Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, ΚΟΣΜΙΟΥ

Β. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ

Πηγές:

<<Στις 15 Νοέμβρη πιάναμε σαρακοστή, μέχρι του Αϊ Σπυρίδωνα τρώγαμι ψάρι κι μετά δεν τρώγαμε ουτ’ αυτό μέχρι τα Χριστούγεννα. Όσοι θέλαν κοινωνούσαν τα Χριστούγεννα κι άλλοι την Παραμονή. Την παραμονή αφού χτυπούσι η καμπάνα το πρωί βγαίνανι τα παιδάκια τα μικρά και έλεγαν τα “κόλντε-κόλντε κι του χρόνου” κι τα έδιναν δεκαρούδες, καρύδια, φρούτα, κουραμπιέδες. Το βράδ’ πια βγαίναν τα μεγάλα τα παιδιά (μόνο αγόρια, τα κορίτσια λέγανε τα κάλαντα πολύ σπάνια) κι λέγαν τα κάλαντα κι τους κερνούσαν γλυκά ή τους έδιναν λεφτά. Ακόμα τη παραμονή θύμιαζαν τη Χριστόπιτα στο σπιτ’ κι μετά την έκοβαν. Απ’ το πρωί της παραμονής οι γυναίκες έβραζαν τα γουρούνια κι τα μαγείρευαν για την άλλ’ τη μέρα. Έκαναν μπουμπάρια, χοιρινό με λάχανο κι τι δεν έκαναν.

Τα Χριστούγεννα το πρωϊ πήγαιναν στην εκκλησία κι με το που γυρνούσαν έτρωγαν. Ύστερα έβγαινε όλο το χωριό στη πλατεία κι χόρευαν με γκάιντες κι νταούλια μέχρι να νυχτώσει. Ύστρα παρέες-παρέες πήγαιναν στα σπίτια που γιόρταζαν οι Χρήστοι κι οι Χρυσούλες.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς πάλι το πρωί τα παιδάκια λέγανε το “κόλντε-κόλντε και του χρόνου” και το βράδ’ λέγανε τα κάλαντα τα παιδιά τα μεγάλα.

Την Πρωτοχρονιά τρώγανε πάλι μετά την εκκλησία, θυμιάζανε και κόβανε την βασιλόπιτα που πάνω της κάνανε σταυρούς κι θυμωνιές με το ζυμάρ’. Κάνανε πολλές θυμωνιές, άλλη για τη σοδιά, άλλη για το σπίτι, για τον νοικοκύρη, για τα ζώα. Είχαμε ένα σίδερο απ’ τ’ αλετρ’, εκείνο το έβαζε καρβουνάκια κι θυμίαμα κι μαζί με τη νοικοκυρά που κρατούσε ένα κερί κι την θυμωνιά, απ’ τη βασιλόπιτα που ήταν για τα ζώα, θύμιαζαν μαζί το ντάμι (σταύλο) κι έδινε ο νοικοκύρης τα ζώα να φάνε απ’ τη  βασιλόπιτα.

Την Παραμονή των Φώτων λέγανε τα κάλαντα όπως τα Χριστούγεννα κι την Πρωτοχρονιά άλλα λέγανι στο τέλος “κόψαμε τη κότα πήγαμι σ’ άλλη πόρτα”. Σε κάθε σπίτι κόβανε μια κότα για να την φάνε την μέρα των Φώτων. Την Παραμονή ξεκινούσε ο παπάς να φωτίζει τα σπίτια και συνέχιζε κι την άλλ’ τη μέρα όσα δεν προλάβαινε.

Τα Φώτα τη μέρα όταν τελείωνε η λειτουργία, έπαιρνε ο νοικοκύρης αγιασμό που του έριχνε μέσα στα χωράφια. Ο παπάς ρωτούσε τον κόσμο που θέλουν να ρίξουν το σταυρό κι μετά αφού πήγαιναν στο εξωκλήσι του Αϊ- Θανάση (λίγο έξω απ’ το χωριό) κι μετά ξεκινούσαν να ρίξουν το σταυρό. Μετά με το σταυρό που τον στόλιζαν με λουλούδια γυρνούσαν στα σπίτια για να χαιρετήσει ο κόσμος. Όταν πια γυρνούσαν στα σπίτια τους οι νονοί πήγαιναν στα δεξίμια τους στραγάλια ξυλόκερατα, πορτοκάλια, μανταρίνια, σταφίδες κι ένα κερί που το τύλιγαν μ’ μια κόκκινη κλωστή κι δεντρολίβανο. Ο κουμπάρος μετά έκανε το τραπέζι στο νονό του παιδιού του. Το απόγευμα πάλι όπως τα Χριστούγεννα κι την Πρωτοχρονιά βγαίναν στην πλατεία κι γλεντούσαν ως το βράδυ.

Αφηγήτρια: Κιοκτσή Χρυσή, ετών 71

Ξεκινούσ’ η αποκριά, ντύνονταν καρναβάλια, τ’ αγόρια με κάπες κι κουδούνια για να μη γνωρίζονταν τα κορίτσια με παλία ρούχα κι μ’ ότι έβρισκαν. Όλη τη βδομάδα πριν την Καθαρή Δευτέρα ντύνονταν καρναβάλια. Τη Κυριακή πήγαιναν όλοι στην εκκλησία και τ’ απόγευμα κάνανε χορό στην πλατεία. Τη Κυριακή το βράδ’ οι παντρεμένες στην μαν’ τς και στο μπαμπά τους κι τους κάναν μετάνοιες, ακόμα πήγαιναν και στις πεθερές κι στις κουμπάρες. Στο συχώριο πήγαιναν κι οι άντρες στους γονείς κι τα πεθερικά τους. Μετά μαζευόταν όλη η οικογένεια κι ρίχναν τραπέζι. Έπιναν ουζάκι κι κρασί. Στο τέλος εβράζαμι τ’ αυγά, κρεμούσαν ένα αυγό μι την κλωστή απ’ ένα μέρος κι προσπαθούσαν να το πάρουν μι το στόμα. Οι ελεύθερες κοπέλες την πρώτη βούκα απ’ το φαγητό της Κυριακής την κρατούσαν κι την έβαζαν στο μαξιλάρι τους απ’ κάτω για να δουν ποιόν θα πάρουν. Στο τέλος έτρωγαν όλοι αυγό, κλείδωναν το στόμα τους κι ξανάτρωγαν αυγό το Πάσχα. Την Καθαρά Δευτέρα ντύνονταν πάλι καρναβάλια μόνο άντρες, φορούσαν προβιές κι μάλλινες κουβέρτες, κρεμούσαν κουδούνια, αλλά πάλι ντύνονταν αρκούδες κι πήγαιναν στα κορίτσια, τα σπίτια εκεί τους κερνούσαν ό,τι είχαν, καρύδια, μύγδαλα, καραμέλες, μήλα, κι αυτοί τα βάζαν στο καλάθι που κρατούσαν κι έφευγαν>>

Αφηγήτρια: Κιοκτσή Χρυσή ετών 71

 

<<Όταν ξεκινούσι η Σαρακοστή, οι γυναίκες πήγαιναν στους χαιρετισμούς με απλά ρούχα, παντοφλίτσα κι φορούσαν κι μαντήλα. Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα ο κόσμος κουβαλούσε λουλούδια στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Την Μεγάλη Πέπμτη το βράδυ στόλιζαν τον επιτάφιο, ο κόσμος καθόταν όλο το βράδυ κι τραγουδούσε το Χριστό κι η εκκλησία δεν έκλεινε καθόλου. Στον επιτάφιο που στόλιζαν έβαζαν μια μαύρη κορδέλα κι την άλλαζαν το Σάββατο με άσπρη. Μέσ’ τη Μεγάλη Εβδομάδα κάνανε τσουρέκια, όχι όμως γλυκά όπως σήμερα, αλλά σαν ψωμί. Τσουρέκι με αυγά πήγαιναν στον κουμπάρο το Πάσχα κι οι νιόπαντρες κι οι αρραβωνιασμένες πήγαιναν τσουρέκι στην πεθερά.

Το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ ντύνονταν ο κόσμος κι πήγαινε στην Πρωτοανάσταση, όταν γυρνούσαν πια έφερναν το φως στο σπίτι, έτρωγαν μαγειρίτσα κι έπεφταν για ύπνο. Την μέρα του Πάσχα 11 με 12 τρώγαμι κι πηγαίναμι στην δευτερανάσταση, μόλις τελείωνε η εκκλησία, στην πλατεία έκαναν χορό με νταούλια κι ζουρνάδες.

Ο κόσμος πήγαινι επισκέψεις σ’ αυτούς που γιόρταζαν κι τα παιδιά κι τα κορίτσια κάναν βόλτα μέχρ’ αργά τ’ απόγευμα. Αυτό συνεχιζόταν κι το επόμενο βράδυ>>

Αφηγήτρια: Κιοκτσή Χρυσή, ετών 71

 

<<Στις 2 Μαϊου γιορτάζει το ξωκλήσι του Αϊ-Θανάση που ‘ναι ο Άγιος του χωριού.

Το πανηγύρι παλία κρατούσε τρεις μέρες κι μαζεύονταν όλα τα γύρω χωριά κι η Κομοτηνή. Το ξωκλήσι είχε πολλά καραγότσια (δέντρα μεγάλα και ψηλά που έκαναν πολύ καλή σκιά) κι οι παρέες έστρωναν κάτω πετσέτες. Κάθονταν, έτρωγαν κι έπιναν. Έκαναν χορούς με πολλά όργανα: γκάιντες, κιθάρες, νταούλια, ζουρνάδες. Έρχονταν πολλοί κι κάναν μαγαζιά που πουλούσαν πολλά πράγματα, έβγαζαν κι καρέκλες κι πουλούσαν γλυκά, σουβλάκια, ρακί, κρασί κι ότι άλλο ήθελες. Στην εκκλησία πολλοί πρόσφερταν πρόβατα που μετά τα πουλούσε κι άλλοι απλά έσφαζαν τα πρόβατα στην εκκλησία κι μοίραζαν το κρέας στους χωριανούς γιατί το είχαν ταμένο στον Αϊ-Θανάση.

Την 25η Μαρτίου μετά την εκκλησία στο σχολείο μαζευόταν όλο χωριό κι εκεί τα παιδιά έκαναν διαλόγους ολόκληρους με φορεσιές- Την Αστέρω, την Γκόλφω κι τα σεργιανούσε όλος ο κόσμος. Τα παιδιά το πρωί αφού μαζεύονταν στο σχολείο, κατέβαιναν στην εκκλησία κι μετά κάναν παρέλαση.

Ακόμα πιο μπροστά την πρώτη του Μάρτη άναβαν φωτιές κι τις πηδούσαν.

Στις 24 Ιούνη του Αϊ- Γιαννιού κάνανε κλείδωνα, δηλαδή μέσα σ’ ένα γκιούμι (δοχείο) βάζανε νερό κι ο καθένας έριχνε ό,τι είχε (καρφίτσες, πιάστρες, δαχτυλίδια, βραχιολάκια) το σκέπαζαν μ’ ένα κόκκινο τουλπάνι το δέναν καλά κι το βάζαν κάτω από μια τριανταφυλλιά. Την άλλ’ τη μέρα μαζεύονταν όλοι παρέα τα παιδιά κι τα κορίτσια κι για τον καθένα έβγαζαν κι διάβαζαν στοιχάκια που τα μάζευαν γι’ αυτήν την ώρα>>

Αφηγήτρια: Κιοκτσή Χρυσή, ετών 71

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1594
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Καρανίκα
Όνομα
Αθανασία