπουλούκια από παιδιά μικρά πήγαιναν στον κάμπο. Έτρεχαν για να κόψουν ένα κλαδί κρανιάς για την άλλη μέρα. Γύριζαν νωρίς στο σπίτι και τραγουδούσαν τα κάλαντα του Άι-Βασίλη:
“Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι...”
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γινόταν πάλι το κάπνισμα. Τα κλαδάκια της κρανιάς γίνονταν σούβρες, Τα στολίζαμε με χρυσόχαρτα και το πρωί έχοντας στο χέρι τις σούβρες, γυρνούσαμε τα σπίτια των συγγενών μας. Στα σπίτια σουβρίζαμε όλους τους σπιτικούς. Χτυπούσαμε απαλά με την σούβρα και λέγαμε:
“Σούβρα σούβρα για χαρά, για καλή νοικοκυρά. Όσις τρύπις στου διρμόν, τόσις θυμωνιές στ’ αλών'.”
Δεν σουβρίζαμε μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ζωντανά στο στάβλο.
-Κωστοπούλου Δήμητρα
ΤΑ ΦΩΤΑ
Την παραμονή γινόταν και πάλι το κάπνισμα. Την ημέρα των φώτων, το κάθε παιδί προσπαθούσε να ξυπνήσει πρώτο, ήταν τυχερό. Πήγαινε στο ρέμα και έπλενε το υνί. Έτσι, έπαιρνε το πεντάδραχμο. Όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία και ο Παπάς άγιαζε τα νερά μετά την λειτουργία στο ρέμα. Εκεί πολλά παλικάρια έπεφταν στο ρέμα για να πιάσουν τον σταυρό που έριχνε ο παπάς. Ο νέος που θα τον έπιανε θεωρούνταν πολύ τυχερός για την χρονιά αυτή.
Μέχρι την ημέρα αυτή πιστεύαμε ότι μέσα στο χωριό τριγυρνούσαν καλικάντζαροι. Τα παιδιά μάζευαν, έκλεβαν τα καλάθια για τα άχυρα, τα έβαζαν το ένα πάνω στο άλλο και τα έκαιγαν. Έτσι έφευγαν τα καλικάντζαρα.
-Κωστοπούλου Δήμητρα
Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΙ-ΓΙΑΝΝΗ
Την ημέρα του Αι-Γιαννιού οι νέοι γυρνούσαν τα σπίτια και τραγουδούσαν σε εκείνα που είχαν Γιάννηδες. Το τραγούδι που έλεγαν ηταν:
“Χθες ήταν τα φώτα και ο φωτισμός, σημιρα Αι-Γιάννης και Πρόδριμος, κάτου στον Ιουρδάνη ντου μποταμο, έρχιτει κυρά μας η Παναγία...”
Ένας από την παρέα ήταν ο γάτος. Ο γάτος κρατούσε μία σούβλα στα χέρια του και όταν οι άλλοι τραγουδούσαν, αυτός νιαούριζε. Συχνά και στο τέλος η κυρά του σπιτιού του έδινε ψαχνό. Στο σπίτι ενός Γιάννη φιλεύονταν οι παπάδες του χωριού
-Κωστοπούλου Χρυσούλα
ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Τα καρναβάλια ήταν πολύ απλή και φτωχή γιορτή. Τα παλικάρια τυλίγονταν με προβιές, έβαζαν φασόλια για δόντια, κόκκινες πιπεριές για μύτες,, κέρατα ζώων. Μετά φορούσαν πολλά μεγάλα κουδούνια και γυρνούσαν και τρόμαζαν τα παιδιά. Οι κυρές των σπιτιών τους δίναμε αυγά, τυρί ή ό,τι άλλο είχαμε τον καιρό εκείνον.
Το βράδυ μαζεύονταν όλοι στην πλατεία. Εκεί παρουσίαζαν κάποια νούμερα που έφερναν γέλιο σ’ όσους τα έβλεπαν.
Ακόμη τα ζευγάρια της χρονιάς αυτής πήγαιναν πρώτα στους νονούς τους με ένα μπουκάλι κρασί για να συγχωρεθούν. Μετά πήγαιναν και σε όλους τους άλλους συγγενείς.
Από την καθαρά Δευτέρα μέχρι και το Πάσχα νηστεύαμε από ορισμένα μόνο φαγητά.
-Κωστοπούλου Χρυσούλα
ΠΑΣΧΑ
Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίναμε στην εκκλησία και παρακολουθούσαμε με ευλάβεια τα Άγια Πάθη. Την κοκκινοπέμπτη βάφαμε τα αυγά. Τα βάφαμε με κόκκινο χρώμα και όσοι είχαν μικρά παιδιά, έβαφαν τα αυγά και με κίτρινο χρώμα. Οι νονές έστελναν κόκκινα αυγά με ένα κοριτσάκι στις κουμπάρες τους. Η νύφη έφτιαχνε την παραμονή μία κουλούρα με ένα κόκκινο αυγό στην μέση. Την μέρα της Λαμπρής την πήγαινε με ένα κοριτσάκι μαζί τ’ αυγά και φαγητό στην νονά. Η νονά τα έπαιρνε και της έδινε αυγά, τα δικά της και της χάριζε το γαμήλιο δώρο. Ήταν ένα καζάνι και μπακίρι.
Η νουνά ακόμα έντυνε τα βαφτιστικά της. Τα έπαιρνε και τα έβαζε στα βαφτιστικά της με τα χέρια της. Τα έπαιρνε από εσώρουχα και ρούχα, μέχρι παπούτσια και κανένα βραχιολάκι, αν ήταν κορίτσι.
Στις δέκα το πρωί αρχίζαμε τους χορούς και κρατούσαν μέχρι να δύσει ο ήλιος. Τον χορό άρχιζαν οι νέοι και ακολουθούσε όλο το χωριό. Ανάμεσα στους θάμνους, γύρω από την πλατεία, έπαιζαν κυνηγητό τα παιδιά. Οι κοπέλες ήταν στην μέση της πλατείας και τραγουδούσαν ένα τραγούδι του κυρ-Βοριά:
“ο κρυ-Βοριάς παράγγειλε, ο κυρ-Βροιάς παράγγειλε...ο κυρ-Βοριάς παράγγειλε σ’ όλων των καραβιώνε για..”
Ένα άλλο τραγούδι είναι:
“καράβια που αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε, εμπάτε στα λημέρια σας, γιατί θε να φυσήσω...”
Ορισμένα άλλα τραγούδια που λέγανε ήταν:
“τρεις Τούρκοι, τρεις γιακιτσάρδις, ανιβαίνουν κατιβαίνουν κατεύκαν στην κρύα βρύση να πιούνε κρύου νεράκι...”
“Αγάπησεν ο Πίισμος μια κορ Εβραιοπούλα του Σαββάτου να αγαπήσει, την Κυριακή ούλη μέρα...”
“Πάπια κάθιταν στουν πάγου, πάπια κάθιταν στουν πάγου, τα φτυαράκια τα παγουμένα.
“Στον Άδη κατεβαίνω, στον Άδη κατεβαίνω, στον Άδη κατεβαίνω και στον Παράδεισο Ωχ καιι στον Παράδεισο. Τον χάρο να ανταμώσω...” Οι γιαγιάδες είχαν στον κόρφο τους αυτές τις μέρες αυγά πασχαλινά. Το έβγαζε από τον κόρφο της και το έδινε στο παιδί της διπλανής της, εκεί που κάθονταν στην πλατεία και χάζευε τους χορούς. Οι χοροί και τα τραγούδια συνέχιζαν.
“Κάτω στην ράιδω, στην ραϊδωπούλου, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα. Κείνος την θέλει, κείνη δεν τον παίρνει...”
Στο ύψωμα την ίδια στιγμή πετούσαν χαρταετό. Παράβγαιναν ποιος θα αγγίξει πρώτος τον ουρανό.
-Κωστοπούλου Χρυσούλα
Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Την παραμονή του Αγίου Δημητρίου, η νοικοκυρά κάθε σπιτιού έπιανε ένα μικρό πετεινό. Με ένα παιδί, συνήθως γειτονόπουλο, το έστελνε στο μοναστήρι του Άι-Δημήτρη. Εκεί περίμεναν παιδιά, γύρω στα δεκαέξι. Το έπαιρναν και το έσφαζαν, πετούσαν το κεφάλι στα κεραμίδια του μοναστηρίου. Το υπόλοιπο το έβραζαν σε μεγάλα καζάνια και έφτιαχναν το κουρμπάν. Όσοι από το χωριό ήθελαν, πήγαιναν και έπαιρναν να φάνε. Τα κεφάλια στην συνέχεια τα μάζευαν τα παιδιά και τα πετούσαν. Μ’ αυτόν τον τρόπο αγιάζαμε τα πτηνά και δεν ψοφούσαν από αρρώστιες.
-Κωστοπούλου Δήμητρα